Οι συντελεστές της παράστασης Persona απαντούν στο deBόp!

Οι συντελεστές της παράστασης Persona απαντούν στο deBόp!

Ο Δημήτρης Αγαρτζίδης, η Δέσποινα Αναστάσογλου, η Βίκυ Κατσίκα και η Δέσποινα Κούρτη απάντησαν στις ερωτήσεις που θέσαμε για την καταπληκτική παράσταση που ανεβάζουν φέτος στο θέατρο του Νέου Κόσμου. Μια δουλειά που μας εντυπωσίασε από τα πρώτα δευτερόλεπτα που την παρακολουθούσαμε και τη συστήνουμε ανεπιφύλακτα σε όλους εσάς. Η Persona λοιπόν! 


Πως αποφασίζετε να μεταφέρετε στη σκηνή ένα τόσο γνωστό και καλά εντυπωμένο κινηματογραφικό έργο και γιατί σας ιντριγκάρει αυτός ο πειραματισμός; 

Δημ. Α.: Αυτή τη φορά ήταν σαν το ίδιο το εργο να ήρθε να μας συναντήσει κι όχι εμείς αυτό. Εννοώ ότι μια καλή φίλη μας μας το πρότεινε. Εγω είχα δει την ταινία χρόνια πριν, μόλις είχα τελειώσει το σχολείο και είχα συγκλονιστεί. Ήθελα λοιπόν να επιβεβαιώσω την εντύπωση μου εκείνη, ότι δεν ήταν ένας μετεφηβικός ενθουσιασμός. Πραγματικά η ταινία μίλησε με πολυ διαφορετικό τροπο φυσικά, αλλα εξίσου έντονο και πήραμε την απόφαση. Είναι η επιθυμία που καθορίζει κάθε φορα τις επιλογές και όχι ο φόβος. Αν ο φόβος νικά την επιθυμία θα μείνουμε καθηλωμένοι και συνειδητά προσπαθούμε να προχωράμε και να δοκιμάζουμε τους εαυτούς μας. Αυτή την ελευθερία και τη χαρά προσφέρει το θέατρο και μπορώ να πω ότι φέτος - που είναι μια χρονιά ορόσημο σε προσωπικό επίπεδο- την αντιλαμβάνομαι και την απολαμβάνω πιο πολύ από ποτέ. Και το ίδιο το κείμενο και η συνεργασία με τους συγκεκριμένους ανθρώπους αποδείχτηκε δώρο επανατοποθέτησης και επανεκτίμησης των πραγμάτων σε ολους τους τομείς.

Δεσπ. Α.: Η επιλογή της Persona ήταν άμεση συνέπεια των προσωπικών μας διαδρομών και της ανάγκης να σταθούμε στη στιγμή της συνειδητοποίησης ότι τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο ή ακριβώς ίδιο. Βλέποντας την ταινία του Bergman μείναμε έκθαμβοι μπροστά στη βαθιά και στοχαστική του μελέτη πάνω στο θέμα της επιτακτικής αλλαγής, στη γενναιότητα να στεκέσαι απένατι σε αυτό που άλλοτε είναι ένας ξένος και  άλλοτε ο εαυτός σου. Κάθε ερέθισμα απαιτεί από εμάς την εφεύρεση της σκηνικής γλώσσας που θα θέσει σε κίνηση το μηχανισμό της σκηνικής αναπαράστασης. Κάθε φορά επιδιώκουμε μια νέα αφετηρία, από αυτήν την ανάγκη προκύπτει ο όποιος πειραματισμός.

 

Σας «φόβισε» η σύγκριση με την ταινία και την έντονη εικονοποιία του κινηματογράφου;

Δεσπ. Α.: Η ταινία είναι τόσο εμβληματική που σε καθηλώνει. Προσπαθήσαμε να επηρεαστούμε από την ταινία βάσει νοήματος και όχι περιεχομένου. 

Δημ. Α.: Δεν υπήρχε καμιά πρόθεση σύγκρισης με την ταινία, για αυτό το λόγο, παρότι τη μελέτησαμε πολύ κατα τη διάρκεια της προετοιμασίας, όταν ξεκινήσαμε τις πρόβες κάναμε μια προβολή με ολους τους συντελεστές και έκτοτε δεν την ξαναείδαμε. Ωστόσο είναι τόσο έντονο το αποτύπωμά της που σίγουρα μας επηρέασε. Γνωρίζαμε εξαρχής ότι μιλάμε για μια άλλη γλώσσα, αυτη του θεάτρου, και χτίσαμε την παρασταση από το μηδέν, με τα δικά μας υλικά. Παντα επενδύουμε στην προσωπική εμπλοκή των ηθοποιών με το κείμενο και με τη συνθήκη. Δουλέψαμε προσηλωμένα και ενδοσκοπικά και νομίζω η παράσταση έχει τη δική της προσωπική εσωτερική διαδρομή που την απομακρύνει από την ταινία. 

Σκιά και φως, άσπρο και μαύρο, ομιλία-σιωπή. Όλο το έργο είναι βασισμένο πάνω σε δομικές αντιθέσεις. Τελικά συντίθεται ένα όλον μέσα από την επαφή των αντιθέτων; Σε τι αποτέλεσμα οδηγούμαστε;

Δεσπ. Α.: Προσπαθούμε να οδηγηθούμε σε αποτέλεσμα γιατί η λογική μας το επιβάλλει. Η νόησή μας επιθυμεί συνειδητά ή ασυνείδητα ένα τέλος, μια ολοκλήρωση. Νομίζω ότι ο δημιουργός της ταινίας βλέπει πέρα από αυτό γιατί το αμφισβητεί. Προικισμένος με ένα οξύ συναισθηματικό κέντρο, διαθέτοντας παιδιόθεν μια φαντασία τόσο ζωντανή όσο και η πραγματικότητα, κατασκευάζει ένα αίνιγμα, ένα τέλειο ερωτηματικό, ένα θρίλερ και διασκεδάζει με την αγωνία που μας προκαλεί.

Δημ. Α.: Συνειρμικά θα θυμηθώ μια ιστορία που είχαμε διαβάσει από την αυτοβιογραφία του Μπέργκμαν, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, έγραψε την Persona μέσα σε λίγες μέρες στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου που νοσηλευόταν. Εκεί, αν θυμάμαι καλά, είδε τον εαυτό του να τον κοιτά κλινήρη και μόνο σαν από ψηλά. «Γίνεται να είσαι ένα κι ένα άλλο πρόσωπο, δύο διαφορετικοί άνθρωποι ταυτόχρονα»;

Τι βήμα να περιμένουμε από τους Elephas Tiliensis μετά; Ποιο είναι το ερέθισμα για την επόμενη παράσταση συνήθως; 

Δεσπ. Α.: Ερέθισμα μπορεί να αποτελέσει για εμάς το οτιδήποτε μπορούμε να αφουγκραστούμε και να αποτελέσει  έναν συνοδοιπόρο για την όλο και πιο δύσκολη πλέον διαδρομή της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Δημ. Α.: Υπάρχουν τρία πλάνα, τρεις επιθυμίες. Πρακτικά θα ακολουθήσουμε το δρόμο που θα ανοιχτεί μπροστά μας. Κι αν όχι, μπορεί πάλι να εκπλαγούμε από κάτι νέο. Υπάρχει όμως ανάγκη για συνέχεια.

 

Πόσο εύκολο ήταν να συνδυαστεί ο λόγος και η απόλυτη σιωπή; Πως ήταν για την καθεμιά η πορεία προς το ρόλο;

Β. Κ.: Αυτή ακριβώς η ιδιαίτερη συνθήκη του έργου ήταν και η μεγαλύτερη πρόκληση για μας. Πρέπει να αφεθείς στην ποιητικότητα της συνθήκης και όχι να την  αντιμετωπίσεις με στενά λογικά πλαίσια. Ο λόγος και η σιώπη συναντιούνται εδώ σε ένα ψίθυρο, ένα τραγούδι, ένα γέλιο. Μέχρι τώρα η πορεία προς τον ρόλο είναι πολύ ουσιαστική. 

Δ. Κ.: Η σιωπή της Ελίζαμπεθ και ο λόγος της Άλμα δεν είναι δύο ξένα στοιχεία, που πρέπει  κανείς να βρει τον τρόπο να τα συνδυάσει. Η σιωπή της μίας γεννά το φωτεινό, χειμαρρώδη, εξομολογητικό, σκοτεινό έως και αυτοαναιρούμενο λόγο της άλλης. Απλώς αυτό υποκριτικά είναι πολύ απαιτητικό. Αρχικά, η πράξη της Ελίζαμπεθ να επιλέξει συνειδητά την απόλυτη σιωπή ήταν για μένα πολύ γοητευτική. Όταν αρχίσαμε τις πρόβες, όταν άρχισα να τη γνωρίζω λίγο καλύτερα, φοβήθηκα, ήταν τρομακτικό, αλλά πάντα κάτι μου άρεσε σε αυτό. Η πράξη της είναι βαθιά απελπισμένη, είναι προϊόν μιας υπαρξιακής σύγκρουσης  απροστάτευτης και ανελέητης  κι όταν το κατάλαβα αυτό την αγάπησα.

Είναι τελικά εφικτή η συνειδητή συμφιλίωση με την απόλυτη σιωπή και μόνο ακροατή τον εαυτό μας; Και πως είναι όταν αυτή η συνθήκη «σπάει» από την ακατάπαυστη ομιλία του προσωπείου μας;

Β. Κ.: Η πίστη (όχι απαραιτήτως στο θεό) είναι αυτή που μπορεί να καταφέρει τη σιωπή στον άνθρωπο. Έστω για λίγο. Η ανάγκη να αφουγκραστείς. Απαιτείται τρομερή δύναμη για να πάψεις το θόρυβο των προσωπείων, ρόλων, εαυτών. Σε φαντασιακό επίπεδο είναι. Αλλά πραγματικά δεν ξέρω , δεν το έχω επιχειρήσει.

Δ. Κ.: Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω. Αισθάνομαι όμως οτι ο δυσκολότερος αντίπαλός μας, ο πιο απρόβλεπτος κι επώδυνος είναι ο εαυτός μας. Κι ενώ το ερώτημα φαίνεται να περιγράφει ένα στενό κύκλο μοναξιάς, για μένα μια τέτοια σύγκρουση  αντέχεται  μόνο αν έχεις αγαπημένους ανθρώπους δίπλα σου και πίστη.

 

Η οικειότητα που αναπτύσσεται ανάμεσα στις δυο γυναίκες και ο ενδεχόμενος ερωτισμός, οδηγεί και τις δυο σε μια άνευ προηγουμένου καταβύθιση στον εσώτερο εαυτό τους. Είναι βασική προϋπόθεση η παρουσία της μιας για την άλλη για να υπάρξει η αυτό-ανάλυση αυτή;

Β.Κ.: Είναι όχι βασική αλλά αναγκαία προϋπόθεση. Η Άλμα μιλά εξαιτίας της σιωπηλής παρουσίας της Ελίζαμπεθ. Οι δύο γυναίκες, αν και φαινομενικά πολύ διαφορετικές, έχουν μια ψυχική συγγένεια που φανερώνεται σταδιακά μέχρι τη συγχώνευση τους. Οι εσωτερικές  διεργασίες μεταξύ τους αποκτούν συμπαντικές διαστάσεις. Θεωρώ ότι ο πυρήνας τους, τα δομικά υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένες είναι κοινά, τόσο κοινά που βλέπουμε  το ίδιο πρόσωπο. Συναντάς κάποιον που σου θυμίζει τρομερά τον εαυτό σου και μόνο μαζί του μπορείς να πλησιάσεις την αλήθεια σου. Η Άλμα λέει «αν προσπαθούσα θα μπορούσα να γίνω σαν εσένα». Η ανάγκη να κατανοήσεις πέρα από εσένα οδηγεί στην ουσιαστική αυτοανάλυση.

Δ. Κ.: Είναι βασική προϋπόθεση η παρουσία της μιας για την άλλη για να υπάρξει το έργο. Δεν υπάρχει ιστορία, πόσο μάλλον η ερμηνεία της, δεν υπάρχει τίποτα από όσα πολύ εύστοχα αναφέρετε στην ερώτησή σας χωρίς να είμαστε και οι δύο εκεί. Και χωρίς να είμαστε εκεί η μία για την άλλη! Όμως νομίζω οτι μια τέτοια καταβύθιση προκύπτει ακριβώς επειδή η Ελίζαμπεθ είναι αμετακίνητα σιωπηλή κι αινιγματικά δεκτική. Είναι ο απόλυτος ακροατής.

Θα το τολμούσατε ξανά; (έναν ρόλο στη σιωπή και ένα ρόλο ομιλούν με συμπρωταγωνιστή σιωπηλό αντίστοιχα)

Β. Κ.: Με δεδομένο μια αξιόλογη συνεργασία θα τολμούσα οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα ή δυσκολία.

Δ. Κ.: Είναι η τρίτη φορά που παίζω ένα βουβό ρόλο στο θέατρο. Η πρώτη ήταν στο  «Wunschkonzert»  του F. X. Kroetz σε σκηνοθεσία Ζωής Χατζηαντωνίου, η δεύτερη στη «Μισαλλοδοξία» του D. W. Griffith  σε σκηνοθεσία Ιώς Βουλγαράκη. Κάθε φορά ήταν εντελώς διαφορετική, κάθε φορά έπρεπε να ξεκινήσω από το μηδέν. Και τις τρεις φορές είχα να κάνω με ένα εξαιρετικό έργο και μια πολύ καλή συνεργασία. Αν μιλάμε λοιπόν για μια δυνατή δραματουργία και για ανθρώπους με τους οποίους χαίρομαι να δουλεύω, ναι φυσικά και θα το τολμούσα ξανά με πολλή χαρά!

Ευχαριστούμε πολύ την ομάδα για την παραχώρηση της συνέντευξης. 
Αναλυτικά το κείμενό μας για την παράσταση εδώ

Φωτογραφίες: Domniki Mitropoulou