Ω Λισαβόνα, σπίτι μου

Ω Λισαβόνα, σπίτι μου

Έχω δηλώσει πολλές φορές την αγάπη μου για τη Λισαβόνα, μα πάντα άφηνα πίσω την αναφορά στον αγαπημένο μου εθνικό ποιητή της, τον μοναδικό Φερνάντο Πεσσόα. Μα αυτήν τη φορά, με νωπές ακόμα τις μνήμες από το τελευταίο μου ταξίδι εκεί, ήταν ο ίδιος ο Πεσσόα που με κατεύθυνε, που με ταξίδεψε, που με έβαλε στο κλίμα της πιο ποιητικής πόλης που έχω γνωρίσει έως τώρα στη ζωή μου.

 

Γι’ αυτό και καθισμένος απόψε στο πάτωμα, πίσω στην Αθήνα, γράφω αυτό το άρθρο συντροφιά με δύο από τα βιβλία που με συντρόφευσαν σε εκείνο το ταξίδι, φέρνοντας μου πίσω χρώματα, αρώματα, στίχους και μουσικές.

Η πρώτη εξόρμηση που έκανα, την επόμενη κιόλας ήμερα της επίσκεψης μου στη Λισαβόνα, ήταν το παραμυθένιο προάστιο Σίντρα (Sintra), μισή μόλις ώρα με το τρένο από το κέντρο της πόλης. Ήξερα από πριν που, και τι ήθελα να κάνω…

 

Αμέσως μόλις κατέβηκα από το τρένο, και αφού πρώτα θαύμασα την υπέροχη θέα της φύσης και των παλατιών, ξεκίνησα προς το δικό μου «μυστικό κήπο».

Μετά από 15 λεπτά περπατήματος, έφθασα στο υπέροχο Quinta da Regaleira, την μοναδική αυτή κατασκευή, την καλοκαιρινή κατοικία της οικογένειας των Carvalho Monteiro. Το μοναδικό αυτό παλάτι με τους μυστικούς διαδρόμους, τους κρυμμένους καταρράκτες, τους μοναδικής ομορφιάς κήπους και το μυστήριο που αποπνέει κάθε τετραγωνικό μέτρο αυτού του μοναδικού χώρου.

 

Περίμενα πως και πως τη στιγμή για να καθίσω στο καφέ του κήπου και θα ξεφυλλίσω το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου «Ένα πολύ πρωτότυπο δείπνο» του αγαπημένου μου συνταξιδιώτη Φερνάντο (εκδόσεις GUTENBERG). Καθώς ξεφύλλιζα τις σελίδες σαν μεθυσμένος, προσπαθούσα ταυτόχρονα να ισορροπήσω τα συναισθήματα γαλήνης του τοπίου με τα συναισθήματα «μυστηρίου» του βιβλίου. Γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο, δεν είναι παρά μια ιστορία τρόμου, θα μπορούσε κανείς να πει, ενός συγγραφέα που είχε πάνω από 100 προσωπεία, πράγμα που του επέτρεπε να μπορεί να γράφει ελεύθερα, αβίαστα και αληθινά. Παρόλα αυτά, ούτε την ταυτότητα του έχανε, ούτε τη μαγεία του, ούτε την αυθεντικότητα του. Για αυτό και ο Πεσσόα είναι, κατά τη γνώμη μου, μια μοναδική κατηγορία ανθρώπου που δύσκολα μπορεί κανείς να συναγωνισθεί. Ένας συγγραφέας που ερωτεύεσαι για το μυαλό, το ταλέντο, την απλότητα,  τη μαγεία να μπορεί να σε αγγίξει χωρίς ποτέ να ήταν ο άμεσος στόχος του.

 

Καθισμένος για περίπου δύο ώρες μέσα στο παραμυθένιο τοπίο των πέτρινων τοίχων, έφτασα γρήγορα στο τέλος της ιστορίας. Και δεν απόρησα για το φινάλε, γιατί ήμουν πάντα οπαδός της «υποκειμενικής» δικαίωσης και τη χρήσης  φαντασίας με τους δικούς μου όρους. Με το βιβλίο στα χέρια, ξεκίνησα να περπατώ ανάμεσα στο παραδεισένιο κήπο και δεν σταμάτησα πριν δω την κάθε του γωνιά, την κάθε του κρυψώνα. Μέχρι που σύντομα τα βήματα μου με έφεραν στην έξοδο και γεμάτος εικόνες και συναισθήματα πήρα το δρόμο του γυρισμού για την πόλη. Εκεί, με περίμενε ένα ακόμα βιβλίο. Και ήξερα πως, αυτό το βιβλίο, θα έδινε τον τίτλο του κειμένου που σύντομα θα έγραφα γυρνώντας πίσω στην Αθήνα.

 

«Ω Λισαβόνα, σπίτι μου». Ένα ξεχωριστό βιβλίο των εκδόσεων GUTENBERG, με συγκεντρωμένα τα ποιήματα του Πεσσόα να υμνούν την αγαπημένη του πόλη, τα μέρη που του άρεσε να συχνάζει,  τις γειτονιές που του άρεσε να περπατά…

Η Λισαβόνα είναι ολόκληρη ένα τραγούδι. Μελαγχολικό σαν τα «φάντος» που ακούς να ξεπηδούν από τις φτωχογειτονιές και από τα μικρά μαγαζάκια της Αλφάμας. Και αν ένα τραγούδι με έχει κάνει να δακρύσω χωρίς καν αρχικά να καταλαβαίνω τι λέει, είναι και αυτό σε στίχους του μοναδικού Πεσσόα.


Όσες εικόνες από τη Λισαβόνα και να φέρω στο μυαλό μου δεν είναι αρκετές. Είναι οι στίχοι του Πεσσόα όμως που μου επιτρέπουν να ονειρευτώ ότι είμαι εκεί ξανά. Ότι αναπνέω αυτόν τον αέρα ελευθερίας, δόξας κι ωριμότητας, αυτή την ομορφιά την τόσο σπάνια, την τόσο ονειρική και μεταξένια.

«Πάλι σε ξαναβλέπω, πόλη των παιδικών μου χρόνων φοβερά χαμένη… Πόλη θλιμμένη και εύθυμη, πάλι ονειρεύτηκα ότι είμαι εδώ…» γράφει ο Πεσσόα και εγώ ανατρέχω σε ένα ποίημα που είχα γράψει πριν χρόνια και που υπάρχει στη συλλογή ποιημάτων «Χιλιόμετρα» (εκδόσεις Στοχαστής), να μου θυμίζει την αγάπη μου για αυτήν την πόλη.

«Μπορείς να πεις πως είναι έρωτας.

Tο κόκκινο της στέγης

το λευκό στον τοίχο

το τραμ που αντίκρισα το βλέμμα σου για πρώτη μου φορά.

Μπορείς να πεις, είναι αγάπη.

Tο χρώμα το μπορντό στο αθάνατο κρασί

η λύπη στη φωνή που τραγουδά

οι στίχοι του Πεσσόα που δακρύζουν.

Μπορείς να πεις θα’ ναι για πάντα.

Tαξίδι στην ψυχή

μια θάλασσα ανοιχτή

πανσέληνος και ο κόσμος στα δρομάκια

σε σένα θα γυρνώ, σε σένα, πάντα…»  

 

Η τελευταία στάση στην πόλη θα ήταν εκεί που δεν είχα πάει ποτέ ξανά στο παρελθόν. Στο σπίτι που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και που τώρα έχει μετατραπεί σε ένα μικρό  μουσείο να φιλοξενεί τα λίγα υπάρχοντά του.

Ξεκίνησα από την γραφική γειτονιά του Μπάιρο Άλτο και άρχισα να ανηφορίζω. Δεν ήθελα να πάρω το τραμ, ήθελα να περπατήσω στους δρόμους που περπάταγε και εκείνος. Να δω τα δρομάκια τα στενά, τους κήπους, τα μπαλκόνια. Δύσκολη η διαδρομή, μα άντεχα. Μετά από 45 λεπτά περπάτημα ήμουν εκεί. Ανάμεσα στα πορτραίτα που δύσκολα καθόταν να του κάνουν, στο δωμάτιο του, στη γραφομηχανή, στο μπαούλο που έκρυβε τα ποιήματα του.

 

Παρόλο που όλα ήτανε λευκά και φρεσκαρισμένα, εγώ ένιωθα ότι ήταν εκεί. Σιωπηλός, μελαγχολικός, υπέροχος. Τον φανταζόμουν στο μικρό του γραφείο να γράφει κάποιες από τις λέξεις του: «…βγαίνω στο παράθυρο και βλέπω το δρόμο με μια απόλυτη καθαρότητα. Βλέπω τα μαγαζιά, βλέπω τα πεζοδρόμια, βλέπω τα αυτοκίνητα που περνούν, βλέπω τα ζωντανά όντα ντυμένα που διασταυρώνονται, βλέπω τα σκυλιά που και αυτά υπάρχουν, κι’ όλα αυτά με βαραίνουν σαν καταδίκη σε κάτεργο, κι’ όλα αυτά είναι ξένα, σαν όλα…»

Όταν δεν έχεις ρίζες, όλα όντως μοιάζουν ξένα.  Όταν δεν έχεις παρελθόν, όταν δεν έχεις κάτι να αγαπάς, κάτι να θαυμάζεις, τότε νιώθεις μισός, απλός παρατηρητής μιας ζωής που σίγουρα δεν ήρθε για να μείνει. Γι’ αυτό και εγώ ζω προσπαθώντας να μην προδώσω όλα εκείνα που έφεραν, και συνεχίζουν να φέρνουν, γαλήνη και ομορφιά μες την ψυχή μου.

Τα βράδια που νιώθω να χάνω τον «δρόμο» μου,  πάω στη βιβλιοθήκη μου και ανοίγω ένα βιβλίο. Γιατί ξέρω πως θα με ταξιδέψει σε «μέρη» που αγαπώ. Τα βράδια που νιώθω ότι χάνω τον εαυτό μου, ανοίγω τον Πεσσόα. Γιατί ξέρω πως θα ταξιδέψω σε μέρη της ψυχής που κινδύνεψα να χάσω. Και αυτή η ζωή είναι πολύ σύντομη για να μην έχεις ένα μέρος να αγαπάς και δυο στίχους να σε αγκαλιάζουν…

Καλή ανάγνωση!

 

Ευχαριστώ πολύ τις εκδόσεις GUTENBERG  (Διδότου 37, Αθήνα, Τηλ. 210 3642003) για την προσφορά των βιβλίων και το υπέροχο  «ταξίδι» που μας προσφέρουν στη ζωή και στο έργο του κορυφαίου Πορτογάλου ποιητή.

Χρήστος Δασκαλάκης