Εκείνο το μπλε Σαββάτο…

Εκείνο το μπλε Σαββάτο…

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η καινούρια μέρα δεν ξεκινάει στις 00:01 μετά τα μεσάνυχτα, όπως εξάλλου και ο καινούριος χρόνος δεν ξεκινά την 1η Ιανουαρίου.

Η παραπάνω σκέψη, διατυπωμένη με αυτές ακριβώς τις λέξεις – ούτε κόμμα παραπάνω ή παρακάτω – ήρθε στο μυαλό μου με το που ξύπνησα εκείνο το πρωινό του Σαββάτου του σωτηρίου έτους 1995.

Κι η ίδια ακριβώς σκέψη, διατυπωμένη με τις ίδιες λέξεις και την ίδια – όχι παρόμοια, την ίδια – εκφορά, με επισκέφτηκε εκείνο το Σαββάτο – προσοχή, όχι Σάββατο – το πρωί του σωτηρίου έτους 2005.

Πιθανόν η πρώτη εύλογή σου απορία, αναγνώστη των γραμμών αυτών, να είναι: «μα καλά, γιατί το Σάββατο του 1995 έγινε Σαββάτο το 2005»;

Συνιστώ λίγη υπομονή, καθησυχάζοντάς σε πως η απάντηση στο ανωτέρω εύλογο ερώτημά σου θα δοθεί στην πορεία αυτού του κειμένου – μπορεί να μην δοθεί άμεσα και με τέλεια ευκρίνεια, πάντως θα δοθεί.

Η δεύτερη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό και στις δύο περιπτώσεις, ήτοι τόσο σ’ εκείνο το Σαββατιάτικο πρωινό του 1995 όσο και στο άλλο πρωινό του Σαββάτου του 2005, ήταν πως είχα αργήσει.

Και η τρίτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις ήταν πως δεν είχα ιδέα για ποιο πράγμα είχα αργήσει…

Προσπάθησε, τώρα, να φανταστείς, αναγνώστη, ότι όσα σου διηγούμαι από τούδε και στο εξής τα βλέπεις να διαδραματίζονται σε μια οθόνη που βρίσκεται μπροστά στα μάτια σου.

Και φαντάσου πως η οθόνη αυτή είναι χωρισμένη στα δύο: στην αριστερή της πλευρά βλέπεις όσα διαδραματίζονται το Σάββατο του 1995, ενώ στην δεξιά της πλευρά, βλέπεις όσα διαδραματίζονται το Σαββάτο του 2005.

Στην αριστερή οθόνη με βλέπεις να σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι του πατρικού μου σπιτιού στην Καλλιθέα, ν’ ανοίγω το μπαλκόνι και να βγαίνω έξω, όπου με υποδέχεται μια συννεφιασμένη και δροσερή μέρα του Μαρτίου, ενώ στην δεξιά οθόνη με βλέπεις να σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι του σπιτιού μου στον Νέο Κόσμο, ν’ ανοίγω το μπαλκόνι και να βγαίνω έξω, όπου με υποδέχεται μια ηλιόλουστη και δροσερή μέρα, επίσης του Μαρτίου.

Συνεχίζουμε με αυτές τις δύο, εναλλασσόμενες σε κινηματογραφικό στυλ και παράλληλες, εικόνες:

Στην αριστερή οθόνη με βλέπεις να εξέρχομαι της πολυκατοικίας μου στην Καλλιθέα και να κατηφορίζω την οδό Δημοσθένους με κατεύθυνση προς την οδό Δαβάκη, με αθλητική περιβολή και κρατώντας μια μπάλα μπάσκετ στα χέρια μου, ενώ δίπλα μου περνάνε βαδίζοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, μεταξύ άλλων, οι εξής φιγούρες: ένας ηλικιωμένος με τραγιάσκα που βαστά υπό μάλης τον «Αδέσμευτο Τύπο» του Μήτση, ένας 20άρης με λευκό μακό, παπούτσια Stan Smith, κεφάλι που ανεβοκατεβαίνει καθώς περπατά, φρύδια ελαφρά σηκωμένα, γουώκμαν και ακουστικά στ’ αυτιά, απ’ όπου ακούγεται ευδιακρίτως (το ακούει στην διαπασών, γαρ) το «Mishale» του Andru Donalds, και μια κατσαρομάλλα, στην ηλικία μου περίπου, με φουντωτή κόμη, χλωμό πρόσωπο, κατακόκκινα μάγουλα και μεγάλα μάτια που σαρώνουν τον περιβάλλοντα χώρο της με περισσή επιφύλαξη.

Στην δεξιά οθόνη με βλέπεις να κατεβαίνω στο γκαράζ της πολυκατοικίας μου, να εισέρχομαι στο μπλε όχημά μου, να οδηγώ στην οδό Μάχης Αναλάτου με κατεύθυνση προς Νέα Σμύρνη κατά μήκος των γραμμών του τραμ, να προσπαθώ, κι εν τέλει να τα καταφέρνω χωρίς να τρακάρω, ν’ ανοίξω εν κινήσει την θήκη μπροστά απ’ το κάθισμα του συνοδηγού, να βγάζω μια μπλε θήκη εντός της οποίας εμπεριέχονται τα γυαλιά ηλίου μου, που διαθέτουν μπλε φακό, να την ανοίγω και να βγάζω και να φοράω τα γυαλιά μου, πάντα αποτρέποντας την πρόσκρουση του οχήματος μου με κάποιο από τα κινητά κι ακίνητα στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου – αυτοκίνητα, πεζοδρόμια, κολώνες ή ανθρώπους – κι ύστερα καθώς ψάχνω για πάρκινγκ κάπου κοντά στο Άλσος της Νέας Σμύρνης, με μουσική υπόκρουση από το ραδιόφωνο το «She will be loved» των Maroon 5, να βλέπω μια νοστιμούλα διοπτροφόρα με κοντό καρέ μαλλί, μπλουτζίν, ψηλά τακούνια και μπλε φουλάρι που κρατάει μια γαλάζια τσάντα να περπατά δίπλα μου για λίγο κι ύστερα να εισέρχεται σ’ ένα κόκκινο παρκαρισμένο όχημα και να το ξεπαρκάρει, παραχωρώντας μου, με τέλειο συγχρονισμό και προφανώς άθελά της, την πολυπόθητη θέση πάρκινγκ που αναζητούσα.

Στην αριστερή οθόνη με βλέπεις να παίζω μπάσκετ (μονό) στο προαύλιο ενός σχολείου, κατασκηνωμένος κάτω απ’ το καλάθι, όπου και μαζεύω ένα ρημπάουντ μετά από σουτ - τούβλο συμπαίκτη μου και να σκοράρω με αστραπιαία κίνηση και χωρίς τα πόδια μου να απομακρυνθούν απ’ το έδαφος έστω και κατά μισό χιλιοστό, ενώ οι συμπαίκτες μου κραυγάζουν ενθουσιασμένοι και, παράλληλα, μια στάλα βροχής προσγειώνεται σε αργή κίνηση στην μύτη μου.

Στην δεξιά οθόνη με βλέπεις να πίνω φυσικό χυμό, αραχτός, σε τραπεζάκι έξω και υπό την σκιάν ενός δέντρου με πλούσια φυλλωσιά, σε κάποιο καφέ επί της Πλατείας της Νέας Σμύρνης και να συζητάω περί ανέμων και υδάτων με έναν φίλο μου, ο οποίος κάποια στιγμή, αφού έχει βουτήξει σχεδόν ολόκληρο το μπισκότο του μέσα στον καφέ του και το έχει καταβροχθίσει με μια μόνη μπουκιά, προβαίνει στην καίρια επισήμανση: «έχω καιρό να ακούσω κάποιον να λέει ‘Σαββάτο’ αντί για ‘Σάββατο’”.

Στην αριστερή οθόνη βλέπεις τα αίματα να έχουν ανάψει στο (ο Θεός να το κάνει…) «παρκέ» του γηπέδου μπάσκετ κι εμένα να διαπληκτίζομαι έντονα, φραστικά για την ώρα, με κάποιον απ’ τους αντιπάλους μου, ενώ ένας απ’ τους συμπαίκτες μου κλωτσάει μακριά την μπάλα με μανία.

Στην δεξιά οθόνη μας βλέπεις ενώ βρισκόμαστε με τον φίλο μου εντός του οχήματός μου και οδηγούμε και πάλι παράλληλα με τις γραμμές του τραμ, κατευθυνόμενοι προς Παλαιό Φάληρο – λίγο πριν βγούμε στην Αμφιθέας, μας έρχεται και τραγουδάμε, συμπληρώνοντας ο ένας τις εμπνεύσεις του άλλου, επιτόπου, μια αυτοσχέδια παραφθορά του γνωστού Σαββατοκεντρικού άσματος «Οδός Αριστοτέλους», σε μουσική Γιάννη Σπανού και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου: «Σαββάτο κι απόβραδο, με χοληστερίνη, στην χασαποταβέρνα μιας γιαγιάς, έβγαζα απ’ τα δόντια μου ξύγκια, πρωτεΐνη, και σου τα προσέφερα να φας, νταμιτζάνες πίναμε, σόδες και γκαζόζες, μπας και κοπάσει η βαρυστομαχιά, στηνόμασταν και παίρναμε, τις πουλ-μουρ μας πόζες, μα οι γκόμενες ούτε μια ματιαααά…»!

Στην αριστερή οθόνη, με βλέπεις να επιστρέφω στο σπίτι μου καθισμένος σε μια μονή θέση δίπλα στην μεσαία πόρτα του λεωφορείου 910, το οποίο πραγματοποιώντας το δρομολόγιο Τζιτζιφιές – Κέντρο Αθηνών ανεβαίνει την οδό Δημοσθένους, συνοφρυωμένος, με κατεβασμένο το κεφάλι μου και βαστώντας την μπάλα στα χέρια μου, ενώ είναι ευδιάκριτη μια τεράστια μελανιά στο αριστερό μου μπράτσο.

Στην  δεξιά οθόνη, μας βλέπεις να λογομαχούμε έντονα με τον φίλο μου, δίπλα κι έξω απ’ το όχημα μου που έχει επιλέξει να μείνει από μπαταρία στην διασταύρωση των λεωφόρων Αμφιθέας και Ποσειδώνος.

Στην αριστερή οθόνη, μια απίστευτα δυνατή μπόρα ξεσπάει καθώς εξέρχομαι του λεωφορείου στην στάση πλησίον της οδού Ατθίδων – δεν κάνω καμία απολύτως απόπειρα να προφυλαχθώ, παρά μόνο, παραδομένος στην μοίρα μου και με γαϊδουρινό πείσμα, βαδίζω αργά αργά: φυσικά μέχρι να φτάσω στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου βρίσκεται το σπίτι μου, έχω γίνει εντελώς μούσκεμα.

Στην δεξιά οθόνη, με βλέπεις ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου σαν αράχνη, με τα χέρια και τα πόδια απλωμένα, να κοιτάζω το ταβάνι με ανοιχτό το στόμα και βλέμμα χαμένο στο διάστημα.

Στην αριστερή οθόνη με βλέπεις ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου σαν αράχνη, με τα χέρια και τα πόδια απλωμένα, να κοιτάζω το ταβάνι με ανοιχτό το στόμα και βλέμμα χαμένο στο διάστημα.

Στην δεξιά οθόνη, με επαναφέρει στην πραγματικότητα ο ήχος του κινητού μου που δονείται: το αρπάζω και κοιτάζω το εισερχόμενο μήνυμα με τα φρύδια σμιχτά και τεταμένη προσοχή, λες και μελετάω κείμενο υψίστης σημασίας.

Στην αριστερή οθόνη το μάτι μου αιχμαλωτίζεται από ένα περίτεχνα σχεδιασμένο γράμμα «Γ» που βρίσκεται στον τίτλο ενός βιβλίου, όπως αναγράφεται στην ράχη του, η οποία ελαφρώς προεξέχει απ’ το ψηλότερο ράφι της βιβλιοθήκης, απέναντι απ’ το κρεβάτι μου.

Στην δεξιά οθόνη, βαδίζω, αργά και στην μέση του οδοστρώματος, κατά μήκος της οδού Ευριπίδου στο κέντρο της Αθήνας, με μισόκλειστα τα μάτια, μεθώντας απ’ τα αρώματα των μπαχαρικών που ξεχύνονται μέσα απ’ τα παντοπωλεία, καθώς ένα βιαστικό σύννεφο καλύπτει για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου τον ήλιο που βαίνει προς την δύση του.

Στην αριστερή οθόνη, κάθομαι μπρούμυτα στο κρεβάτι μου, τρώω γκοφρετίνια και ξεφυλλίζω το βιβλίο, με το μάτι μου να καρφώνεται σε μια φράση στην σελίδα 450, και συνακόλουθα να γουρλώνει: «Πάντα νιώθεις πως έχεις αργήσει για κάτι, μα ποτέ δεν ξέρεις τι είναι αυτό το κάτι».

Στην δεξιά οθόνη, βρίσκομαι στον κήπο μιας καφετέριας, του ιστορικού κέντρου της πόλης του λεγόμενου, που είναι περιστοιχισμένος από τις πέριξ πολυκατοικίες και τους ακαλύπτους αυτών χώρους, και πίνω μπύρα με μια μελαχροινή κοπέλα, ίσως όχι πολύ εντυπωσιακή, αλλά που σίγουρα έχει αυτήν την σπιρτάδα, αυτό το κάτι, το απροσδιόριστα και διακριτικά μπριόζικο και ενδιαφέρον και που φοράει ένα αρκετά μεγάλο δαχτυλίδι σε σχήμα μπλε πεταλούδας στον παράμεσο του αριστερού της χεριού – την ακούς να γελάει δυνατά και να μου λέει: «αυτό, το σημερινό, είναι σίγουρα ένα μπλε Σάββατο…» - ‘Σαββάτο!’, σπεύδω να την διορθώσω - «Σαββάτο, ναι…», μου απαντά και συνεχίζει: «… κι εμένα, προσωπικά, αυτό που μου συμβαίνει κάθε μπλε Σαββάτο, σαν κι αυτό, είναι πως νιώθω συνεχώς σαν να έχω αργήσει για κάτι, το οποίο κάτι όμως δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι είναι…» - ‘Ώπα, περίμενε!’, επεμβαίνω ταραγμένος και την αγγίζω στο μπράτσο.

Στην αριστερή οθόνη, με βλέπεις ντυμένο και περιποιημένο - δηλαδή: μαλλί χτενισμένο, καρό πουκάμισο, μαύρο τζην και μαύρα χοντρά παπούτσια – να βαδίζω, σκυφτός και με τα χέρια στην τσέπη, κατά μήκος της οδού Αγίων Πάντων, στην Καλλιθέα πάντοτε, κατευθυνόμενος προς την λεωφόρο Θησέως.

Στην δεξιά οθόνη, με βλέπεις να δειπνώ με την ίδια μελαχροινή κοπέλα με την οποία πρωτύτερα έπινα μπύρες, καθώς και με δυο φίλες της, σε κάποιο μεζεδοπωλείο - τρώω, πίνω κι αγορεύω και οι κοπέλες γελάνε με αυτά που τους λέω, άλλη πιο δυνατά, άλλη λιγότερο – μέχρι που κάποια στιγμή το μάτι μου παγιδεύεται από τα κάλλη μιας διερχόμενης εντυπωσιακής θηλυκής παρουσίας με πλούσιες καμπύλες, η οποία φοράει κάτι σαν ολόσωμη μπλε φόρμα – η δε απόσπαση της προσοχής μου από το τραπέζι μας γίνεται με τέτοιον χοντροκομμένο τρόπο που οι φιλενάδες της μελαχροινής μου φίλης σαστίζουν, ενώ η ίδια η μελαχροινή δυσφορεί εμφανώς.

Στην αριστερή οθόνη, με φόντο ένα τυπικότατο ελληνικό μικροαστικό σαλόνι όπου διαδραματίζεται ένα εφηβικό πάρτυ γενεθλίων, με βλέπεις να χορεύω, με μάλλον άχαρο κι αμήχανο τρόπο, μπλουζ με μια διάπλατα χαμογελαστή, ελαφρώς παχουλή, ένα κεφάλι και βάλε κοντύτερη, συμμαθήτριά μου που φοράει ένα όχι ιδιαιτέρως καλόγουστο, μπλε μεταξωτό, κι εφαρμοστό, τοπ – καθώς το τραγούδι τελειώνει, προς οριακά κεκαλυμμένη ανακούφισή μου, η ματιά μου στρέφεται προς μια άλλη συμμαθήτριά μου, που μοιάζει απείρως χαριτωμένη και κομψή μέσα στο μαύρο φόρεμά της και τα μαύρα μποτίνια της, και η οποία είναι καθιστή σε μια πολυθρόνα – καθώς μου ρίχνει μια πλάγια ματιά γεμάτη νόημα και κοκκινίζω, το επόμενο τραγούδι, επίσης σε μπλουζ ρυθμό και μελωδία, ξεκινάει – κι ενώ μοιάζω αναποφάσιστος ως προς το αν θα πρέπει να κινηθώ προς το μέρος της και να της προτείνω να χορέψουμε, η προηγούμενη παρτενέρ μου εισβάλει στο οπτικό μου πεδίο και μου λέει: «αχ, αυτό το τραγούδι μ’ αρέσει πάρα πολύ – θες μήπως να ξαναχορέψουμε»;

Στην δεξιά οθόνη, με βλέπεις ενώ βρίσκομαι στον δρόμο έξω απ’ το ρεμπετάδικο μαζί με την μελαχροινή μου φίλη – οι δυο φιλενάδες της δεν βρίσκονται εκεί πια – κυριαρχεί μια αμήχανα τεταμένη σιωπή, την οποία σπάζει εκείνη λέγοντάς μου: «να πηγαίνω, λοιπόν, κι εγώ..» και κάνει να κινηθεί προς τα ταξί που είναι παρατεταγμένα λίγο πιο πέρα - τότε εγώ της απαντάω: «εεε… στάσου, να σου πω…», όμως εκείνη την στιγμή διακόπτω την φράση μου, ακολουθώντας με το βλέμμα μου, σαν μαγνητισμένος, την νταρντάνα με την ολόσωμη μπλε φόρμα που περνάει σε απόσταση αναπνοής από δίπλα μου – ενώ συμβαίνει αυτό, η μελαχροινή μου φίλη κλείνει τα μάτια και κουνάει το κεφάλι της, εμφανώς απογοητευμένη.

Στην αριστερή οθόνη, με βλέπεις να τελώ εν αμφιβολία για λίγα δευτερόλεπτα και τελικά ν’ απαντάω στην πρόταση της προηγούμενης χορευτικής μου παρτενέρ: ‘εεε.. ίσως να ξαναχορεύαμε λίγο αργότερα;’, και, αφήνοντάς την λίγο στα κρύα του λουτρού κι απογοητευμένη, να κατευθύνομαι προς την κεχαριτωμένη συμμαθήτριά μου με ντροπαλό χαμόγελο κι έτοιμος να της προτείνω να χορέψουμε – καθώς φτάνω δίπλα της, της προτείνω το χέρι μου και ξεκινάω να της λέω ‘μήπως…’, από νεκρή γωνία εισβάλει στην σκηνή έτερος συμμαθητής, ο οποίος, σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος, απλώνει πολύ πιο τολμηρά από εμένα την χερούκλα του, και την ρωτάει, κοφτά, μονολεκτικά, αποφασιστικά: «χορεύεις;» - εκείνη τότε, προς θηριώδη απογοήτευσή μου, του χαμογελάει, του νεύει καταφατικά, πιάνει το χέρι του και σηκώνεται – ενώ απομακρύνεται, γυρνά προς το μέρος μου, σηκώνει ελαφρά τους ώμους της και μου λέει: «άργησες λίγο…».

Στην δεξιά οθόνη με βλέπεις να συνέρχομαι από το πέρασμα της κυανοφορούσας νταρντανογυναίκας παρά το πλευρό μου και να σπεύδω με βήμα ταχύ προς την μελαχροινή φίλη μου που έχει φτάσει ήδη, στο μεταξύ, στην πόρτα του ταξί – την προφταίνω, την πιάνω ελαφρώς απ’ το μπράτσο και καθώς εκείνη γυρνά, λίγο ενοχλημένη προς το μέρος μου, μια ακατάσχετη λογοδιάρροια με καταλαμβάνει: ‘Κοίτα… Θες να σε πάω σπίτι; Άλλαξα, μόλις σήμερα, μπαταρία στο αμάξι μου, τον Μπλε Σίφουνα με τ’ όνομα, και βρίσκεται σε διαολεμένη κατάσταση – με την καλή έννοια, εννοώ – δεν… δεν τρέχω πολύ, μην φοβάσαι, θ’ απολαύσουμε την βόλτα μας, στο εγγυώμαι…’ -  εκείνη, όμως, αφού απελευθερώνει μαλακά το μπράτσο της απ’ το κράτημά μου, μου απαντά μ’ ένα λακωνικό «άργησες λίγο» συνοδευμένο μ’ ένα κάπως πικρό χαμόγελο - ύστερα ανοίγει την πόρτα του ταξί και μπαίνει μέσα, αφήνοντάς με εκεί, με το στόμα ανοιχτό, ελαφρώς σκυφτόν και με το ένα μου χέρι, αυτό που μέχρι πρότινος κρατούσε το μπράτσο της μελαχροινής μου φίλης, προτεταμένο προς τα εμπρος.

Στην αριστερή οθόνη, με βλέπεις ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου σαν αράχνη, με τα χέρια και τα πόδια απλωμένα, να κοιτάζω το ταβάνι με ανοιχτό το στόμα και βλέμμα χαμένο στο διάστημα – μοιάζω σαν να έχω μείνει άγρυπνος όλη νύχτα, καθώς το πρώτο φως της ημέρας εισβάλει απ’ τα μισόκλειστα παντζούρια του παραθύρου μου.

Στην δεξιά οθόνη, με βλέπεις ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου σαν αράχνη, με τα χέρια και τα πόδια απλωμένα, να κοιτάζω το ταβάνι με ανοιχτό το στόμα και βλέμμα χαμένο στο διάστημα – μοιάζω σαν να έχω μείνει άγρυπνος όλη νύχτα, καθώς το πρώτο φως της ημέρας εισβάλει απ’ τα μισόκλειστα παντζούρια του παραθύρου μου.

Και στις δύο οθόνες, κοιτάζω στο κομοδίνο αριστερά μου.

Και στις δύο οθόνες, το ίδιο μικρό τρανζιστοράκι κείτεται επάνω στο κομοδίνο.

Πλέον, οι δύο οθόνες συγχωνεύονται σε μία.

Με βλέπεις να ανάβω το τρανζιστοράκι.

Παράσιτα, καθώς γυρνάω την βελόνα του (είναι κι αναλογικό το τρανζιστοράκι μου, βλέπεις)…

Τελικώς, πιάνω έναν σταθμό καθαρά, κι ακουμπάω το τρανζιστοράκι δίπλα μου, καθώς ο εκφωνητής της εκπομπής λέει τα εξής: «Αγαπητοί ακροατές, ακόμα ένα Σαββάτο φτάνει στο τέλος του. Κι έτσι, ακόμα μια καινούρια μέρα βρίσκεται στην αφετηρία, έτοιμη να ξεκινήσει την κούρσα της κι αυτή. Όχι, μην απορείτε με αυτό που λέω: η καινούρια μέρα ξεκινάει όταν ξημερώσει. Δεν ξεκινάει ένα λεπτό μετά τα μεσάνυχτα. Όπως και ο καινούριος χρόνος δεν ξεκινάει την πρώτη Ιανουαρίου. Αλλά, αρκετά με αυτά, τα περί χρόνου, δεν νομίζετε; Εξάλλου, αυτό που μετράει δεν είναι το πριν, δεν είναι το μετά. Αυτό που μετράει είναι μόνο το τώρα. Γι’ αυτό, τώρα, ας ακούσουμε ένα τραγουδάκι…».

Καθώς οι πρώτες νότες από το «The Orchids» των Psychic TV, ξεχύνονται από τα ταλαιπωρημένα ηχεία του τρανζιστορακίου μου, κλείνω τα μάτια μου – κι όταν ο τραγουδιστής ξεκινάει να τραγουδά, τον συνοδεύω, λέξη την λέξη, κι εντελώς σιωπηλά:

«When all the numbers swim together

and all the shadows settle

when doors forced open shut again

a flytrap and a petal

my eyes burn and claws rush to fill them

and in the morning after the night

Ι fall in love with the light

it is so clear Ι realize

that here at last Ι have my eyes»…