Ψυχιατρική και Συναισθήματα

 

Θυμάμαι το ‘82 ήμουν υπεύθυνος ψυχίατρος του Τμήματος Κρατουμένων στο ψυχιατρείο. 
Το τμήμα αυτό αποτελούνταν από 100 ασθενείς οι οποίοι είχαν διαπράξει εγκλήματα αλλά είχαν αθωωθεί λόγω ψυχικού νοσήματος και εν συνεχεία ενεκλείσθησαν στο ψυχιατρείο μέχρις ότου γίνουν καλά, οπότε με εισήγηση του διευθυντού και απόφαση του Πρωτοδικείου, έβγαιναν ή όχι. 
Συνήθως πήγαινα νωρίς το πρωί, πριν από τους βοηθούς μου, και έτσι, μια μέρα καθώς έπινα τον καφέ μου, ο νοσοκόμος μου ανέφερε πως είχαμε "είσοδο", δηλαδή είχαν φέρει κάποιον καινούργιο ασθενή. Επρόκειτο για ένα νεαρό ο οποίος είχε σκοτώσει πρόσωπο πρώτου συγγενικού του βαθμού. Ζήτησα να μου τον φέρουν και μετά από λίγο εμφανίστηκε ένα νέο παιδί, μετρίου αναστήματος, με γυαλάκια, μια εικόνα που θύμιζε έναν νέο δικηγόρο που μόλις είχε πάρει πτυχίο. Μια όμορφη φυσιογνωμία που όμως με το που έκατσε απέναντι μου και με κοίταξε στα μάτια, με διαπέρασε ένα ψυχρό ρεύμα, μια αίσθηση που δεν είχα νιώσει ποτέ στα πενήντα χρόνια που έκανα ψυχιατρική. 
Ξεκίνησα λοιπόν να τον "ψάχνω". 
Από τις οχτώ το πρωί μέχρι τη μία τον είχα μέσα και με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να αποσπάσω αυτά που ήθελα. Στη συνέχεια και για πολύ καιρό με επισκεπτόταν ένας συγγενής του προσπαθώντας να με πείσει να τον βγάλω από το ψυχιατρείο. Η απάντησή μου ήταν κάθε φορά αρνητική. Δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση για μένα. Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, αυτό που ακόμα θυμάμαι ήταν το πρωτόγνωρο συναίσθημα που ένιωσα όταν τον είδα, αυτό το "ψύχος" που με διαπέρασε από την κορυφή ως τα νύχια. Ήταν ίσως η φοβερότερη περίπτωση που αντιμετώπισα.

Σε αντίθεση με το παραπάνω, μια άλλη περίπτωση που θυμάμαι είναι εκείνη ενός ασθενούς ο οποίος είχε διαπράξει έγκλημα ίδιας βαρύτητας. Ενώ είχα φύγει ουσιαστικά από το ψυχιατρείο, επέστρεψα δέκα χρόνια μετά διότι μου είχε ζητηθεί να δω μια περίπτωση, και τότε συνάντησα τυχαία αυτόν τον παλιό μου ασθενή. Προς έκπληξή μου, έτρεξε να με αγκαλιάσει και πραγματικά με συγκίνησε, ένας σχιζοφρενής με τέτοια συναισθηματική θέρμη δεν ήταν κάτι το σύνηθες. Με τον πρώτο είχα νιώσει εκείνη την τρομερή παγωμάρα, ενώ με αυτό το παιδί, μετά από τόσα χρόνια που ήταν ακόμα εκεί, ένιωσα αυτή τη ζεστασιά που με ξάφνιασε.