Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη της παράστασης «Σιλωάμ», Γιώργο Γιανναράκο

Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη της παράστασης «Σιλωάμ»,  Γιώργο Γιανναράκο

Ο Γιώργος Γιανναράκος σκηνοθετεί την παράσταση «Σιλωάμ» στο θέατρο Τζένη Καρέζη. Η δραματική πραγματικότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, όπως την αποτύπωσε στα έργα του ο Ι. Καμπανέλλης, οι ερμηνείες των ηθοποιών που πρωταγωνιστούν, αλλά και η σκηνοθετική ματιά του Γιώργου Γιανναράκου, μεταφέρουν στον θεατή τις ζοφερές στιγμές που βίωσαν χιλιάδες άνθρωποι. Απολαύστε την συνέντευξη που μας έδωσε ο σκηνοθέτης και βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

 

Δύο άπαιχτα έργα του Ι. Καμπανέλλη ανεβαίνουν μαζί στην σκηνή του θεάτρου «Τζένη Καρέζη». Πέρα από το σαφώς κοινό θεματικό περιεχόμενο, γιατί επιλέξατε να παιχτούν διαδοχικά  τα κείμενα αυτά και να αποτελέσουν μία κοινή παράσταση; Τι θεωρείτε πως προκύπτει  όταν αυτά τα δύο έργα παίζονται μαζί, που δεν θα προέκυπτε αν παίζονταν ξεχωριστά;

Θεωρώ ότι προκύπτει μια σαφώς πιο ολοκληρωμένη παράσταση. Πρόκειται για δυο έργα με διαφορετικό ύφος γραφής, που και σκηνοθετικά αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο. Κοινό θεματικά είναι το στοιχείο του εγκλεισμού και η αντιμετώπιση της απώλειας σε συνθήκες εγκλεισμού.  Και τα δυο έργα αντιμετωπίζουν το θέμα της κρίσης των αξιών. Πιστεύω, ότι και το καθένα ξεχωριστά θα μπορούσε να αποτελέσει παράσταση μόνο του. Ωστόσο, το δίπτυχο λειτουργεί πιο δραστικά.

 

Και τα δύο έργα είναι αυτοβιογραφικά κείμενα που βασίζονται στις μνήμες του Ι. Καμπανέλλη από τον εγκλεισμό του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πώς εργαστήκατε με τους ηθοποιούς σας όσον αφορά το κομμάτι του βιώματος του εγκλεισμού σε ένα στρατόπεδο; Δεδομένου ότι οι ηθοποιοί δεν κουβαλούν την προσωπική μνήμη μιας τέτοιας κατάστασης, πόσο εύκολο είναι να συσχετιστούν με τους ήρωες;

Ούτε κι εγώ κουβαλάω τέτοια βιώματα. Ούτε και το κοινό στη συντριπτική του πλειοψηφία. Επιπλέον, δε θεωρώ απαραίτητη τη «βίωση» του ρόλου για να υπάρξει σκηνικό αποτέλεσμα. Τουλάχιστον, όχι σε όλα τα έργα. Με τους ηθοποιούς δουλέψαμε πολύ πάνω στις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των ηρώων, στην προσωπικότητα του κάθε ήρωα ξεχωριστά. Συνεργάστηκα με έξυπνους και καλούς ηθοποιούς. Οπότε, ήταν εφικτό να αναχθεί μία μείζων εμπειρία που παρουσιάζεται στα δυο έργα με μία ήσσονα, βιωμένη από τους ίδιους. Από κει και πέρα, η ανάπλαση των σχέσεων μεταξύ των ηρώων, οδηγεί στη συνθήκη του εγκλεισμού, υπό την οπoία λειτουργούν.

 

Στο σημείωμά σας στο πρόγραμμα της παράστασης, γράφετε μεταξύ άλλων πως τα κείμενα αυτά μπορούν να λειτουργήσουν στο παρόν κυρίως λόγω της αλήθειας τους. Αρκεί αυτή η αλήθεια για να προστεθεί ακόμη μία παραγωγή στον ήδη μεγάλο όγκο έργων που αφορούν τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο;  

Αυτή είναι μια αναζήτηση υπαρξιακής φύσεως, που θα μπορούσε να τεθεί για όλες τις παραστάσεις, για όλα τα καλλιτεχνικά έργα. Προφανώς, κάθε καλλιτέχνης θεωρεί ότι το έργο του αφορά το κοινό και υπάρχει χώρος γι’ αυτό, αλλιώς δεν θα το υλοποιούσε. Κάθε έργο γράφεται σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Αν την εκφράζει αληθινά και σε βάθος, τότε μπορεί να είναι επίκαιρο και σε πολλές άλλες εποχές. Θεωρώ ότι αυτό συμβαίνει με τα έργα του Καμπανέλλη. Η αλήθεια τους σε μια παράσταση πρέπει βέβαια να συνδυάζεται και με άλλα πράγματα, αλλιώς δεν έχουμε παράσταση. Πάντως, για το «Σιλωάμ» κρατάω τις αντιδράσεις του κοινού. Οι περισσότερες συνοψίζονται σε μια κουβέντα που μου είπε μια κυρία φεύγοντας: «Μετά από πολύ καιρό είδα μια παράσταση που με άγγιξε».

 

Τι είναι αυτό που κέντρισε εσάς προσωπικά στο έργο του Ι. Καμπανέλλη;

Μετά την πρώτη συγκίνηση όταν διάβασα τα κείμενα αυτά, άρχισαν να γεννιούνται στο μυαλό μου εικόνες, ήχοι, ατμόσφαιρες. Ήθελα να τα δω να υλοποιούνται σκηνικά. Είναι έργα ενδιαφέροντα, ζωντανά, έργα που απαιτούν πολύ καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς. Και όλοι μας στο θέατρο, καλλιτέχνες και κοινό, αυτό κυρίως ψάχνουμε.

 

Ποιες είναι οι σκέψεις σας σχετικά με όλη αυτή τη θεατρική δραστηριότητα που παρατηρείται στην Αθήνα;

Κάθε ακραία περίοδος, όπως η περίοδος της κρίσης που διανύουμε, οδηγεί σε έξαρση την καλλιτεχνική έκφραση. Βέβαια, στην Αθήνα μιλάμε για υπερβολή και για ένα φαινόμενο που προηγείται της κρίσης. Γίνονται πολύ καλές παραστάσεις, για τις οποίες δεν προλαβαίνουμε να ακούσουμε τίποτε. Στην εποχή της πληροφορίας, η ενημέρωση για το θέατρο δεν λειτουργεί. Η καλύτερη διαφήμιση στο θέατρο είναι το «από στόμα σε στόμα». Οι παραστάσεις δεν προλαβαίνουν να ακουστούν, γιατί κατεβαίνουν πριν διαδοθεί η άποψη του κοινού τους. Αυτό συμβαίνει κυρίως για οικονομικούς λόγους.

Παρά τις πολλές παραστάσεις, που ανάμεσά τους πολλές είναι και καλές, ελάχιστες είναι οι παραστάσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημείο αναφοράς. Οι στέρεες παραστάσεις που οι νεώτεροι δημιουργοί θα θελήσουν να αναιρέσουν. Λείπουν επίσης οι μεγάλες παραστάσεις μεγάλων έργων, τα οποία είναι συνήθως πολυπρόσωπα. Οι θεατρικές παραγωγές περιλαμβάνουν κατά κανόνα έναν, δύο, το πολύ τρεις ηθοποιούς.

Οι όροι παραγωγής είναι ίδιοι για τις μεγάλες εμπορικές παραγωγές στα μεγάλα εμπορικά θέατρα και για τις μικρές στα πιο μικρά, κάποτε περιφερειακά θέατρα.

Αυτές είναι μερικές σκόρπιες σκέψεις μου, που όλες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η θεατρική πραγματικότητα στην Αθήνα δεν είναι σε ισορροπία. Πρέπει κάπου να ισορροπήσει. Για την ώρα μέτρο δεν υπάρχει, ούτε καν ως στόχος. Πρέπει πρώτα να τεθεί κεντρικά ο στόχος και μετά θα δούμε πού θα πάει το πράγμα. Όσο αφήνονται όλα στην τύχη τους, το αποτέλεσμα θα είναι χάος.

Πάντως, ούτως ή άλλως, είναι πολύ καλό το ότι υπάρχουν πολλές παραστάσεις και –επιμένω– ανάμεσά τους πολλές καλές παραστάσεις. Την ώρα που η κατάθλιψη τείνει να γίνει ενδημική ασθένεια στην Ελλάδα, δεν υπάρχει καλύτερο αντίδοτο από το καλό θέατρο.