Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

Ήταν βράδυ Παρασκευής όταν βιαστικά βγήκα από το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων  Πατάκη στη Χαριλάου Τρικούπη,  κρατώντας στα χέρια ένα αντίτυπο από Το Ημερολόγιο Της Άννας Φράνκ.

Με κατεύθυνση προς τα Εξάρχεια, τρία ίσως τέσσερα  τετράγωνα πιο κάτω, πέρασα έξω από ένα σχολικό φροντιστήριο. Κοίταξα φευγαλέα τα νεανικά τους πρόσωπα, τα νιάτα που συγκεντρωμένα σε μία γωνιά προσπαθούσαν να προφυλαχτούν από το κρύο,  άκουσα τα γέλια τους και σκέφτηκα το όμορφο συναίσθημα του να ξέρεις πως μπροστά σου έχεις μια ολόκληρη ζωή να σε υποδεχτεί και ένα όμορφο μέλλον να σε περιμένει να το ζωγραφίσεις.

Κράτησα σφικτά πάνω στο στήθος μου το βιβλίο, προσπέρασα στα γρήγορα τα παιδιά και τα όσα όμορφα συναισθήματα μου προσέφεραν και σκέφτηκα πόσο άδικη είναι η ζωή και το μέλλον για κάποια άλλα παιδιά, όπως ακριβώς και η μικρή ηρωίδα του βιβλίου που κουβαλούσα και  που ανυπομονούσα να την προφυλάξω ανάμεσα στους ζεστούς τοίχους του μικρού σπιτιού μου.

Τα φώτα της πόλης, μαζί με κάποιες μελαγχολικές σκέψεις, συνόδευαν τα βήματα μου προς τις γνώριμες γειτονιές, μέχρι τη στιγμή που ξαφνικά, βρέθηκα σαν μαγεμένος να κοιτώ μια μισοσκότεινη βιτρίνα ενός διαφορετικού μαγαζιού κάπου στην Καλλιδρομίου.

Παραταγμένα στη σειρά μερικά παλιά παιχνίδια, γύρισαν το μυαλό μου πίσω στα παλιά, έκαναν τις σκοτεινές σκέψεις να φύγουν, γαλήνεψαν τη ψυχή μου και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι θα επιστρέψω σε αυτόν το χώρο μαζί με την καινούρια μου παρέα, Το Ημερολόγιο Της Άννας Φράνκ, για να κάνουμε μαζί, από κοντά, αυτό το ταξίδι πίσω στο χρόνο.

Έφτασα σπίτι λίγο πιο ανάλαφρος, και ύστερα από τις απαραίτητες διαδικασίες, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου μαζί με το με το βιβλίο. Έπρεπε σε μία εβδομάδα να προλάβω να διαβάσω όσο περισσότερο μπορούσα, να θυμηθώ ξανά την ιστορία, να αφεθώ στις περιγραφικές διηγήσεις ενός κοριτσιού που κλεισμένη στο μικρό καταφύγιο της οικογένειας, προσπαθούσε να ξεγελάσει το χρόνο συντροφιά με το μοναδικό της φίλο, ένα απλό κοριτσίστικο ημερολόγιο…

Δεν είχα καταφέρει ποτέ ως παιδί να έχω το δικό μου ημερολόγιο. Πάντα φοβόμουν ότι κάποιος θα το ανακαλύψει. Κλεισμένος έτσι και εγώ στη δική μου μικρή φυλακή, έγραφα στίχους, λέξεις με κρυφά νοήματα, μικρές ιστορίες που με βοηθούσαν να δραπετεύσω για λίγο από τη πεζή και αδιάφορη καθημερινότητα μου.

Αναρωτιέμαι αν ήταν το ίδιο και για την μικρή Άννα.

Η Κυριακή, μας βρήκε συντροφιά με την Άννα και το Ημερολόγιο της, λίγο έξω από την Αθήνα.

 

Μια Κυριακή θλιμμένη, μια Κυριακή που πάλι μια κοριτσίστικη μορφή θα έφερνε πόνο, θυμό και ερωτηματικά στη χειμωνιάτικη ψυχή μου.

Μια κοριτσίστικη μορφή, που σχεδόν στα πέντε της  χρόνια έφυγε από την αγκαλιά των γονιών της και ταξίδεψε χωρίς πολλά περιθώρια σε ένα άλλο σύμπαν, εκεί που θυμάμαι τους μεγαλύτερους να το περιγράφουν ως ένα μέρος ιδανικό για τους εκλεκτούς μικρούς αγγέλους…

 

Τις περισσότερες φορές όμως, σε περιπτώσεις σαν αυτές, τα ερωτηματικά δεν έχουν απαντήσεις, σαν τις αρρώστιες εκείνες που δεν έχουν γιατρειά και αφήνουν πίσω ανθρώπους δακρυσμένους και άδειες τις αυλές από γέλια και χαρά.

Καθισμένος δίπλα στη θάλασσα, που λένε πως παίρνει κάθε θλίψη, έβγαλα από το σακίδιο μου το βιβλίο  της Άννας, το άφησα να βυθίσει και αυτό στο πέλαγο όσα «γιατί» οι σελίδες του κουβαλάνε, και έμεινα εκεί να κοιτάω το γαλάζιο και να σκέφτομαι τις ζωές των δύο αθώων κοριτσιών που δεν πρόλαβαν να δουν τον κόσμο…

Μπροστά στο μεγάλο άνοιγμα που η θάλασσα σου δίνει, για ακόμα μια φορά, σκέφτηκα το απρόσμενο στοιχείο της ζωής μας, σκέφτηκα τη δύναμη του μη δεδομένου, σκέφτηκα τη σημασία του να ζεις σωστά και ενάρετα τη κάθε μοναδική στιγμή σου, σκέφτηκα πόσο πολύτιμο πράγμα είναι η ελευθερία, η καλοσύνη, το μοίρασμα, το δίκαιο, το «κάθε μέρα», η ίδια η ζωή.

 

Ακούμπησα το Ημερολόγιο Της Άννας Φράνκ στα λευκά βότσαλα, το άφησα να αναπνεύσει την αλμύρα της θάλασσας και να απολαύσει το Ελληνικό φως, το κράτησα τρυφερά στα χέρια μου, περπάτησα μαζί του κατά μήκος της παραλίας και της αφιέρωσα αυτή τη σύντομη βόλτα.

Αν ζούσε, ίσως να είχε δει από κοντά αυτήν τη θάλασσα, ίσως να είχε απολαύσει μία βόλτα σε ένα Ελληνικό νησί, ίσως να είχε ζήσει το Ελληνικό καλοκαίρι και τότε σίγουρα  θα είχε τόσα όμορφα πράγματα να γράψει στο μικρό της ημερολόγιο...

Επέστρεψα στην Αθήνα με ένα χαμόγελο. Στους αγγέλους αρέσουν τα χαρούμενα πρόσωπα σε όποια πόλη και αν ζουν, όποια γλώσσα και αν μιλάνε, ότι χρώμα και αν έχει το πρόσωπο τους.

Στην Άννα άλλωστε, δεν αρέσουν οι διακρίσεις…

Η εβδομάδα κύλισε ομαλά, και αν δεν κατάφερα να διαβάσω ολόκληρο το βιβλίο αυτή τη φορά (το είχα διαβάσει ως έφηβος την πρώτη φορά), τήρησα την υπόσχεση μου και επέστρεψα με το βιβλίο μου στο μαγαζί με τα παλιά παιχνίδια και τους παλιούς δίσκους.

 

Είχα υποσχεθεί, πριν βάλω το βιβλίο πίσω στο ράφι, να αφιερώσω στην Άννα μερικές στιγμές ανάμεσα σε παιχνίδια, ανάμεσα σε μουσικές και όμορφα χρώματα, όπως αυτά που στερήθηκε στο μικρό της καταφύγιο προσπαθώντας να γλυτώσει από τους Γερμανούς και τη Γκεστάπο.

Και αν τελικά δεν κατάφερε να ζήσει, αν πέθανε αδύναμη, ορφανή από μητέρα και αδελφή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η Άννα, το κουράγιο και η καρτερικότητα  της, την έκαναν ένα από τα πιο γνωστά θύματα του ολοκαυτώματος και ένα διαχρονικό παράδειγμα δύναμης και πίστης για εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο…  

Έφτασα στο όμορφο μαγαζί αργά μετά την δουλειά μου και το βρήκα κλειστό, όμως αυτό δεν με πτόησε. Συντροφιά με το Ημερολόγιο της Άννας στάθηκα και έβγαλα μερικές φωτογραφίες έξω από την βιτρίνα, πίσω από τις σιδεριές.

 

Άλλωστε, σκέφτηκα, η Άννα είχε συνηθίσει τα «κάγκελα» και τις «σιδεριές» και στη σύντομη ζωή της,  κατάφερε με δύναμη ψυχής να τα σπάσει, και «ελεύθερη» να ταξιδέψει εκεί ψηλά που πάνε όσοι αξίζει να αποκαλούνται άγγελοι και ήρωες…

...

Ευχαριστώ τις Εκδόσεις Πατάκη για την παραχώρηση του βιβλίου και το κατάστημα «μικρός ερωτικός» (Καλλιδρομίου 30 και Ζωοδόχου Πηγής) για το «ταξίδι» πίσω στο χρόνο.

 

Χρήστος Δασκαλάκης