Λογική και Ευαισθησία

Λογική και Ευαισθησία

Πόσες φορές δεν χρειάστηκε στη ζωή μας να αποφασίσουμε μεταξύ λογικής και ευαισθησίας, μεταξύ του θέλω και του πρέπει, μεταξύ της καρδιάς και του μυαλού, μεταξύ του έρωτα και του συμφέροντος;

Ολόκληρη η ζωή μας ήταν και είναι γεμάτη από διλλήματα που για τους ορθολογιστές μοιάζουν εύκολα και ξεκάθαρα, ενώ για τους αισθηματίες μοιάζουν επώδυνα και μπερδεμένα.

Δύο αιώνες πίσω η Τζέιν Όστεν είχε το θάρρος να γράψει ένα μυθιστόρημα για τις επιλογές των γυναικών σε μία κοινωνία άκαμπτη, όπου η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτιόνταν από την επιλογή του συζύγου, από έναν καλό ή έναν κακό γάμο.

Και με αυτό το βιβλίο συντροφιά, το «Λογική και ευαισθησία» στην καινούρια έκδοση από τις εκδόσεις Μίνωας,  βρέθηκα σε ένα μέρος που από την πρώτη στιγμή που το επισκέφτηκα, δύο χρόνια πριν, μου θύμισε μια εποχή διαφορετική, μια καθημερινότητα σχεδόν «ποιητική», μια αίσθηση μοναδική όπου η απλότητα και η ποιότητα μπορούσαν να συνυπάρξουν ουσιαστικά και αρμονικά.

Καθισμένος στον χώρο υποδοχής του αρχοντικού της οικογένειας Κοτομμάτη, που πλέον λειτουργεί ως Boutique ξενοδοχείο, ένιωθα πως εδώ μπορώ να ζήσω εντελώς ρεαλιστικά πολλές από τις σκηνές που η συγγραφέας περιγράφει στις σελίδες της.

 

 Με το βιβλίο  δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1811 και με τον συγκεκριμένο ξενώνα κτισμένο το 1810, με σκοπό να δοθεί ως προίκα σε μία από τις κόρες του Λάζαρου Κουντουριώτη, η ιστορία μοιάζει να «παντρεύεται» τέλεια και να μας δείχνει ότι το θέμα του καλού γάμου δεν ήταν μόνο μια έγνοια της «καλής» αγγλικής κοινωνίας, αλλά και των Ελληνικών μεγάλων οικογενειών του νησιού.

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές  έχω ζηλέψει τη ζωή στην Αγγλική εξοχή του 1800, τότε που οι ποιητές είχαν ένα σημαντικό ρόλο στην κοινωνία και τα έργα τους μπορούσαν να επηρεάσουν έντονα το ψυχισμό των αναγνωστών που διψούσαν για  την τέχνη και τους δημιουργούς τους.  Η ευγένεια, οι τίτλοι, οι μεγάλες εκτάσεις γης, τα πλούσια φορέματα, τα απογεύματα με τσάι, το διακριτικό κουτσομπολιό, το θέατρο, το κυνήγι, το σχεδόν μόνιμο συννεφιασμένο τοπίο, ξυπνάει μέσα μου εικόνες, συναισθήματα και στίχους που τίποτα άλλο δεν μπορεί να μου τα προκαλέσει.

 

Φιλοξενούμενος όμως για λίγο στο παλιό ετούτο αρχοντικό και «περιπλανώμενος» στα υπέροχα δωμάτια, στην παλιά κουζίνα, στην κεντρική τραπεζαρία και στις μικρές γωνιές του κήπου, νιώθω πως εδώ μπορώ για λίγο να ζω το όνειρο μου, να ταξιδεύω σε έναν κόσμο τόσο μακρινό και ταυτόχρονα τόσο γοητευτικό και οικείο, σε μια πραγματικότητα που μου επιτρέπει να ονειρεύομαι τα πράγματα έτσι όπως νιώθω ότι θα έπρεπε να είναι. Μυστηριώδη, μεγαλοπρεπή, ποιητικά με φινέτσα και ευγένεια.

 

Με το μυαλό μου να ταξιδεύει ανάμεσα στις εικόνες που οι σελίδες μου προσφέρουν, ενώ ταυτόχρονα έρχονται στο μυαλό μου σκηνές από την ομότιτλη ταινία του 1995 με τους Έμα Τόμσον, Κέιτ Γουίνσλετ και Χιού Γκράντ, νιώθω προφυλαγμένος σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να με πειράξει, δεν μπορεί να με κρίνει, δεν μπορεί να με απειλήσει απλά γιατί  πλέον δεν υπάρχει και δυστυχώς δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά. Και ίσως και αυτή να είναι η μαγεία αυτού του βιβλίου, όπως και όλων της Τζέιν Όστεν, πως καταφέρνει μέσα από τις περιγραφές της  να μας μεταφέρει σε μία εποχή, σε μια ατμόσφαιρα, που παρόλο δεν μας είναι γνώριμη, είναι τόσο δυνατή που μπορεί να μας κάνει να τη ζηλέψουμε, να την ερωτευτούμε, ακόμα και να τη νοσταλγήσουμε… 

 

Ήταν πριν έναν περίπου μήνα όταν συνάντησα την Έμα Τόμσον στις διακοπές της στο νησί και αμέσως η Λογική και Ευαισθησία ήταν από τις πρώτες ταινίες που ήρθαν  στο μυαλό μου καθώς κοιτούσα το αγέραστο και γοητευτικό πρόσωπο της. Και αυτήν εδώ  τη στιγμή, μπορώ εύκολα να την φανταστώ ως την συνετή και συγκρατημένη Έλινορ να περιφέρεται ανάμεσα στους χώρους του ξενοδοχείου, στα λουλούδια του κήπου, τις παλιές κασέλες του κάτω ορόφου ή στους πέτρινους καναπέδες των υπνοδωματίων.

 

Καθώς τα όμορφα και τελευταία βράδια του καλοκαιριού αφήνουν την πιο όμορφη αίσθηση μιας ημέρας που τελειώνει, οι κουβέντες με τους φίλους μου Γιάννη και Ηλιάννα  που εργάζονται στην υποδοχή, μεταφέρονται από το όμορφο εσωτερικό του ξενώνα στην ρομαντικά φωτισμένη αυλή του ξενώνα και πραγματικά το σκηνικό είναι παραπάνω από ποιητικό.

Κρατώντας στα χέρια μου ένα από τα κορυφαία μυθιστορήματα της αγγλικής λογοτεχνίας, εδώ στο μικρό  νησί της Ύδρας, τόσα χρόνια και τόσες ζωές μακριά από το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου, νιώθω ότι η κάθε εποχή είχε τις δικές της ανησυχίες, τις δικές τις προκλήσεις, τις δικές της ιδιαιτερότητες.

Η ανασφάλεια για το αύριο, για ένα εξασφαλισμένο μέλλον, για μία άνετη ζωή, η ανάγκη για αγάπη, για λίγο ρομαντισμό, για λίγες σπίθες έρωτα, ήταν και θα συνεχίσουν να είναι μερικά από τα διαχρονικά ζητούμενα της σύγχρονης πλέον ζωής μας.

 

Η Λογική και Ευαισθησία δεν μπορούν πάντα να συνυπάρξουν, μπορούν όμως να υπερισχύσουν, μία το ένα και μία το άλλο, για να μπορέσουμε να βρούμε την ισορροπία που όλοι τελικά αναζητούμε στην πολλές φορές ταραγμένη  ζωή μας. 

Και πάνω από όλα, η πίστη στις αρχές μας, στα θέλω μας, στα ιδανικά μας, στα μικρά ή μεγάλα όνειρα μας, σε συνδυασμό με τους έμπιστους φίλους και μία σωστά δομημένη οικογένεια, είναι αρκετά για να μας βάλουν και να μας κρατήσουν στο «παιχνίδι» της ευτυχίας.

Βράδυ Σαββάτου στο νησί, εδώ, στους χώρους αυτού του αρχοντικού, συντροφιά με τους δικούς μου φίλους και αυτό το τόσο σπουδαίο και αγαπημένο βιβλίο, σκέφτομαι πως,  έστω και σαν επισκέπτης,  μπορώ με τη σειρά μου να ζω το δικό μου όνειρο, τη δική μου εποχή, τη δική μου «προστατευμένη» ζωή και μαζί, να συνεχίζω να χαλιναγωγώ την ατίθαση μου λογική και τη σχεδόν εφηβική μου ευαισθησία.

Καλό βράδυ.

 

Ευχαριστώ τους ιδιοκτήτες του αρχοντικού Κοτομμάτη για την διάθεση του χώρου, τις εκδόσεις Μίνωας για την συνεργασία και τους φίλους μου Γιάννη και Ηλιάννα για την βοήθεια, το χαμόγελο και τη φιλοξενία τους.

Χρήστος Δασκαλάκης