Μολύβι φάμπερ νούμερο δύο

Μολύβι φάμπερ νούμερο δύο

Αρχή καλοκαιριού, και λίγο πριν φύγω και εγώ για το νησί μου, δεν μπόρεσα να αντισταθώ στην πρόσκληση μιας φίλης για ένα Σαββατοκύριακο στο εξοχικό της, στο Δερβένι Κορινθίας, έτσι, για να αποχωρισθούμε επισήμως και να πούμε «καλό καλοκαίρι» κάνοντας το πρώτο μπάνιο της σεζόν.

Μάζεψα τα πράγματά μου, ένα σακίδιο μόνο, ένα μαγιό, μερικά μπλουζάκια, μια πετσέτα θαλάσσης και ένα βιβλίο.

Μπορεί βέβαια το συγκεκριμένο να το είχα διαβάσει πριν από καιρό, μιας και ήταν δώρο της ίδιας φίλης που θα με φιλοξενούσε, μα τέτοια βιβλία δεν αρκεί να τα διαβάσεις μια φορά και θέλεις πάντα να νιώσεις την εμπειρία  του να ζεις την ιστορία τους κοντά σε μια θάλασσα, συντροφιά με ξεγνοιασιά και χρώμα από μια παλιά Ελλάδα.

Άλλωστε, «Το μολύβι φάμπερ νούμερο δύο», δεν είναι απλά ένα βιβλίο που θα ήθελα να είχα γράψει. Είναι ένα βιβλίο που θα ήθελα να είχα ζήσει…

 

Ενενήντα λεπτά ταξίδι μακριά από την Αθήνα, και βρεθήκαμε ξαφνικά σε έναν άλλον κόσμο, πίσω στα χρόνια της απλότητας, της παιδικής αθωότητας, της γιαγιάς και του παππού, καθώς εκείνοι καθόντουσαν στην ανθισμένη τους αυλή και εμείς ακούραστοι δεν θέλαμε να απομακρυνθούμε από το κύμα.

Σαν να ζούσα στιγμές από το βιβλίο, καθίσαμε όλοι μαζί για φαγητό, ντομάτες γεμιστές είχε το μεσημεριανό μενού, και εγώ δεν έλεγα να αποχωριστώ το βιβλίο από κοντά μου.

 

Με θέα τη θάλασσα και έναν  ολοκάθαρο ουρανό από ψηλά να σκεπάζει τη ζωή μας με γαλάζιο, ένιωθα τις αναμνήσεις να γίνονται κύματα και σταθερά να πλησιάζουν την «προβλήτα» της αυλής μας, κάνοντας με να μεθάω από χρώματα και μυρωδιές που για χρόνια είχα ξεχάσει…

Κάτι τα δυο ποτήρια μπύρας, κάτι ο ήλιος που κρυφοκοίταζε  από τις καλαμιές, κάτι το πιάτο μου που γέμισε και άδειασε σε χρόνο ρεκόρ, ένιωσα τα πόδια μου να σέρνονται μέχρι το δωμάτιο και να επιθυμούν να μείνουν ξαπλωμένα πάνω στα χωριάτικα, μοναστηριακά σεντόνια.

Ξαπλωμένος στο μικρό μου κρεβάτι, με θέα από το παράθυρο προς τη θάλασσα, δεν ήξερα αν είχα έρθει σε χωριό ή διακοπές σε ένα νησί Ιούλη μήνα.

 

Θυμάμαι ήμουνα παιδί τότε που ντάλα μεσημέρι ξάπλωνα και διάβαζα τα αγαπημένα μου κόμιξ, μα τώρα η χαρά ήταν σχεδόν τριπλή. Και ενήλικας ήμουν και μεσημέρι θα ξάπλωνα και δίπλα στο σεντόνι είχα το αγαπημένο μου βιβλίο, εκείνο που θα με ταξίδευε στις ομορφιές της Σάμου και μιας Ελλάδας που μεγάλωνε τον Γκάτσο, τη Μελίνα ή τον Ελύτη…

Χαμένος ανάμεσα στις λέξεις, ήταν στιγμές που δεν καταλάβαινα αν ήμουνα κομπάρσος της αφήγησης ή ένας ονειροπόλος στο παρόν. Τόσο μεγάλη ήταν η δίψα μου να φτάσω την ανάγνωση ως το τέλος…

Χτύπησε η πόρτα μου όμως, και όνειρο ή μη, έπρεπε να βγω και να φορέσω το μαγιό μου.

Το πρώτο μπάνιο θα έπρεπε σε λίγο να συμβεί…

Μαζέψαμε τις ψάθες μας, τα αντηλιακά, λίγα μούσμουλα από το περιβόλι της γειτόνισσας, άρπαξα τελευταίο το βιβλίο από το σεντόνι και αναχωρήσαμε.

Σε 120 δευτερόλεπτα ήμασταν μπροστά στη θάλασσα. Τόση ήταν η απόσταση από το σπίτι…

Κρύο το νερό, μα τι με νοιάζει. Εγώ ήμουν χαρούμενος, και όταν ο άνθρωπος είναι στη χαρά, τέτοια εμπόδια στο δρόμο δεν υπάρχουν.

Βούτηξα με τη μια, βγήκε τεράστια η φωνή και έσβησε στο κύμα, βγήκα και εγώ αμέσως έξω και άφησα τον ήλιο που ετοιμαζόταν να δύσει να ζεστάνει το κορμί μου.

 

Κάτι τέτοιες στιγμές δεν τις χαλάς.

Κάθεσαι απλά και τις κοιτάς, αφήνεις το βλέμμα σου να φύγει στο γαλάζιο, θυμάσαι, νοσταλγείς, μυρίζεις και νιώθεις τυχερός που είσαι εδώ και ζεις...

Ο κάθε ένας από εμάς έχει μια όμορφη ιστορία. Και αν ζήλεψα αυτήν εδώ από ετούτο το βιβλίο, δεν πειράζει. Ίσως μπορέσουμε και εμείς να έχουμε μετά από χρόνια μια όμορφη ιστορία να σου πούμε…  Ίσως για κάποιο χωριό και την ομορφιά του, ίσως για μια θάλασσα και το νερό της, ίσως για έναν ουρανό και τα αστέρια του, ίσως για ένα αγόρι και τις εμπειρίες του, ίσως πάλι για ένα βιβλίο, τις ομορφιές του, τις γνώσεις και την μαγεία που μας πρόσφερε.

Ίσως…

 Και αν μέχρι τότε δεν υπάρχουν πια μολύβια και μεγάλοι ποιητές, σίγουρα θα υπάρχει στην καρδιά μας και τη μνήμη, μια σπουδαία γυναίκα στο εξώφυλλο και ένας αξέχαστος τίτλος για να μας κρατάει συντροφιά…

Καλό καλοκαίρι.

 

Ευχαριστώ τις εκδόσεις Μεταίχμιο για την παραχώρηση του βιβλίου «Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο», τη φίλη μου Μαρία Λαλιώτη για την φιλοξενία και την Άλκη Ζέη που μέσα από το μοναδικό αυτό βιβλίο με έκανε να θυμηθώ τι σημαίνει να είσαι σπουδαίος άνθρωπος και σπουδαίος συγγραφέας.

 

 

Χρήστος Δασκαλάκης