Μπουρνάζι 2000 – Παράξενο ερωτικό τρίγωνο

Μπουρνάζι 2000 – Παράξενο ερωτικό τρίγωνο

Με θραύσματα θραυσμάτων εικόνων.

Εικόνες κάπως ξεθωριασμένες, αλλά σίγουρα πολύχρωμες.

Η Χριστίνα και η Ράνια, συμμαθήτριες και κολλητές απ' το Δημοτικό.

Σ' ένα πάρτι στο σπίτι της Ράνιας στο Περιστέρι, όπου βρέθηκα τελευταία στιγμή ως γνωστός γνωστού και τελείως από σπόντα, γνωρίζω την Χριστίνα.

Δευτεροετής φοιτητής εγώ, πρωτοετής φοιτήτρια εκείνη, σε διαφορετικές σχολές.

Πίτσι πίτσι εν μέσω πολλών παρατρεχάμενων κι ενδεχόμενων μνηστήρων, αλλά βρισκόμουν σε καταπληκτική φόρμα και με την αυτοπεποίθησή μου να χτυπάει κόκκινο (σπάνιο γενικώς κι ακόμα σπανιότερο εκείνα τα χρόνια) την έκανα να γελάει όλο το βράδυ και κέρδισα ξεκάθαρα τις εντυπώσεις.

Πριν σχολάσει το πάρτι κι αποχωρήσουμε (ήμασταν εκ των τελευταίων παρευρισκομένων), πρώτος θρίαμβος: ανταλλάξαμε τηλέφωνα και συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε οι δυο μας από κοντά σύντομα.

Έμπλεος ενθουσιασμού, έσπευσα να συναντήσω την μπακουροπαρέα σε μπαράκι της Φωκίωνος Νέγρη και περήφανος να τους εξιστορήσω τα ολόφρεσκα κατορθώματά μου.

"Σιγά το κατόρθωμα, ρε μαλάκα, αν δεν μπει πρώτα ο σύρτης, δεν δικαιούσαι να κοκκορεύεσαι", επιχείρησε να με προσγειώσει απότομα ο Αθάνας, ο "παλιός" της παρέας, με κάθε πιθανή, κυριολεκτική τε και μεταφορική, έννοια του όρου.

Παρ' όλα αυτά ήταν αδύνατον να καμφθεί η ψυχολογία μου, έτσι έγινα λιάρδα από τις αλλεπάλληλες τεκίλα σανράιζ, οι οποίες, αν εγώ μπορούσα να ταυτιστώ με αεροπλάνο, δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό (για την ακρίβεια, θα ήταν κοντά στην κυριολεξία) να χαρακτηριστούν, κατ’ αναλογία, ως κηροζίνη.

Και, αναπόφευκτα, οι προύχοντες της μπακουροπαρέας με έπεισαν, με το στανιό, να καλέσω την Χριστίνα στο κινητό της, από απόκρυψη, μέσα στα άγρια χαράματα, κι άμα το σήκωνε να της τραγουδήσω ένα απ' τα ακόλουθα δύο άσματα - επιτυχίες της τότε προσφάτως εκλιπούσης τελευταίας δεκαετίας του 20ου αιώνα: είτε το "Μούρη, μ' έχεις κάνει καψούρη" του Καρβέλα είτε την "Εξάρτηση" του ανερχόμενου, τότε, αοιδού Λεμπέση.

Υπέκυψα, ομολογουμένως, όχι μόνο λόγω των αφόρητων πιέσεων αλλά και λόγω του ότι, κακά τα ψέματα, το καραγκιοζιλίκι και το γκροτέσκο τα έχω στο αίμα μου.

Την κάλεσα, λοιπόν, κι αφού χτύπησε τρεις-τέσσερις φορές, εκείνη, αν έχεις τον Θεό σου, το σήκωσε!

Θόρυβος αρκετός ακουγόταν από πίσω της, κι αυτό αρχικώς με αιφνιδίασε: δεν κοιμόταν, όπως περίμενα, αλλά συνέχιζε την βραδιά της κάπου αλλού κι εκείνη, όπως κι εγώ.

Και γιατί να μην διασκεδάσει κι αυτή δηλαδή, κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά;, με ρώτησε μια παππουδίστικη φωνή εντός μου.

Κι είχε απόλυτο δίκιο, βεβαίως.

Συνήλθα στο τρίτο - τέταρτο "Ναι; Ποιός είναι;" και, μετατρεπόμενος στο ανθρώπινο τζουκ μποξ που κατά βάθος είμαι (σαν ένα είδος "Σούπερμαν" της διασκέδασης στον οποίο ενίοτε κι όχι πάντα κατά βούληση, τουλάχιστον εκείνη την εποχή, μεταμορφώνεται ο εαυτός μου απ' την συνήθη, καθημερινή του, γεμάτη νευρώσεις κι ανασφάλειες, εκδοχή "Κλαρκ Κεντ"), της ερμήνευσα, όσο πιο θεατρικά μπορούσα, την "Εξάρτηση".

Τα μέλη της σουρωμένης μπακουροπαρέας πίσω μου δεν μπορούσαν ν' αναπνεύσουν απ' τα γέλια, καθώς εγώ, σαν επαγγελματίας ερμηνευτής, εκτελούσα, συνεπής και δοσμένος, το σόου μου.

Η Χριστίνα, προς τιμήν της, δεν τα’ χασε και μου είπε, χωρίς ίχνος ειρωνείας στην φωνή της: "Καταπληκτικός! Φωνάρα! Μπράβο! Τί άλλο έχετε να μας τραγουδήσετε, κύριε μυστηριώδη καλλιτέχνη;"

Πριν καλά καλά τελειώσει την φράση της, ξεκίνησα να ερμηνεύω την "Μούρη", ενώ οι από πίσω μου είχαν βγει εκτός εαυτού: κυλιούντουσαν κάτω, κοπάναγαν τραπέζια και καρέκλες, χοροπηδούσαν.

Κάποια στιγμή η Χριστίνα με διέκοψε και μου είπε: "Να σου πω, κύριε Τραγουδιστή, δεν έρχεσαι από εδώ να μου κάνεις μια καντάδα από κοντά να σε δω κιόλας;"

"Που βρίσκεσαι;", την ρώτησα τότε αυθορμήτως, ενώ η από πίσω μου χορεία βουβάθηκε σύσσωμη αυτοστιγμεί.

"Στην Κόλαση, στο Μπουρνάζι. Να σε περιμένω; Θα έρθεις;"

Βρε, λες να έχει πάρει χαμπάρι ποιός είμαι;, αναρωτήθηκα μες στην σούρα μου.

Έστω κι έτσι όμως... μπορεί ν' αξίζει τον κόπο, δικέ μου!, απάντησα, ολοκληρώνοντας τον εσωτερικό μου μονόλογο.

"Μην πας πουθενά! Είμαι καθ' οδόν", της ανακοίνωσα τότε με σπάνια αποφασιστικότητα και πάτησα το κουμπί τερματισμού της κλήσης.

Γύρισα στους άλλους και τους ανακοίνωσα: "Μάγκες, αναχωρώ. Θα έχετε νέα μου σύντομα".

Με κοιτούσαν σαν κεραυνοβολημένοι καθώς αποχωρούσα, φεσώνοντάς τους μάλιστα άθελά μου, όπως διαπίστωσα αργότερα, μια που μου είχε διαφύγει να πληρώσω τους κορεσμένους υδρογονάνθρακες που είχα μόλις καταναλώσει.

Μπήκα σ' ένα ταξί, ανακοίνωσα τον προορισμό, και βουρ για Μπουρμάζι.

Ο ταξιτζής άλλαζε με τόση μανία, κι ανά λίγα δευτερόλεπτα, τους σταθμούς στο ραδιόφωνο που κατάφερε να μ' εκνευρίσει τάχιστα, ωστόσο όταν το ανελέητο ή και ψυχαναγκαστικό, θαρρείς, ράδιο-ζάπινγκ κατασίγασε, πρόεκυψε ένα ηχητικό διαμάντι.

Ήταν το Bizarre Love Triangle των New Order, ένα κομμάτι απ' το 1987, το οποίο το είχα ακούσει κανά δυο φορές στο παρελθόν, χωρίς, ωστόσο, ποτέ να του δώσω την δέουσα προσοχή, κάτι που έπραξα εκείνη την στιγμή.

Η ουτοπικά ηλεκτρονική μελωδία κι οι στίχοι με συνεπήραν:

Every time I see you falling,

I get down on my knees and pray,

I'm waiting for that final moment,

You say the words that I can't say. (*)

Φτάσαμε έξω απ' την "Κόλαση" του Μπουρναζίου ενώ εγώ ήμουν εντελώς συνεπαρμένος.

Πλήρωσα τον ταξιτζή και βγήκα παραζαλισμένος απ' το ταξί, τόσο που παραλίγο να με πατήσει ένα κωλοφτιαγμένο Punto GT, με τα απαραίτητα μπλε φωτάκια στους υαλοκαθαριστήρες και μια απερίγραπτη μουσική να ξεχύνεται παραμορφωμένα απ' τα ηχεία του, η ένταση της οποίας, βασικά, στάθηκε καταλυτική ώστε να συνέλθω και να σωθώ την τελευταία στιγμή.

Παρά το προχωρημένο της ώρας, κόσμος και κοσμάκης κυκλοφορούσε στην πλατεία και στους περί αυτήν δρόμους.

Πιτσιρικάδες με κούρεμα-φράχτη, αλλά σποραδικά τατουάζ (δεν ήταν ακόμη της μόδας τότε), μυστήριοι τύποι με γυαλιά τύπου Όκλευ και βλέμμα και κινήσεις όντος χαμένου στο διάστημα, οι οποίοι φορούσαν περιέργα φωσφοριζέ ρούχα μάρκας Frond που τους είχαν ξεμείνει απ' την χρυσή εποχή της ρέηβ μουσικής λίγα χρόνια πριν, στίφη από πιτσιρίκες που, ανεξαρτήτως σωματότυπου, φορούσαν δεκάποντα τακούνια και σούπερ-μίνι φούστες, πενηντάρηδες με ύφος και κοψιά αλογομούρη σε εμμηνόπαυση οι οποίοι κοίταζαν τις προαναφερθείσες πιτσιρίκες σπάζοντας κάθε ρεκόρ ξελιγωμάρας, καθώς και καταφανώς περπατημένες πενηντάρες, όλες ανεξαιρέτως με  περιβολή και βλέμμα ατίθασου αιλουροειδούς.

Στις πύλες της Κολάσεως η κίνηση ήταν μάλλον χαλαρή κι έτσι εισήλθα στα ενδότερα σχετικά γρήγορα κι ομαλά.

Μέσα γινόταν χαμός, αλλά τουλάχιστον μπορούσα να κινηθώ στοιχειωδώς ικανοποιητικά. 

Αναζητούσα την Χριστίνα, ωστόσο γρήγορα την προσοχή μου απέσπασε μια καλλίγραμμη νεαρά με πολύ κι ανεπιτήδευτα (σημαντικό!) μοιραίο ύφος που φορούσε ένα εφαρμοστό κόκκινο φόρεμα και κινείτο με χάρη σκιέρ σε κατάβαση σλάλομ στις Άλπεις.

Την πήρα από πίσω, αδυνατώντας να υποψιαστώ πως θα με οδηγούσε κατευθείαν στην Χριστίνα, της οποίας τύγχανε να είναι κολλητή...!

Μ’ έναν εντελώς παράδοξο τρόπο, η συνάντησή μας με την τελευταία έγινε εντελώς φυσικά, εννοώ χωρίς κανένας εκ των δυο μας να αιφνιδιαστεί.

Και, εντάξει, αν αυτό ήταν εν μέρει δικαιολογημένο για εμένα, γιατί προφανώς γνώριζα ότι βρισκόταν εκεί και με περίμενε, δεν συνέβαινε κατ’ ανάγκην το ίδιο και μ’ εκείνη, αν και σαφώς θα μπορούσε να είχε υποψιαστεί ότι εγώ ήμουν ο μυστηριώδης μεταμεσονύχτιος τραγουδιστής που την είχε καλέσει λίγο νωρίτερα.

Παρεμπιπτόντως, έτσι ακριβώς είχε το πράγμα: όπως μου αποκάλυψε ευθύς αμέσως είχε ήδη ψυλλιαστεί πως η αφεντιά μου βρισκόταν στην άλλη άκρη της γραμμής σ’ εκείνη την κλήση.

Τέλος πάντων, χωρίς περαιτέρω εισαγωγές, ξεκινήσαμε να χορεύουμε οι τρεις μας: εγώ, η Χριστίνα, κι η εντυπωσιακή φίλη της Χριστίνας, την οποία η τελευταία μου την σύστησε ως Όλγα.

Και λέω πως έτσι μου την σύστησε, διότι αργότερα άκουσα την Χριστίνα να την φωνάζει, και σε παραπάνω από μία περιστάσεις μάλιστα, με άλλο όνομα – άσε που και όταν μου την σύστησε οι δυο τους χασκογελούσαν σαν να μου έκαναν πλάκα (εγώ νόμιζα αρχικώς ότι γελούσαν λόγω της γενικότερης κατάστασης, αλλά μετά που το ξανασκέφτηκα, μπορεί να είχε να κάνει με την ευρηματικότητα της ονοματοποιΐας της Χριστίνας).

Τέλος πάντων, αυτό το μυστήριο δεν διαλευκάνθηκε ποτέ κι ίσως, ούτως ή άλλως, να μην είχε ιδιαίτερο νόημα, απλώς το αναφέρω ως άλλη μια ένδειξη της ιδιαιτερότητας εκείνης της βραδιάς.

Σύντομα χορεύαμε κι οι τρεις μαζί, με αξιοπρόσεκτη φιδίσια χάρη κι ευλυγισία, την χρυσή βίβλο των επιτυχιών του «βαθέος λαϊκού τραγουδιού» (γνωστά, κοινώς, και ως σκυλοσουξέ) των δεκαετιών του ’80 και του ‘ 90.

Μάλιστα, αν και δεν το θυμάμαι με απόλυτο βαθμό ευκρινείας, δεν αποκλείω το να έκαψα κι ένα χιλιάρικο – δραχμές, εννοείται – επιτόπου, επ’ αφορμή του πασίγνωστου άσματος «Θα τα κάψω τα ρημάδια τα λεφτά μου».

Καθώς αραίωνε ο κόσμος (ήταν ήδη περασμένες έξι), έμοιαζε πως ο ντι-τζέι είχε εστιάσει αποκλειστικά σ’ εμάς τους τρεις, δοκιμάζοντάς μας, κατά κάποιον τρόπο, με όλο και πιο τελειωμένα κομμάτια.

Κι εμείς ανταποκρινόμασταν.

Κι η πλάκα ήταν πως ενώ αρχικά στόχευα την Χριστίνα, στην πορεία αναχάραξα πορεία με προορισμό την Όλγα.  

Και κάποια στιγμή που η Χριστίνα πήγε τουαλέτα, τα κορμιά Όλγας και εμού σφιχταγκαλιάστηκαν και τα χείλη μας ενώθηκαν.

Ήταν μια υπέροχη ολαισθησιακή εμπειρία, όπου οι πέντε αισθήσεις είχαν αφενός οξυνθεί σε υπέρτατο βαθμό κι αφετέρου η καθεμία τους διαχέετο ταυτόχρονα στο πεδίο δράσεως όλων των άλλων, κάνοντάς με να νιώθω σαν μικρός θεός που επιχειρούσε μακροβούτι στο άπατο πηγάδι της απόλυτης ηδονής.

Απ’ την άλλη μεριά, το κομμάτι μου εκείνο της λογικής επεξεργασίας εξεπλάγη, ομολογουμένως, απ’ την ταχύτητα με την οποία εξελίσσονταν τα πράγματα – βλέπετε, απ’ τις ως τότε ελάχιστες και περιορισμένες εμπειρίες μου με το ωραίο φύλο, είχα συνηθίσει σε πολύ πιο αργούς ρυθμούς.

Ήταν τέτοιο το πάθος της στιγμής, που η Όλγα μου έσκισε λίγο το κάτω χείλος πριν τα κορμιά μας και τα χείλη μας χωριστούν, δευτερόλεπτα πριν να επιστρέψει η Χριστίνα, η οποία, με το αλάθητο γυναικείο ένστικτο, πρέπει να ψυχανεμίστηκε στο λεπτό τι είχε μόλις συμβεί.

Και τότε περάσαμε στο επόμενο στάδιο, όπου οι δυο φιλενάδες άρχισαν να χορεύουν μεταξύ τους, άκρως προκλητικά κι αγνοώντας με πλήρως.

Ήταν σαν να μην βρισκόμουν πλέον εκεί.

Στην αρχή δυσφόρησα και προσπάθησα να διεισδύσω ανάμεσά στο σύμπλεγμά τους, όμως απεβλήθην τάχιστα κι αποτελεσματικότατα ως ξένο σώμα.

Μετά το φιλοσόφησα και είπα να χαλαρώσω και ν’ απολαύσω τουλάχιστον το θέαμα που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια μου, ομού μετά του συνόλου, κατά πως φαινόταν, των λοιπών παρευρισκομένων (ανεξαρτήτως φύλου, το τονίζω), των οποίων τα βλέμματα είχαν μαγνητιστεί απ’ τον χορό των δύο κοριτσιών.

Απ’ το σημείο που οι φιγούρες τους έφταναν σε κάποιου είδους κορύφωση ξεκινά ένα ενοχλητικό κενό της μνήμης μου το οποίο τελειώνει σε μια ανάμνηση των τριών μας να είμαστε αγκαλιά στην πλατεία του Μπουρναζίου και να τραγουδάμε με γκαρίσματα λουσμένοι υπό το εξαγνιστικό, μα συνάμα και μελαγχολικό, πρώτο φως της ημέρας.

Προτού τις βάλω σ’ ένα ταξί με φίλησαν κι οι δύο ταυτοχρόνως σε αμφότερες τις άκρες των χειλιών μου.

Τις κοίταξα που απομακρύνονταν (νομίζω ότι ψιλοδάκρυσα εκείνη την στιγμή) και μόλις το ταξί τους χάθηκε απ’ το οπτικό μου πεδίο, μπήκα κι εγώ σ’ ένα ταξί με την σειρά μου και, αφού πάσχισα κανά δίλεπτο να την θυμηθώ, έδωσα τελικώς στον ταξιτζή την διεύθυνση του σπιτιού μου.

Δεν έμελλε να ξαναδώ ποτέ καμία εκ των δύο έτερων συνιστωσών του παράξενου ερωτικού τριγώνου εκείνης της βραδιάς των αρχών του σωτηρίου έτους 2000.

Προσπάθησα, βεβαίως, στην αρχή να επαναπροσεγγίσω την Χριστίνα με επίμονες κλήσεις και γραπτά μηνύματα, αλλά διαπιστώνοντας ότι οι προσπάθειές μου πήγαιναν με (εκνευριστική) συνέπεια στον βρόντο, κατέθεσα τα όπλα.

Παρά το ανώριμο της ηλικίας μου, συνειδητοποίησα πως ό, τι ήταν να βιωθεί στην περίπτωση αυτή είχε βιωθεί.

Αυτά…

Α, ναι, δεν θα πιστέψετε ποιο κομμάτι μπήκε στο ραδιόφωνο του ταξί εκείνο το πρωί λίγο πριν φτάσω σπίτι μου:

Every time I see you falling,

I get down on my knees and pray,

I'm waiting for that final moment,

You say the words that I can't say…

(*)