Το μοναχοπαίδι.

Το μοναχοπαίδι.

«Μοναχοπαίδι». Μια λέξη που την κουβαλώ στο μυαλό μου χρόνια, μαζί με όλες τις κατάρες που την ακολουθούν, όλες τις φοβίες που την περιβάλουν, όλες τις σκοτεινιασμένες σκέψεις και ανασφάλειες.

Συνάντησα το παραμύθι της Γκουοτζίν σε μια επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Ψυχογιός, στο κέντρο της Αθήνας, και αμέσως με κατέκλυσε μια περίεργη αίσθηση νοσταλγίας. Πήρα το βιβλίο στα χέρια μου αρχές καλοκαιριού μα δεν τόλμησα να το αγγίξω πριν το τέλος του. Υπομονετικά με κοιτούσε να μπαινοβγαίνω στο δωμάτιο χωρίς να του δίνω σημασία. Ίσως τελικά να μην ήθελα να θυμηθώ, να μην ήθελα έρθω αντιμέτωπος με τις δικές μου εμπειρίες.

Κάθε τι όμως που σε πονάει, πρέπει να το ξορκίσεις.

 Έτσι και έκανα!

 

«Το μοναχοπαίδι», είναι ένα διαφορετικό παραμύθι, έτσι ακριβώς όπως είναι και τα μοναχοπαίδια. Είναι ένα βιβλίο χωρίς λέξεις, χωρίς πολύχρωμες ζωγραφιές, χωρίς περιττά στολίδια. Είναι ένα  παραμύθι για ένα αγόρι που έχασε το δρόμο για το σπίτι, μα στη διαδρομή, βρέθηκε σε έναν κόσμο παραμυθένιο, μονόχρωμο, μα γεμάτο περιπέτεια. Έτσι ακριβώς όπως ήταν και η δική μου διαδρομή…

 

Πήρα  έτσι το βιβλίο στα χέρια μου ένα απόγευμα και επέστρεψα στη γειτονιά που μου άρεσε να «συχνάζω» ως παιδί. Εκεί, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου του Υδραίου, στο πάντα φιλόξενο σπίτι της θείας Σούλας. Εκεί ήταν το μικρό μου καταφύγιο σε όλη τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας. Εκεί, μαζί με τα τρία μου ξαδέλφια, ένιωθα και εγώ μέλος μιας μεγάλης οικογένειας, κομμάτι ενός πάζλ που τουλάχιστον μετρούσε πάω από ένα κομμάτια. 

 

Εκεί επέστρεψα και τώρα, συντροφιά με το «Μοναχοπαίδι», ώστε να μη νιώθει πια μοναξιά, να μη νιώθει χαμένο, να μη νιώθει πως δεν έχει παρέα για λίγο παιχνίδι.

Ανηφόρισα στα ψηλά, και μετά από 25 ολόκληρα χρόνια, βρέθηκα στην αγαπημένη γειτονιά, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Αρτεμίου, κάτω από την Εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, σε ένα σπίτι, που περιτριγυρισμένο από τόσες εκκλησίες, δεν μπορεί παρά να είναι ευλογημένο. Ήρθαν στο μυαλό αρώματα, χρώματα, γέλια, ζαβολιές, αναμνήσεις γλυκόπικρες, αναμνήσεις γεμάτες από αγάπη.

Καθίσαμε γύρω από το τραπέζι που καθόμασταν με τη γιαγιά Καλλιόπη, και ας μην ήταν πλέον και αυτή μαζί μας, θυμηθήκαμε τις δικές μας στιγμές, τους δικούς μας χειμώνες, τα παιδικά μας όνειρα. Μα δε μου αρκούσε. Μαζί με τις δύο ξαδέλφες μου ξεκινήσαμε έτσι  να ανηφορίζουμε προς τον παλιό μύλο, εκεί που φτιάχναμε τα «σπιτάκια» μας, εκεί που, κάτω από ένα πεύκο, στήναμε τη δική μας οικογένεια νομίζοντας ότι όλα θα ήταν τόσο απλά όπως στην παιδική μας φαντασία. 

 

Φτάσαμε στα ψηλά, καθίσαμε πάνω στους βράχους, πόσο γνώριμο και οικείο που έμοιαζε το τοπίο, μιλήσαμε για όλα εκείνα που τότε μας φόβιζαν, για όλα εκείνα που τελικά μας έβγαλαν νικητές.

Θαρρείς και στα ψηλά ο κόσμος μοιάζει πιο μικρός και εσύ πιο δυνατός και προφυλαγμένος. Με το «Μοναχοπαίδι» αγκαλιά, ένιωθα που είχα δίπλα μου τον αδελφό ή την αδελφή που πάντα ονειρευόμουν, τον παιδικό φίλο που τόσο μου είχε λείψει. Και ήμουν εδώ, δίπλα του, για να μη χαθεί ξανά, για να μην τρομάξει, για να μη νιώσει φόβο. Προσπαθούσα να τον ξεναγήσω σε μια εποχή που όλα ήταν αθώα, μα και δύσκολα, φωτεινά μα και συννεφιασμένα. Έτσι όπως είναι όλα άλλωστε στη ζωή, έτσι όπως είναι όλοι οι δρόμοι που αξίζει να διανύσουμε μέχρι να βγούμε στο ξέφωτο…

 

Ανάμεσα στη φύση, κάτω από έναν ουρανό τρυφερό και φιλόξενο, δίπλα σε ανθρώπους που είχα τόσα πολλά μοιραστεί μαζί τους ως παιδί, ένιωθα μια απίστευτη αίσθηση ασφάλειας. Ένιωθα σαν βασιλιάς που επιστρέφει στο παλιό του κάστρο, σαν παιδί που επιστρέφει στην παλιά παιδική χαρά, σαν μαθητής που επιστρέφει στο παλιό του θρανίο.

Και είναι εκείνη η στιγμή που νιώθεις μια πληρότητα, η στιγμή που νιώθεις ευτυχισμένος, η στιγμή που παύεις να είσαι μοναχοπαίδι και γίνεσαι κομμάτι ενός υπέροχου συνόλου. Ενός συνόλου που σε γεμίζει γαλήνη, γιατί είναι απλό, αυθεντικό, ανθρώπινο.

 

Αγαπούσα πάντα τη γη, αγαπούσα πάντα να κάθομαι κατάχαμα, να νιώθω την ενέργεια του εδάφους, να γίνομαι ένα με τη φύση και τη δύναμη της. Και τώρα, καθισμένος εδώ, στην πλαγιά με θέα το όμορφο λιμάνι μας, ένιωθα απογυμνωμένος από κάθε άγχος, από κάθε φόβο, από κάθε ανασφάλεια.

Περπατούσαμε με τα κορίτσια στο χωματόδρομο, ανάμεσα σε χορτάρια και μικρούς θάμνους και ένιωθα ότι περπατούσα σε ένα δρόμο απλωμένο με ευτυχία. Δε με φόβιζε το ασπρόμαυρο, δε με φόβιζε γιατί ήταν επιλογή μου, δε με φόβιζε γιατί είχα ζήσει για χρόνια στο μαύρο χωρίς να είναι επιλογή μου. Μα τώρα, επιλέγω ο ίδιος να είμαι εδώ, και είναι το ίδιο ανώδυνο όπως τις στιγμές που επιλέγεις να είσαι μόνος γιατί το έχεις ανάγκη και όχι γιατί νιώθεις πως δεν έχεις επιλογή. Η «θελημένη» μοναξιά είναι δώρο και τα δώρα είναι ευπρόσδεκτα σε κάθε ηλικία. Για αυτό και θεωρώ αυτήν τη βόλτα ως δώρο, ως ένα ταξίδι στη χαμένη παιδικότητα, ως ένα παιχνίδι που ξέρω τους όρους και νιώθω πως αυτήν τη φορά θα κερδίσω.

 

Είχα μεγάλη ανάγκη αυτή την επιστροφή. Και είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως θα επιστρέψω στην «πάνω γειτονιά» λίγο πριν τη χειμωνιάτικη επιστροφή μου στην Αθήνα.

Το φθινόπωρο ήθελα να με βρει με θετική αύρα, με όμορφη ενέργεια, με αγάπη από ανθρώπους που με προστάτευσαν και ήταν οι φύλακες άγγελοί μου τη στιγμή που η λέξη «μοναχοπαίδι» ήταν πιο βαριά και από το φυσικό μου βάρος.

Μα τώρα όλα έχουν περάσει. Και το τέλος είναι όμορφο, όπως αξίζει όμορφο να είναι και το τέλος κάθε ιστορίας…

Γιατί το παρελθόν είναι για να σε εμπνέει, για να σε παραδειγματίζει, για να σε ωριμάζει και να σε κάνει καλύτερο. Και προσωπικά, νιώθω πως η ζωή, για το δικό μου παραμύθι, μου επιφύλαξε ένα τέλος δικαίωσης. Και δεν είναι άλλο από την υλοποίηση των ονείρων μου και την αγάπη των ανθρώπων που είναι δίπλα μου και με στηρίζουν σε κάθε μου βήμα. Αυτοί οι άνθρωποι έγιναν τελικά τα δικά μου αδέλφια, και τώρα, μπορώ με σιγουριά να πω ότι  μπορεί να μεγάλωσα ως μοναχοπαίδι,  αλλά ως ενήλικας έχω την ευλογία να ζω ως πολύτεκνος. Και αυτός, είναι το πιο όμορφος επίλογος  που θα μπορούσε να έχει η δική μου προσωπική  ιστορία…

Καλή ανάγνωση!

 

«Το Μοναχοπαίδι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός ( Εμμανουήλ Μπενάκη 13-15, τηλ. 210-3618654), τις οποίες και ευχαριστούμε για την παραχώρηση των βιβλίων. 

Χρήστος Δασκαλάκης