«Το έγκλημα» στη λίμνη Κόμο

«Το έγκλημα» στη λίμνη Κόμο

Ετοιμάζοντας το σακίδιο μου για την γειτονική Ιταλία και τερματικό σταθμό τη λίμνη Κόμο, προσπαθούσα με επιμονή να χωρέσω μέσα στα απολύτως απαραίτητα ένα βιβλίο που θα είναι μικρό, κλασσικό, «φιλικό προς χρήση» και πάνω από όλα ενδιαφέρον.

Χωρίς πολύ σκέψη, λίγες μόλις ώρες πριν φύγω για το αεροδρόμιο, στάθηκα για ένα λεπτό μπροστά στη βιβλιοθήκη μου, κράτησα στα χέρια μου τρία βιβλία, τα κοίταξα προσεχτικά, έριξα μια κλεφτή ματιά στη συννεφιά του πρωινού και διαβάζοντας τον τελευταίο τίτλο, ήξερα ποιο βιβλίο άξιζε να με συντροφεύσει. «Το Έγκλημα» του Τσέχωφ έμοιαζε να  ταιριάζει απόλυτα με την «ομίχλη» που οι μετεωρολογικές προβλέψεις είχαν μαρτυρήσει ότι θα επικρατεί γύρω από τη λίμνη, και η φαντασία μου είχε ήδη αρχίσει να οργιάζει…

 

Τρεις περίπου ώρες μετά το τελευταίο βήμα στην Ελληνική γη, βρισκόμασταν μπροστά από ένα κισσέ, και σχεδόν στην νοηματική γλώσσα,  προσπαθούσαμε να επικοινωνήσουμε με τους όχι και πολύ φιλικούς Ιταλούς υπαλλήλους ενός γραφείου ενοικίασης αυτοκινήτων.

Αφού λοιπόν ευλογήσαμε αρκετές φορές τα γένια μας ως «πιο ευγενικοί σαν  Έλληνες», καταφέραμε να νοικιάσουμε το αυτοκίνητο που θέλαμε και με δύο χάρτες αγκαλιά να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας προς τη λίμνη.

Το τοπίο ομιχλώδες, η διαδρομή μαγική, η λίμνη γεμάτη μυστήριο και το κρύο αρκετό, καθώς η άνοιξη πάντα κρύβει μικρές δυσάρεστες καιρικές εκπλήξεις. Ευτυχώς ήμασταν προετοιμασμένοι και επιπλέον, ακόμα και η απειλή βροχής, μου φαινόταν ως ένα επίσης όμορφο σενάριο που θα μπορούσε να με βρει μπροστά στο τζάμι του δωματίου, συντροφιά με το βιβλίο μου και θέα τα ήρεμα νερά της λίμνης.

 

Το Bellagio, κάτω από τον συννεφιασμένο Ιταλικό ουρανό, μοιάζει σαν ένα τοπίο βγαλμένο από τα παραμύθια. Κύκνοι που κολυμπούν παράλληλα με την προκυμαία, ξύλινα ταχύπλοα σκάφη αραγμένα στις μικρές ιδιωτικές μαρίνες, σπίτια πλημυρισμένα με κάθε είδος λουλουδιού που θα μπορούσε να ευδοκιμήσει αυτήν την εποχή, μικρά μαγαζάκια σκαρφαλωμένα σε επίσης μικρά στενά δρομάκια και υπέροχα ξενοδοχεία εναρμονισμένα με το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα  της περιοχής. Για πολλούς, το Bellagio  θεωρείται το Μαργαριτάρι της Λίμνης και ένα από τα πιο όμορφα χωριά της Ευρώπης. Νομίζω ότι πραγματικά είναι πολύ κοντά σε αυτόν τον τίτλο και σίγουρα είναι το πιο κατάλληλο σημείο για να έχει κανείς σαν βάση και ορμητήριο στα πολλά και όμορφα κρυμμένα μυστικά αυτής της λίμνης…

 

Αν όμως υπήρχε ένα χωριό, από τα τόσα που υπάρχουν περιμετρικά της λίμνης, το οποίο πραγματικά να έκλεψε τις καρδιές μας αυτό ήταν η Varenna. Με το μικρό πλοίο που μεταφέρει ανθρώπους και αυτοκίνητα από το ένα χωριό στο άλλο, μεταφερθήκαμε και εμείς -στη μοναδική μας βόλτα χωρίς αυτοκίνητο- στην όμορφη Varenna. Από μακριά κιόλας, πριν ακόμα το πλοιάριο προσεγγίσει την προβλήτα, τα πολύχρωμα σπίτια που ξεπρόβαλαν από μακριά μέσα από την ομίχλη, έκαναν την καρδιά μας να αυξάνει ρυθμούς και το κάθε ρομαντικό κύτταρο του κορμιού μας να διπλασιάζεται.

 

Μέσα στο μικρό μου σακίδιο, «Το έγκλημα» του Τσέχωφ νομίζω ένιωθε την ίδια «ταραχή» με εμένα, καθώς οι κήποι που ξεπρόβαλαν μπροστά μας ήταν το κατάλληλο σκηνικό για μια ιστορία γεμάτη έρωτα, δύναμη, μυστήριο και έναν φόνο.

Καθισμένος σε ένα μαρμάρινο παγκάκι σε έναν από τους πιο όμορφους κήπους που έχω δει ποτέ στη ζωή μου, κομμάτι της υπέροχης βίλας Cipressi,  που είναι ανοιχτή για επίσκεψη στο κοινό, κρατώ το βιβλίο στα χέρια μου, και κοιτώντας την βλάστηση να αναπηδά μέσα από την ομίχλη, προσπαθώ να συγκεντρωθώ και να διαβάσω μερικές ακόμα σελίδες.

Καθώς οι λέξεις γίνονται εικόνες μπροστά στα μάτια μου, νιώθω να γίνομαι και εγώ κομμάτι της πλοκής, να παρασύρομαι από την ατμόσφαιρα και τις σκηνές της ιστορίας και να γίνομαι ο ίδιος μάρτυρας μιας «συνομωσίας» από αυτές που εύκολα ένας ήρωας μπορεί να συναινέσει προκειμένου να σωθεί από ένα αβέβαιο και απρόβλεπτο μέλλον…

 

«Ένας σαραντάχρονος άντρας πλησιάζει τον αρχισυντάκτη μίας εφημερίδας και του παραδίδει μια χειρόγραφη ιστορία, η οποία  ισχυρίζεται ότι εξιστορεί μια αληθινή εμπειρία που συνέβη χρόνια πριν σε μια μικρή πόλη της επαρχίας. Εκεί,  εργαζόταν ως ανακριτής ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο Καμύτσωφ, ένας άντρας έξυπνος μα παράλληλα και  κυνικός. Εκεί γνωρίζει τον κόμη της περιοχής και μαζί, μεθούν και συμμετέχουν σε γιορτές με πολύ αλκοόλ και ερωτικά όργια. Σε μία τους βόλτα στο δάσος  συναντούν την Όλγα, μια νεαρή κοπέλα την οποία και πολιορκούν ταυτοχρόνως. Η Όλγα παντρεύεται τελικά τον μεσήλικα επιστάτη του κόμη προσπαθώντας  να ξεφύγει από τη μίζερη ζωή της. Μετά τον γάμο, η Όλγα ξεκινά μια σχέση με τον Καμύτσωφ και στη συνέχεια τον εγκαταλείπει, όπως επίσης και τον σύζυγό της, για χάρη του κόμη και φυσικά της περιουσίας του. Η άφιξη όμως της γυναίκας του κόμη, την ύπαρξη της οποίας δεν γνώριζε κανείς, οδηγεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις  και σε έναν φόνο πάθους…»

Χαμένος μέσα στην πλοκή ενός έργου που γράφτηκε από τον Τσέχωφ για βιοποριστικούς λόγους την περίοδο που σπούδαζε Ιατρική, το άκουσμα του ονόματος μου από τους υπόλοιπους της παρέας με ξάφνιασε και με επανέφερε πίσω στην πραγματικότητα η ατμόσφαιρα της οποίας δεν διέφερε και πολύ από αυτήν του βιβλίου.

Καθώς η ώρα που οι κήποι θα έκλειναν πλησίαζε, βρεθήκαμε απρόθυμα να περπατάμε πίσω στην έξοδο και τη μεγάλη επιβλητική πόρτα της βίλας.  Μια επίσκεψη στο εσωτερικό της ήταν απαραίτητη, και κολλημένοι στη κυριολεξία στα μεγάλα ξύλινα παράθυρα που έβλεπαν στη λίμνη, περνούσαμε από το ένα δωμάτιο στο άλλο κάνοντας με να πιστεύω πως ακόμα ήμουν μέσα στις σελίδες του βιβλίου, φιλοξενούμενος ίσως συγγραφέας στο αρχοντικό του κόμη…

 

Λίγο πριν μπούμε στο πλοιάριο της επιστροφής με κατεύθυνση το Bellagio, καθίσαμε αμίλητοι, σαν από σεβασμό μπροστά στην αρμονία που ξεδιπλώνονταν μπροστά μας και  κοιτούσαμε τη λίμνη και τους κύκνους που διακριτικά διέσχιζαν τα ήρεμα νερά της.

Θαρρείς και ο χρόνος είχε σταματήσει, η αυλαία είχε ανοίξει, και εμείς είχαμε γίνει πρωταγωνιστές μια καινούριας ιστορίας με φόντο το ομιχλώδες τοπίο της περιοχής και τις τεράστιες βίλες που σιωπηλά κρατούσαν φυλαγμένα τα δικά τους μυστικά.

Σε κάθε εικόνα, σε κάθε κίνηση, κάθε χρώμα που εντόπιζε η ματιά μου, εγώ έβλεπα μια ερωτική ιστορία, έναν ζωγραφικό πίνακα, ένα ποίημα, ένα πιθανό σενάριο μιας ταινίας αγάπης και μυστηρίου…

 

Καθώς η νύχτα πλησίαζε, το μικρό πλοιάριο μας πήρε στις πλάτες του και διασχίζοντας το ομιχλώδες τοπίο μας πήγε πίσω ξανά στη βάση μας, στο μικρό δωμάτιο του ξενοδοχείου με θέα τα φώτα από τα απέναντι χωριά καθώς αυτά καθρεφτίζονταν δειλά στα σκοτεινά νερά της λίμνης.

Οι τελευταίες ημέρες μας βρήκαν «σκορπισμένους» σε μονοήμερες εκδρομές γεμάτους ενθουσιασμό για βόλτες και περιπέτεια.  Πρώτη στάση το Como. Πολυπληθές, όμορφο, με ωραία εστιατόρια, μεσαιωνικές εκκλησίες,  μαγαζιά για κάθε γούστο και ένα αγαπημένο βιβλιοπωλείο που ανακάλυψα στα υπέροχα δρομάκια του. Εκεί απόλαυσα και ένα από τα πιο ωραία παγωτά των τελευταίων ετών,  σε μία παραδοσιακή galateria, με θέα τα μικρά σκάφη που ήταν αραγμένα κατά μήκος της προκυμαίας. Επόμενη στάση η λίμνη Lugano στα σύνορα με την Ελβετία, μια περιοχή ιδιαιτέρως ακριβή, χωρίς την ομορφιά που περίμενα και είχα διαβάσει πως διαθέτει, ένα μέρος που οι λάτρεις των επώνυμων ειδών θα λάτρευαν καθώς υπήρχαν όλες οι γνωστές μάρκες που κανείς βρίσκει στις μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου. Η τελευταία στάση ήταν στο Menaggio, όμορφο, περισσότερο τουριστικό, μικρό και με πολλές επιλογές για φαγητό, σχεδόν απέναντι από το Bellagio  προσπαθούσε να το συναγωνισθεί σε χάρη μα συνέχιζε να παραμένει τρίτο στον τερματισμό, με την υπέροχη Varenna να είναι κατά την γνώμη μου πρώτη και ίσως  η πιο όμορφη ανακάλυψη του ταξιδιού…

 

Σε πολλά σημεία, τα χωριά της λίμνης μου θύμισαν την ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Ύδρα, το μόνο που άλλαζε ήταν η έκταση, καθώς με ένα αυτοκίνητο στη διάθεση σου μπορείς εύκολα να ανακαλύψεις μικρούς κρυμμένους θησαυρούς που είναι διάσπαρτοι περιμετρικά της ομολογουμένως τεράστιας λίμνης.

Η αλήθεια είναι ότι δεν χόρταινα να περπατώ στα μικρά μονοπάτια του Bellagio ή της αγαπημένης Varenna, πάντα αγκαλιά με τη φωτογραφική μου μηχανή και το βιβλίο μου, καθώς ποτέ δεν ήξερες που μπορεί να ανακαλύψεις την επόμενη όμορφη γωνιά για να ξαποστάσεις, να ρεμβάσεις, να διαβάσεις, να απολαύσεις την ομορφιά της φύσης που σε ετούτο το σημείο φαίνεται να μην κρατάει τίποτα για τον εαυτό της.

 

Καθώς ο ήλιος έδυε και τα νεαρά ζευγάρια κοιτούσαν την πυρωμένη μάζα να χάνεται πάνω από τη λίμνη, καταλάβαινα απολύτως γιατί η περιοχή είναι αιώνες τώρα ένα αγαπημένο σημείο συνάντησης καλλιτεχνών, βασιλέων, αστέρων του κινηματογράφου, αιώνιων ερωτευμένων και οπαδών της ομορφιάς, της ποίησης και της μαγείας…

Εδώ είναι ένα από τα μέρη που θα μπορούσα να μείνω για μήνες,  «τιμωρημένος» να γράφω και να διαβάζω όλη μέρα χωρίς σταματημό.

Εδώ είναι ένα από τα μέρη που «Το έγκλημα» θα ήταν εύκολο να συμβεί, απλά γιατί  αυτή η ομορφιά, αυτή η βλάστηση, αυτά τα νερά, αυτή η μαγεία, αυτά τα αρχοντικά, μοιάζουν να έχουν δικαιωματικά το τέλειο σκηνικό για ιστορίες με φτωχές κοπέλες, πλούσιους γάμους, εξουσία, πάθος, έρωτα, μυστήριο ακόμα και έναν απρόβλεπτο φόνο…

 

Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, μια νοσταλγία πλημυρίζει τη ψυχή μου.

Σηκώνομαι από την καρέκλα μου, πλησιάζω τη βιβλιοθήκη, μυρίζω την άνοιξη έξω από το ανοιχτό παράθυρο και το «ταξίδι» μοιάζει να τελειώνει ακριβώς με την ίδια σκηνή που ξεκίνησε. Με ένα βιβλίο στο χέρι και την ίδια ανάγκη για περιπέτεια και μια όμορφη ιστορία.

Ώρα για το φινάλε λοιπόν, όπως ο Τσέχωφ στο «έγκλημα», έτσι και στην πορεία της ζωής μας, οι πιο απρόβλεπτες σκηνές κρύβονται πάντα στις τελευταίες σελίδες…

 

 «Το Έγκλημα» του Άντον Τσέχωφ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σοκόλη τις οποίες και ευχαριστώ πολύ για την άψογη συνεργασία και την παραχώρηση του βιβλίου.

Χρήστος Δασκαλάκης