Οι One Man Drop στο Defcon Fest 8

Οι One Man Drop στο Defcon Fest 8

Γνώρισα τους One Man Drop μέσω του εντυπωσιακού ομώνυμου ντεμπούτο τους που κυκλοφόρησε νωρίτερα μέσα στη χρονιά και δηλώνω εντυπωσιασμένος. Το surf-goth των The Growlers συναντά το bizarre rock των Queens of the Stone Age, σε ένα αποτέλεσμα –αν μη τι άλλο- τίμιο και ποιοτικό και είμαι πεπεισμένος πως εδώ μιλάμε για μια μπάντα που στο προσεχές διάστημα θα ξεχωρίσει. Γνωρίζω εν τω μεταξύ τους Νίκο Γιαννούλη (μπάσο) και Παναγιώτη Αγγελοθανάση (κιθάρα – φωνή) ως ανήσυχους μουσικούς από τη συμμετοχή του σε σχήματα όπως οι Madleaf, Blame Canada κ.α. κι έτσι, στο πέρας της φωτογράφισής τους, παίρνω αφορμή να τους ρωτήσω ποιο είναι το προηγούμενο τους στη μουσική σκηνή της Αθήνας. Ο Νίκος παίρνει τον λόγο και ανταλλάζουμε τις πρώτες πληροφορίες μεταξύ μας:

Φωτογραφίες: Αναστασία Παπαδάκη
Κείμενο: Δημήτρης Κότσης

Ο καθένας μας παίζει χρόνια μουσική και έχουμε όλοι μας συμμετάσχει σε διάφορα σχήματα στο παρελθόν. Μαζί με τον Παναγιώτη παίζαμε και σε ένα άλλο σχήμα πριν τους One Man Drop, οπότε όταν γνωριστήκαμε καλύτερα και αναπτύξαμε μια αμοιβαία συμπάθεια και εκτίμηση μέσα από αυτό, αποφασίσαμε πως θέλουμε να κάνουμε κάτι άλλο. Εγώ επικοινώνησα με την Έλενα (drums) και ο Παναγιώτης με τον Διαμαντή τον πρώτο μας κιθαρίστα, βρεθήκαμε όλοι μαζί στο studio και σιγά-σιγά δημιουργήθηκαν οι One Man Drop που ξέρεις σήμερα.

Ποιος είναι ο πιο σωστός τρόπος να επιλέξεις τους συνεργάτες σου σε μια μπάντα; Ανάμεσα σε φίλους ή αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία;

Σαν ακροατής ακούω διαφορετικά είδη μουσικής και εξίσου πολλά προσπαθώ να παίζω σαν μουσικός. Πέραν της φιλίας και της καλής σχέσης των μελών μιας μπάντας, που είναι για εμένα βασικό χαρακτηριστικό σε μια τέτοια συνεργασία, πάντα με ενδιαφέρει και το να είμαι με τον άλλον στην ίδια σελίδα μουσικά και καλλιτεχνικά. Πολλές φορές γίνεσαι φίλος με τον άλλον στην πορεία, ακόμη κι αν δεν ξεκινήσεις έτσι. Το ιδανικό είναι μια μπάντα να είναι σαν οικογένεια, τουλάχιστον από ένα σημείο και μετά. Αν η συνύπαρξη είναι μόνο μουσική / επαγγελματική είναι πολύ πιθανό όλο αυτό να αποτύχει στην πορεία. Πρέπει να δεθείς με τον άλλον, να ζήσετε μαζί και τα σκατά και τα καλά, να δεις πως σκέφτεται και πως λειτουργεί, να περάσετε χρόνο μαζί, να δείτε πόσο βιώσιμο είναι το να κάνετε παρέα μεταξύ σας και πόσο πιθανό το να μπορέσετε να συνεχίσετε να συνυπάρχετε.

Η επόμενη απορία μου είναι νομίζω εύλογη: Όταν διώχνεις ένα μέλος δε γίνονται τα πράγματα περίεργα μεταξύ σας; Μπορεί να χαλάσει μια φιλία έτσι;

Για μένα πρέπει οι σχέσεις να είναι ειλικρινείς μέσα σε μια μπάντα. Συνεχίζει ο Νίκος: Αν οι άνθρωποι που την απαρτίζουν μοιραζόνται το ίδιο όραμα μεταξύ τους ή όχι, πρέπει να το γνωρίζουν. Πρέπει να λέει ξεκάθαρα ο καθένας τι θέλει να κάνει κι εκεί είναι το κομβικό σημείο που είτε έρχεσαι πιο κοντά με τον άλλον ή απλά απομακρύνεσαι μια κι έξω. Αυτό μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε μορφή σχέσης.

Παίρνοντας αφορμή από τον χαρακτηρισμό που οι ίδιοι δίνουν στον ήχο τους στα social media (Fuzz’d Baroque / Neo-Psychedelia / Neo-Garage / Rock ‘n' Roll) μπαίνω στην αμήχανη διαδικασία να τους ζητήσω να μου τον περιγράψουν με λίγα λόγια. Ήθελαν άραγε από την αρχή να ηχήσουν έτσι ή το όλο πράγμα βγήκε μόνο του;

Ο Παναγιώτης παίρνει τη σκυτάλη της κουβέντας: Δεν υπήρχε καμία συγκεκριμένη επιδίωξη ως προς το είδος της μουσικής όταν ξεκινήσαμε να παίζουμε. Η μπάντα δημιουργήθηκε από μία ανάγκη που όλοι μας είχαμε να παίξουμε ο ένας μαζί με τον άλλον. Απλά μαζευτήκαμε σε ένα studio, τζαμάραμε κάποιες ιδέες και βγήκε αυτό που ακούς. Οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιούμε (στα social media ή οπουδήποτε αλλού) προέρχονται από κριτικές που έχουμε πάρει από τρίτους και όχι από το πως εμείς βλέπουμε τον ήχο μας. Μας διασκεδάζει πολύ όλο αυτό, μιας που εμείς από μόνοι μας δεν θα δίναμε ποτέ έναν τέτοιο χαρακτηρισμό σε αυτό που κάνουμε!

Ο ήχος των One Man Drop σε στιγμές φλερτάρει έντονα με αυτόν των Queens of the Stone Age, στα αυτιά του υπογράφοντος. Ελπίζοντας να μην χτυπήσω κάποια ευαίσθητη χορδή ρωτάω ευθέως τον Παναγιώτη ποια η σχέση τους με τη συγκεκριμένη μπάντα.

Είναι αλήθεια. Οι Queens of the Stone Age και γενικά τα projects του Homme αποτελούν για εμένα μεγάλη επιρροή. Δε νομίζω να ισχύει όμως αυτό και για τα άλλα παιδιά. Έχει ωστόσο πολύ ενδιαφέρον το πως το αφομοιώνουν στα παιξίματά τους, κάθε φορά που φέρνω μια τέτοια μουσική ιδέα στο τραπέζι. Ένας μυημένος ακροατής σίγουρα μπορεί να καταλάβει την επιρροή των QOTSA στη μουσική μας, όπως και όλες τις άλλες επιρροές που υπάρχουν εκεί μέσα. Έτσι γράφεται η μουσική όμως. Χωρίς επιρροές δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα κι εμείς έχουμε πολλές και μάλιστα βαθιά ριζωμένες μέσα μας. Ακόμη και σήμερα που η πληροφόρηση είναι τεράστια και μπορείς να ακούσεις πάρα πολλές μουσικές με το πάτημα ενός κουμπιού, εγώ δεν θα ακόυσω ποτέ κάτι shuffle. Ακούω τον καλλιτέχνη με την ολοκληρωμένη πρότασή του, ακόμη και να το κάνω online, ακριβώς όπως έκανα παλιά όταν πήγαινα και έπαιρνα ένα δίσκο από το Happening λόγου χάριν. Θα ακούσω μια κυκλοφορία από την αρχή μέχρι το τέλος, ακόμη και δύο και τρεις φορές μέσα στην ίδια ημέρα. Τα compilations και τα singles δε με ενδιαφέρουν. Δεν μπορείς να καταλάβεις τι θέλει να πει και να προτείνει ο καλλιτέχνης με αυτόν τον τρόπο και φυσικά ούτε και να το αφομοιώσεις.

Γνέφοντας όλοι καταφατικά, μου δίνουν την εντύπωση πως είναι φανατικοί υπέρμαχοι των πλήρων κυκλοφοριών και του φυσικού μέσου. Ο Παντελής, νέος κιθαρίστας του σχήματος μου δίνει την απάντηση που ψάχνω:

Σε καμία περίπτωση η ψηφιακή μουσική δεν είναι κακή. Είτε έχεις μάθει να ακούς μουσική με τον παλιό τρόπο είτε με το νέο, αυτό που σε ενδιαφέρει θα το αναζητήσεις και θα το βρεις τελικά. Μπορεί να αγοράσεις ένα album επειδή το άκουσες από το internet και σου άρεσε και τελικά να εμβαθύνεις σε αυτό, όπως θα συνέβαινε και αν το ανακάλυπτες σε ένα δισκάδικο. Παίζει ρόλο και η παιδεία του κοινού, αν μπορεί να καταλάβει το τι αξία έχει να ξεψαχνίσεις ένα album και να μη μείνεις σε ένα ή δύο τραγούδια. Ακόμη και το artwork έχει πολλή σημασία σε μία κυκλοφορία. Η πλειοψηφία θα σταθεί στο επιφανειακό κομμάτι βέβαια και το καταλαβαίνω. Κάποιοι λιγότεροι όμως, ακόμη και προερχόμενοι από τις νεότερες γενιές ακροατών θα ψαχτούν και είμαι βέβαιος για αυτό. Δεν έχει χαθεί τελείως.

 

Ο Παναγιώτης έχει μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη άποψη για το θέμα: Αν το δεις από τη σκοπιά της δισκογραφικής εταιρείας, η ψηφιακή διάθεση μουσικής είναι καταστροφική. Είναι λογικό αυτό. Ωστόσο η νόρμα της εποχής που θέλει το internet, το download, τα τορρεντάδικα και γενικά το τσάμπα να έχουν πάρει το πάνω χέρι, αποτελεί απλά ένα ρεύμα και δε νομίζω πως θα έπρεπε να το αντιμετωπίζουμε σαν κάτι κακό. Τα πράγματα αλλάζουν, αλλά κάποιες αξίες παραμένουν σταθερές. Όπως όταν είμασταν πιτσιρίκια και μαζευόμασταν για να ακούσουμε ένα album, έτσι και το κάνουμε τώρα, απλά πλέον υπάρχει η δυνατότητα να το κάνουμε δωρεάν. Τότε δηλαδή ήταν καλύτερα που οι δισκογραφικές εταιρείες ήταν μονοπώλιο και κολοσσοί εκμεταλεύονταν κατά 99% τα έσοδα των πωλήσεων;

Η Έλενα που έχει την θέση πίσω από το drumkit των One Man Drop κάθεται ήσυχη σε μια γωνία, χωρίς ακόμη να έχει πει κουβέντα. «Ένα τόσο ήσυχο και μικροκαμωμένο κορίτσι να κάνει τόση φασαρία»; σκέφτομαι και ζητάω να μάθω περισσότερα σχετικά με το πως επέλεξε το συγκεκριμένο όργανο.

Καταρχάς αυτό περί αποκλειστικά αντρών drummers στη rock μουσική είναι ένα είδος μύθου. Ίσως να ισχύει λίγο στην Ελλάδα ακόμη, αλλά εδώ έχουμε μείνει γενικά λίγο πίσω. Και οι ίδιες οι κοπέλες δεν το επιλέγουν βέβαια ως ασχολία. Στη δική μου περίπτωση το πράγμα συνέβη απλά. Μια μέρα ήμουν στο χωριό της μαμάς μου και κοντά στο σπίτι επρόκειτο να ανοίξει ένα ωδείο. Ήρθε λοιπόν σε κάποια φάση ένα αμάξι που στην καρότσα είχε μια drums. Είδα το όργανο και το ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά, πραγματικά. Ήθελα να το δοκιμάσω οπωσδήποτε κι έτσι κι έγινε. Έπαιζα ήδη κλασική κιθάρα, αλλά σχεδόν την παράτησα. Ξεκίνησα κάποια μαθήματα τυμπάνων στο χωριό για ένα δεκαπενθήμερο και στη συνέχεια όλο αυτό απλά έγινε μέρος της ζωής μου.

Πηγαίνετε σε συναυλίες άλλων συγκροτημάτων;

Όσο μπορούμε ναι, περισσότερο σε συναυλίες εγχώριων acts, μιας που τα οικονομικά μας είναι λίγο δύσκολα και οι ευκαιρίες να πληρώσουμε ένα ακριβό εισιτήριο είναι αρκετά περιορισμένες, λέει ο Νίκος. Το έχω σαν τρόπο ζωής το live. Με ενδιαφέρει να βλέπω πως παίζουν οι μπάντες εκεί έξω, πως εξελίσσονται, να τις θαυμάσω, να πιώ τα ποτά μου και να ακούσω μουσική, όχι απλά να αράξω με τους φίλους μου. Δεν με ενδιαφέρει αν αυτό που ακούω είναι Madonna ή Motorhead ή ας πούμε οι εγχώριοι Universe217 τους οποίους λατρεύω. Αυτό που έχει σημασία είναι τι κάνει καλό στα αυτιά μου, τι μου κάνει το κλικ εκείνη τη στιγμή και θα με ενθουσιάσει. Κι εμείς παιδιά της διπλανής πόρτας είμαστε άλλωστε και είναι φυσικό να θαυμάζουμε παιδιά της διπλανής πόρτας.

 

Η συζήτηση πάει στα 90’s και μιας που τα ηλικιακά μαθηματικά –no offense- είναι εύκολο να γίνουν εύκολα συμπεραίνω πως οι One Man Drop έχουν ανδρωθεί στα 90’s και έχουν βαθιές επιρροές από αυτά.

Ο Παναγιώτης μου εξηγεί: Όχι μόνο υπάρχουν τα 90’s μέσα μας, αλλά μας έχουν γίνει βίωμα. Το πιο έντονο αποτύπωμα των 90’s στους One Man Drop δεν είναι το μουσικό βέβαια, αλλά το attitude που αυτή η εποχή κουβαλούσε και δεν εννοώ την αλητεία της υπόθεσης, αλλά αυτή τη φρεσκαδούρα που τα διέπει. Υπάρχουν πολλά σχήματα που κουβαλούν αυτή τη φρεσκαδούρα διαχρονικά και πραγματικά ακούγονται φρέσκα μέχρι και σήμερα. Άκου το “Ten” των Pearl Jam ας πούμε. Τόσα χρόνια έχουν περάσει και ακούγεται λες και βγήκε χτες. Το κίνημα των 90’s άλλαξε τον ρου της μουσικής ιστορίας και τις ζωές των ανθρώπων, πολύ επιδραστική δεκαετία πραγματικά.

Ο φανατικός υπέρμαχος της εγχώριας σκηνής, Νίκος παίρνει την πάσα κατευθείαν: Ακόμη και τα εγχώρια σχήματα των 90’s, από το metal των Rotting Christ και Horrified μέχρι τον εναλλακτικό ήχο των Common Sense και Make Believe, ακόμη και σημαντικοί ελληνόφωνοι καλλιτέχνες, όπως οι Τρύπες κ.λπ. Όλα αποδείχτηκαν πολύ διαχρονικά!

Και αυτή ήταν η δεκαετία που οι έλληνες μουσικοί αντιλήφθηκαν τη δυναμική τους, συνεχίζει ο Παναγιώτης. Όταν ένα συγκροτηματάκι της γειτονιάς είχε ξαφνικά συμβόλαιο στη Virgin και στην EMI, καταλάβαινε που μπορεί να φτάσει. Μπορεί η άνοδος και η τόνωση της αυτοπεποίθησης της εγχώριας σκηνής να συμβαίνει πιο έντονα τώρα, αλλά έχει τις ρίζες της εκεί πίσω.

Ζητάω να μάθω τι έχει αλλάξει σε σχέση με τότε και με μια νοσταλγία στο ύφος του ο Νίκος μας λέει περισσότερα για εκείνη την εποχή: Ήταν διαφορετικός ο τρόπος ζωής, αλλά οι συναυλίες ήταν και τότε σε έξαρση. Από τη βίλα Αμαλίας και όλα τα punk σχήματα που έπαιζαν εκεί, μέχρι το An club και το Ρόδον που φιλοξενούσαν τα πάντα από εναλλακτικό μέχρι σκληρό ήχο. Τα 90’s ήταν ωστόσο πιο έντονα από τη σημερινή εποχή σε πολλά επίπεδα. Ο κόσμος περιφερόταν απο σκηνή σε σκηνή κι από μαγαζί σε μαγαζί, με κίνητρο να πάει να δει live και να περάσει ωραία, κάτι που τώρα δε γίνεται. Πλέον οι περισσότεροι δίνουν πολλή σημασία στο lifestyle και λιγότερη στη μουσική. Είναι πολύ μπερδεμένα όλα τώρα, τότε ήταν πιο ξεκάθαρα, αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Τα κίνητρα, οι τρόποι, ακόμη και οι μουσικές προτιμήσεις του καθενός.

Η σύγχρονη Ελλάδα μαστίζεται από την οικονομική και κοινωνικοπολιτική κρίση και η αλήθεια είναι πως συναντώ αμφιλεγόμενες απόψεις σε σχέση με το κατά πόσο είναι κι αυτό ένα πράγμα που έχει επηρεάσει την άνθιση του underground. Ζητάω λοιπόν από τους δύο επικοινωνιακότερους της παρέας Παναγιώτη και Νίκο να μου πουν την άποψή τους πάνω σε όλο αυτό.

Ο Παναγιώτης μπαίνει πρώτος στη συζήτηση: Τουλάχιστον στην εγχώρια μουσική σκηνή η κρίση έχει λειτουργήσει θετικά κατά τη γνώμη μου. Άλλωστε ξέρεις τι λένε: «When the going is tough, the tough gets going». Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει οικονομικά και κοινωνικά και οι αλλαγές στην πολιτική είναι μεγάλες. Η ίδια η ζωή είναι δύσκολη για το μέσο άνθρωπο. Είναι απόλυτα φυσιολογικό λοιπόν για κάποιον που έχει κάτι μέσα του να πει, να προβληματίζεται περισσότερο, να εξοργίζεται, να τσιτώνει και να θέλει να το πει εδώ και τώρα. Ίσως υπό άλλες συνθήκες να μην μπορούσε να το πει ή να μην του δινόταν το έναυσμα. Παλιότερα δεν υπήρχε καν το μέσον εδώ που τα λέμε.

Ξεχωρίζουν αυτοί που πραγματικά αγαπούν αυτό που κάνουν μέσα σε όλη αυτή τη κατάσταση, συνεχίζει ο Νίκος. Όταν δεν μπορείς να πάρεις χορδές κι όμως συνεχίζεις, πάει να πει πως το αγαπάς πολύ. Ξέρω παιδιά που κάνουν δύο δουλειές για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα και δεν προλαβαίνουν να παίξουν μουσική και είναι κι αυτό απόλυτα σεβαστό. Υπάρχουν πολλών μορφών θυσίες, όμως εμένα θα με λυπούσε το να μην μπορώ να παίξω μουσική. Δεν είναι δεκανίκι η τέχνη από την άλλη. Αν την αγαπάς θα συνεχίσεις να παίζεις ακόμη κι αν αυτό το πράγμα που σε ώθησε σε αυτήν έχει σταματήσει να υπάρχει.

Ο Παναγιώτης είναι ο ηχολήπτης του Death Disco, στο Ψυρρή και έξω ακριβώς από αυτό γίνεται η συζήτησή μας. Πάντα θαύμαζα τα παιδιά που είναι και με τα δύο πόδια στη μουσική, αναρρωτιέμαι όμως πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι αυτό για εκείνον.

Η δική μου δουλειά έχει σχέση με τη μουσική και όλο αυτό λειτουργεί θετικά και ενθαρρυντικά στο να συνεχίσω να παίζω και μουσική. Άσε που οι γνωριμίες με τους καλλιτέχνες δίνουν ένα extra boost στην κατάσταση. Είναι κάτι που μου αρέσει πολύ και το διασκεδάζω, από το soundcheck μέχρι το show, μπροστά ή πίσω από την κονσόλα. Πιστεύω από την άλλη πως αν δούλευα ηχολήπτης σε ένα σκυλάδικο, ίσως τα πράγματα δεν θα ήταν και τόσο διασκεδαστικά!

Ο Νίκος είναι τεχνικός οπτικών ινών στην πρωινή του δουλειά και αναρρωτιέμαι ποιο είναι το χάσμα ανάμεσα στις δύο καταστάσεις:

Εγώ βρίσκω χρόνο και χώρο και για τρεις μπάντες, παρά το ότι τρώω πολύ χρόνο στην πρωινή μου δουλειά. Ακόμη κι εκεί καμιά φορά είμαι με τα ακουστικά και ακούω τα τραγούδια της μπάντας για να κατεβάσω καμιά ιδέα.

Κι όταν πάει να ξεχαστεί τον παίρνω τηλέφωνο και του το θυμίζω!” συμπληρώνει ο Παναγιώτης και ξεσπάμε σε γέλια.

 

Με την προσεχή εμφάνιση του σχήματος στο Defcon Fest 8, στο An Club των Εξαρχείων να επίκειται το Σάββατο 1 Οκτωβρίου, ζητάω να μάθω τι θα ακούσουμε και τι θα δούμε.

Θα ακούσετε το υλικό του πρώτου album και δύο διασκευές που έχουμε φέρει πολύ κοντά στο προσωπικό μας στυλ.

Υπάρχει κάποια μπάντα που θέλετε να δείτε στο Defcon; Αναρρωτιέμαι.

Θέλω πολύ να ξαναδώ τους Skull & Dawn. Μου αρέσουν πολύ, λέει ο Νίκος, τον οποίον όλο και σε κάποια συναυλία θα πετύχεις, πάνω ή και κάτω από τη σκηνή.

Με έναν όμορφο επίλογο του Παναγιώτη, αποχαιρετώ την μπάντα την ώρα που το ομώνυμο ντεμπούτο της ετοιμάζεται να στροφάρει για άλλη μια φορά στο στερεοφωνικό του αυτοκινήτου μου: «Εύχομαι να μπορούμε να κάνουμε τέτοιες ωραίες συνεντεύξεις, γιατί αυτό θα σημαίνει πως μπορούμε να παίζουμε σε ωραίες διοργανώσεις όπως το Defcon Fest. Μακάρι αυτό να συμβαίνει για όλες τις μπάντες της σκηνής και αυτή η σκηνή μέρα με τη μέρα να μεγαλώνει. Μόνο καλό μπορεί να κάνει όλο αυτό σε όσους αγαπάμε τη μουσική και όλα αυτά που σχετίζονται με αυτήν».