Οι συντελεστές της παράστασης Μαύρο Χιόνι απαντούν!

Οι συντελεστές της παράστασης Μαύρο Χιόνι απαντούν!

Το «Μαύρο Χιόνι – το ημερολόγιο ενός μακαρίτη», έργο του ανατρεπτικού Ρώσου συγγραφέα Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, επαναλαμβάνεται φέτος για 4 μόνο παραστάσεις στο θέατρο Άλφα.Ιδέα. Ας θυμηθούμε τα λόγια των συντελεστών για την παράσταση αυτή. Περισσότερες πληροφορίες εδώ

Ποιο στοιχείο στο έργο του Μπουλγκάκοφ κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον σας ώστε να πάρετε την απόφαση να ανεβάσετε το Μαύρο Χιόνι;

Κ. Φιλίππογλου: Το «Μαύρο χιόνι» ήθελα να το ανεβάσω από πολύ παλιά, μόλις το πρότεινα, ο Θωμάς ενθουσιάστηκε, γιατί είχε στα σκαριά τη «Δίκη» του Κάφκα κι έτσι μπορούσε να δημιουργηθεί μια ενότητα μαύρου χιούμορ, αφού και οι «Patari Project» σκεφτόντουσαν τη «Μύτη» του Γκόγκολ.

Ο Μπουλγκάκοφ είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Με το μαύρο χιούμορ, το σαρκασμό, τον αυτοσαρκασμό και την πινακοθήκη των γκροτέσκων χαρακτήρων που δημιουργεί, είναι σαν να σου παρουσιάζει τη ζωή μέσα από ένα μεγεθυντικό φακό και έτσι τα αδιέξοδα μας και η ανθρώπινη βλακεία, φαντάζουν τεράστια.

 

Το «σώμα» είναι -θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε- το κύριο πεδίο έρευνάς σας. Πώς μεταφράζεται αυτό στις παραστάσεις σας και ακόμα περισσότερο πόσο «ιντριγκαδόρικο» είναι να ασχοληθείτε με το πώς ανταποκρίνεται ένα «σώμα» κατά τη σταλινική περίοδο;  

Κ. Φιλίππογλου: Στην παράσταση μας την αισθητική και την κινησιολογία που κυριαρχεί, την ονομάζω «λαϊκό σωματικό θέατρο». Όλοι οι χαρακτήρες -πλην του πρωταγωνιστή- έχουν έντονη έως υπερβολική σωματική έκφραση. Αυτοί αποτελούν το τοπίο του «σταλινισμού», της απαγόρευσης, της λογοκρισίας και της γραφειοκρατίας. Ο κεντρικός ήρωας κινείται διαφορετικά, το σώμα του είναι πιο σφιγμένο και όχι τόσο εκφραστικό, όσο των άλλων. Το γκροτέσκο τοπίο τον καταπιέζει και τον οδηγεί σε αδιέξοδο. Για να ξεφύγει και να ελευθερωθεί, θα απεκδυθεί το γκρίζο του κοστούμι, στην τελευταία σκηνή και θα κινηθεί δυναμικά και ελεύθερα.

Τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε μια αναβίωση ή καλύτερα μια... ανακάλυψη του έργου του Μπουλγκάκοφ στις ελληνικές θεατρικές σκηνές. Γιατί πιστεύετε πως συμβαίνει αυτό;

Γ. Στεφόπουλος: Διαβάζοντας τα θεατρικά έργα και τα μυθιστορήματα του Μπουλγκάκοφ, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν προσπαθεί να βγάλει «νόημα». Η γραφή του είναι η δικαίωση της φαντασίας. Θεατρικά αυτό είναι πολύτιμο. 'Οσο πιο τολμηρά και απενοχοποιημένα τον προσεγγίσεις, χωρίς σταθερές, τόσο πιο αποκαλυπτικός γίνεται. Ποιητικός, ελεύθερος, φαντασιακός, σατιρικός, αντικαθεστωτικός. Δεν αυτολογοκρίνεται. Κι αυτό σήμερα είναι ζητούμενο. Σε μια περίοδο που ζούμε ένα παγκόσμιο ολοκληρωτισμό, σου δίνει ελευθερία να ταξιδέψεις χωρίς φόβο.

 

Η εποχή μας λίγο μόνο μοιάζει με την εποχή που έγραφε ο Μπουλγκάκοφ. Σε σχέση με την «κεντρική» και κάθετη εξουσία του σταλινικού καθεστώτος, σήμερα τα κέντρα εξουσίας είναι συχνά ανέστια, αόρατα και οπωσδήποτε πολλαπλά. Με ποιο τρόπο λοιπόν επιβιώνει και αποκτά υπόσταση στις μέρες μας η κριτική του Ρώσου συγγραφέα; 

Ε. Αγγελοπούλου: Η κριτική του Μπουλγκάκοφ ασκείται κυρίως με το εργαλείο της σάτιρας και η σάτιρα έχει λόγο ύπαρξης σε κάθε εποχή, πόσο μάλλον στις μέρες μας. Σαφώς και δε ζούμε σήμερα σε ένα απολυταρχικό καθεστώς. Η δημοκρατία αποτελεί πραγματικότητα για το σύνολο σχεδόν του δυτικού κόσμου. Αλλά πόσο πραγματική είναι αυτή η δημοκρατία, όταν τελικά οι πολίτες απουσιάζουν από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, όταν οι κρατικοί μηχανισμοί και θεσμοί «υποκαθίστανται» από έξωθεν – οικονομικά – κέντρα εξουσίας, όπου η διαπλοκή βασιλεύει. Ζούμε πλέον σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία με παγκοσμιοποιημένη, τρόπον τινά, εξουσία.

Διαβάζοντας τον Μπουλγκάκοφ απελπίζεσαι γελώντας! Όλα αυτά που καυτηριάζει είναι τόσο οικεία σε εμάς. Η αναξιοκρατία και οι φιλονικίες των ανθρώπων, προκειμένου να αποκτήσουν εξουσία, ήταν ανέκαθεν στοιχεία συνυφασμένα με τις οργανωμένες κοινωνίες. Κατ’ ουσίαν στον πυρήνα της κριτικής του συγγραφέα δεν είναι τόσο το σταλινικό καθεστώς όσο το ίδιο το πλέγμα της εξουσίας και η νοσηρή συμπεριφορά του ανθρώπου όταν την αποκτά. Η ικανότητα, άλλωστε, αυτή του Μπουλγκάκοφ να ξεπερνά τα στενά όρια των καιρών του για να αφυπνίζει συνειδήσεις καθιστά και το έργο του διαχρονικό και πολύτιμο.

Μιλήστε μας συνοπτικά για την υπόθεση του έργου και για το χαρακτήρα που υποδύεστε. Ποιο είναι τα χαρακτηριστικά του; Συναντάμε τέτοιους χαρακτήρες στη σημερινή εποχή; 

Τ. Δημητρόπουλος: Στη Σοβιετική ένωση του Στάλιν, ένας νεαρός δημοσιογράφος αναζητώντας τη φυγή από την πεζότητα της καθημερινότητας βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση των ονείρων του και στη συγγραφή αυτών. Στην προσπάθεια του να εισχωρήσει στον κύκλο των Λογοτεχνών τον ξεβράζει η λογοκρισία, η πόζα και η αυταρέσκεια αυτού του συστήματος. Μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες να δώσει ένα τέλος στη ζωή του δέχεται το κάλεσμα του θεάτρου. Είναι άραγε αυτός ο κόσμος των ονείρων του;

Ο Σεργκέι Λεόντιεβιτς Μαξούντωφ είναι ένας αυτόχειρας, όπως λέει και ο Μπουλγκάκοφ. Ένας αντιήρωας. Νοσεί από Μελαγχολία, είναι ονειροπόλος. Με μία φύση να τον ωθεί στα άκρα. Ψάχνει να βρει δικαίωμα ύπαρξης σε έναν κόσμο όπου η ατομικότητα εξαφανίζεται στο πλήθος σκυμμένων κεφαλιών.

Πιστεύω ότι ο Μαξούντωφ σήμερα είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος προσπαθεί πραγματικά να ζήσει. Αυτός που απορεί για αυτήν, αυτός που ονειρεύεται. Στοιχεία του προβάλλονται στην εσωστρέφεια του καθενός μας.

 

Πώς θα χαρακτηρίζατε το Μαύρο Χιόνι; Μαύρη κωμωδία, σάτιρα ή κάτι άλλο;

Γ. Γιαννούλης: Νομίζω πως ναι, θα μπορούσαμε να το πούμε μαύρη κωμωδία. Βλέπουμε την ιστορία ενός ανθρώπου που του συμβαίνουν παράλογα πράγματα και τραγικές καταστάσεις και καλείται να σταθεί όρθιος και να κατανοήσει την παράλογη ζωή του. Σε ένα απολυταρχικό καθεστώς λογοκρισίας και φίμωσης προσπαθεί απεγνωσμένα να πιαστεί από κάπου για να μην αυτοκτονήσει. Στο μυαλό του Μαξούντωφ λοιπόν τρέχουν πολλά μαζί, τα πρέπει, τα θέλω κι όλοι εμείς οι παράλογοι χαρακτήρες που τον πλαισιώνουμε, αλλά όλα αυτά με έναν πολύ ανάλαφρο και κωμικό τρόπο!

Για ποιους λόγους θα λέγατε σε κάποιον θεατή ότι πρέπει οπωσδήποτε να παρακαλουθήσει την παράστασή σας;

Εύα Οικ. Βαμβακά: Γιατί θα έρθει σε επαφή με το σύμπαν του Μπουλγκάκοφ, ενός από τους σπουδαιότερους Ρώσους συγγραφείς. Θα κρυφοκοιτάξει για δύο ώρες μέσα από το διαθλαστικό του πρίσμα έναν κόσμο που παρά τη χρονική και τοπική του απόσταση, μοιάζει εξοργιστικά με το δικό μας. Θα κερδίσει κάτι που ακόμα και με την ανάγνωση του μυθιστορήματος δε θα του δοθεί αφειδώς- μια ουσιαστικά σαρκαστική ματιά που γλυκαίνοντας πονάει. Και θα φύγει πιο γεμάτος, έχοντας όχι μόνο διασκεδάσει αλλά ουσιαστικά ψυχαγωγηθεί.

Ιδανικά, τι θα επιθυμούσατε να αποκομίσει ο κάθε θεατής από την παράσταση;

Δ. Δρόσος: Ότι όλα είναι πιθανά, ακόμη και σε έναν κόσμο που όλα μοιάζουν μάταια, μίζερα, δυσοίωνα και νωχελικά...

PHOTO CREDIT: Βαγγέλης Πουλής