Συνέντευξη με την Εβρίτικη Ζυγιά

Συνέντευξη με την Εβρίτικη Ζυγιά

Λίγο πριν την πολυαναμενόμενη εμφάνισή τους στο six d.o.g.s, ρώτησα την Εβρίτικη Ζυγιά μερικά πράγματα. Αφορμώμενοι, λοιπόν, από κάποια βασικά ψήγματα σχετικά με την εξέλιξή τους, μπήκαμε σε έναν διάλογο ο οποίος ξεκίνησε μεν από κάτι απλό αλλά κατέληξε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εμβάθυνση που αφορά στο εθνογραφικό τους υπόβαθρο καθώς και στην πειραματική τους διεύρυνση που αναμφίβολλα κερδίζει έδαφος στα πλάνα τους. 

Χάριν εισαγωγής, πότε και πού ξεκινήσατε το ταξίδι σας στη μουσική; 

Όσα χρόνια θυμόμαστε τον εαυτό μας τόσα χρόνια μάλλον παίζουμε μουσική. Κάποιοι από μας ξεκίνησαν μέσα από τη ίδια τους την οικογένεια να μαθαίνουν μουσική, έχοντας ως πρότυπο κάποιον συγγενή τους, ενώ οι υπόλοιποι ήρθαν σε επαφή από μικρά παιδιά μέσω της συμμετοχής σε πολιτιστικούς συλλόγους παραδοσιακών χορών. Ούτως ή άλλως, στη Βόρεια Ελλάδα η παραδοσιακή μουσική είναι διάχυτη παντού και οι άνθρωποι την έχουν ψηλά στην υπόληψή τους και δε θέλει πολύ για να γοητευτεί κανείς από την ομορφιά της.

Με ποια μουσικά όργανα αρχίσατε να ασχολείστε και πως εξελίχθηκε αυτό το δέσιμο με την Θρακική παράδοση; 

Είχαμε την τύχη να γεννηθούμε και να μεγαλώσουμε σε περιοχές της επαρχίας, τη Θράκη και τη Μακεδονία, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το λαϊκό πολιτισμό τους. Η παραδοσιακή μουσική σε αυτές τις περιοχές αποτελεί ζωντανό οργανισμό που υφίσταται και εξελίσσεται δυναμικά  εντός του πλαισίου  της σύγχρονης κοινωνίας, παίζοντας μάλιστα ρυθμιστικό ρόλο σε πολλές πτυχές της. Στην καθημερινή πράξη, η μουσική, τα όργανα και τα τραγούδια αποτελούν  στοιχεία απόλυτα συνυφασμένα με τον κύκλο της ζωής των ανθρώπων κάθε ηλικίας και δε νοείται να λείπουν ούτε από τις χαρές τους ούτε από τις λύπες. Αναπόφευκτα, ήρθαμε σε επαφή από πολύ νωρίς με τα όργανα που παίζουμε, μεγαλώσαμε με τα ακούσματα και τις εικόνες αυθεντικών εθίμων αλλά και αξιόλογων παραδοσιακών οργανοπαιχτών που έγιναν και δάσκαλοί μας και κάπως έτσι ρίζωσε το «μικρόβιο» μέσα μας…

Πότε και πως συστάθηκε η Εβρίτικη Ζυγιά; 

Το θρακιώτικο μουσικό τέμπλο είναι πλούσιο σε μελωδίες, ρυθμούς, τραγούδια, ιστορίες και ιδιαίτερα ηχοχρώματα ανά περιοχές. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των παραμέτρων, είναι τα μουσικά όργανα , η γκάιντα, η λύρα, το καβάλι και το νταούλι, όργανα που για χιλιάδες χρόνια αποτελούσαν και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της έννοιας «Θράκη» και έχουν ταυτιστεί με τον όρο «θρακιώτικη μουσική». Η δυναμική που εκπέμπουν αυτά τα όργανα όταν παίζουν μαζί, ο τρόπος με τον οποίο δένουν ηχητικά και συχνοτικά, η υποβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργούν τα ισοκρατήματα της γκάιντας και της λύρας  αλλά και τα έντονα  συναισθήματα που μπορεί να προκαλέσει η  ένταση του ρυθμού είναι τα στοιχεία που μας συγκινούν περισσότερο, μας μάγεψαν και γέννησαν το 2007 την επιθυμία για τη δημιουργία της «Ζυγιάς». Κι αν κρίνουμε από το γεγονός ότι τα ίδια στοιχεία αποτέλεσαν την αιτία να καθιερωθούν αυτά τα όργανα από τον ίδιο τον κόσμο ως βασικοί πρωταγωνιστές των περισσότερων θρακικών εθίμων ιστορικά, τότε γίνεται εμφανές ότι δεν έχουν μαγέψει μόνο εμάς.

Πώς έγινε η σύζευξη με τους υπόλοιπους; 

Ως μουσικοί που συμμετείχαμε σε παραστάσεις της ίδιας περιοχής  γνωριζόμασταν μεταξύ μας, ήξερε ο ένας την πορεία του άλλου και τύχαινε αρκετά συχνά να συνυπάρχουμε. Είναι γεγονός ότι είχαμε αρκετά κοινά μεταξύ μας κάτι που διαπιστώσαμε από την πρώτη στιγμή. Σημείο αναφοράς για τη διαμόρφωση του μουσικού μας ύφους αποτελούσε το αυθεντικό ηχόχρωμα της θρακιώτικης μουσικής, έτσι όπως προκύπτει από τους αυτοσχεδιασμούς και τις τεχνικές των παραδοσιακών οργανοπαιχτών της περιοχής που είχαμε καταγράψει και ηχογραφήσει μέσα από προσωπικές έρευνες. Πάνω σε αυτά δομήσαμε τις ιδιαίτερες τεχνικές μας κάτι που αντικατοπτριζόταν και στο παίξιμο φυσικά. Με κοινή συνισταμένη  όσα περιγράψαμε, ήταν μαγικό το πόσο πολύ έδενε εξ αρχής το παίξιμό μας, σαν να παίζαμε χρόνια μαζί. Και κάπως έτσι αποφασίσαμε πριν περίπου 10 χρόνια ότι δεν μας ικανοποιεί τίποτα περισσότερο από το να δημιουργήσουμε μία μπάντα που θα βασίζεται στις παραπάνω μουσικές αξίες και θα εκφράζει  το αυθεντικό μουσικό ιδίωμα της  Θράκης.

Πείτε μου μερικά πράγματα όσον αφορά στη δισκογραφική πορεία της μπάντας.

Τον Μάρτιο του 2013 εκδόθηκε η πρώτη επίσημη δισκογραφική δουλειά της Εβρίτικης Ζυγιάς,  η οποία περιλαμβάνει 14 ανέκδοτα τραγούδια από το χωριό Χιονάδες του Βορείου Έβρου. Τρία χρόνια αργότερα, το Μάρτιο του 2016 εκδόθηκε το δεύτερο άλμπουμ με 15 επίσης ανέκδοτα από την περιοχή της Μακράς Γέφυρας της Ανατολικής Θράκης. Και στις δύο δισκογραφικές δουλειές αναλάβαμε τη μουσική επιμέλεια, ενώ η έρευνα και καταγραφή του πρωτογενούς υλικού από τους ντόπιους κατοίκους έγινε από τον ερευνητή και χοροδιδάσκαλο Απόστολο Πολυσάκη. Πρόκειται, ουσιαστικά, για τραγούδια που πρώτη φορά ηχογραφήθηκαν  και ενορχηστρώθηκαν και συνεπώς διασώθηκαν από την εξαφάνιση μαζί με άλλα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία αναφορικά με την καταγωγή των τραγουδιών, γεγονός που προσδίδει μια ιδιαίτερη κοινωνικοπολιτιστική βαρύτητα στα δύο άλμπουμ. Η τρίτη δουλειά μας ήδη ετοιμάζεται στο στούντιο, χωρίς ωστόσο να μπορούμε να προσδιορίσουμε χρονικά την κυκλοφορία της.

Έχετε παίξει σε πολυάριθμα φεστιβάλ, παραδοσιακές συναντήσεις καθώς και σε αρκετές συναυλίες στο εξωτερικό. Ποια ή ποιες από αυτές τις εμφανίσεις έχουν χαραχτεί περισσότερο στη μνήμη σας και γιατί; 

Όσο κλισέ κι αν ακούγεται, πράγματι είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς συγκεκριμένες στιγμές. Το κοινό του εξωτερικού μας έχει δείξει αρκετές φορές με τον πιο όμορφο τρόπο ότι η μουσική μας τους ξεσηκώνει, τους συναρπάζει και συγκεκριμένα στους ομογενείς τους λείπει, τους ενώνει και κυρίως τους ξυπνά μνήμες από τα παλιά. Δυνατές εικόνες που δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο. Από την άλλη, το κοινό στην ευρύτερη περιοχή μας είναι μυημένο στον τρόπο γλεντιού, γνωρίζουν τα τραγούδια  και τα όργανά μας και δε θέλουν πολύ για να κάνουν ένα γλέντι να "πάρει φωτιά". Αν μπορούσαμε ενδεικτικά να ξεχωρίσουμε κάποιες δυνατές εμπειρίες, θα διακρίναμε τη συναυλία μας στην Κάτω Ιταλία στις ελληνόφωνες περιοχές της Καλαβρίας τον Αύγουστο του 2013,  τη συναυλία στο Φεστιβάλ Άρδα 2015, όπως και την περσινή συναυλία στο Six Dogs, λόγω της μαγικής ατμόσφαιρας που δημιουργήθηκε από την ολόθερμη υποδοχή του κόσμου.

Με ποιους μουσικούς θα θέλατε να συνεργαστείτε στο μέλλον; 

Έχουμε την χαρά να συνεργαζόμαστε συχνά με αξιόλογους καλλιτέχνες και αξιόλογες καλλιτέχνιδες της παραδοσιακής μουσικής σκηνής. Αυτό που ίσως μας λείπει είναι η συνύπαρξη με μουσικούς που «κατάγονται» από άλλα μουσικά είδη. Χωρίς να είμαστε σε θέση να αναφέρουμε συγκεκριμένα ονόματα, πιστεύουμε ότι μια τέτοια προσέγγιση ή επαφή ίσως λειτουργούσε ως ανατροφοδότηση στις ιδέες μας αναφορικά με τις νέες συνθέσεις μας ή στον τρόπο που ενορχηστρώνουμε τα τραγούδια.

Πώς ανταποκρίνεται το αθηναϊκό κοινό σε μια παράδοση όχι ακριβώς ξένη μα όχι και τόσο γνώριμη σε αυτό; 

Πολύ ουσιαστική ερώτηση και χαιρόμαστε που πέφτει στο τραπέζι. Αρχικά, πιστεύουμε πως η μουσική μας και ο τρόπος που την εκφράζουμε συγκεντρώνει όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που χρειάζεται οποιοδήποτε κοινό, ανεξαρτήτως καταγωγής για να ενδιαφερθεί, να γοητευτεί, να την ψάξει και να διασκεδάσει με αυτή. Στην Αθήνα, ειδικότερα,  υπάρχουν άνθρωποι με ανοιχτούς ορίζοντες, πολυεπίπεδη αντίληψη της μουσικής που έχουν έρθει σε επαφή με πολλές μπάντες από πολλά μουσικά είδη. Αυτό που διαπιστώνουμε κάθε φορά είναι ότι ο κόσμος βιώνει τον έντονο ψυχισμό και την έξαρση που εκφράζουν αυτά τα όργανα όταν παίζουν μαζί, αντιλαμβάνεται την ουσία των ενορχηστρώσεων μας, εκδηλώνεται με ενθουσιώδη τρόπο, δίνοντας διπλάσια χαρά και ικανοποίηση σε εμάς που εισπράττουμε  αυτή την αναγνώριση. Όταν μάλιστα ο κόσμος αυτός αναμιγνύεται με τους φίλους Θρακιώτες που ζουν στην Αθήνα και έρχονται στα live μας, τραγουδούν και χορεύουν τα τραγούδια μας, δημιουργείται μια υπέροχη ξεσηκωτική αίσθηση που πραγματικά δεν περιγράφεται με λόγια και μας συναρπάζει κάθε φορά.

Ποιες είναι οι βλέψεις σας για το μέλλον, έχετε κάποιον δίσκο στα σκαριά

Σχέδια υπάρχουν πολλά για το μέλλον, αλλά ο χρόνος πάντα είναι λιγοστός. Πέρα από τις προγραμματισμένες εμφανίσεις μέχρι και τα τέλη του καλοκαιριού του 2018, η κυκλοφορία του τρίτου δίσκου που εδώ και κάποιους μήνες ήδη ηχογραφούμε και ανυπομονούμε να ολοκληρώσουμε αποτελεί καθοριστικό στόχο για το άμεσο μέλλον. Παράλληλα, έχουμε εστιάσει στις συνθέσεις και ενορχηστρώσεις του project που θα παρουσιαστεί στο Six d.o.g.s. και προωθείται και σε άλλα μέρη. Είναι φανερό πως η προοπτική αυτού του project μας ενθουσιάζει και μας δίνει μεγάλη ελευθερία έκφρασης, συνεπώς στοχεύουμε να το εξελίσσουμε και να το ανανεώνουμε συνεχώς!

Περισσότερα για το event εδώ.