Ο Τάσος Κορκός μας εξηγεί τι σημαίνει ΤΑΠ ΑΟΥΤ!

Ο Τάσος Κορκός μας εξηγεί τι σημαίνει ΤΑΠ ΑΟΥΤ!

Ο Τάσος Κορκός πρωταγωνιστεί στην παράσταση ΤΑΠ ΑΟΥΤ, του Αδρέα Φλουράκη, στο θέατρο Κεφαλληνίας (β' σκηνή). Μια -ομολογουμένως- εντυπωσιακή performance, σε έναν απαιτητικό μόνογο ενός πολύ καλού και δυνατού κειμένου. Ο Τάσος αποδίδει απόλυτα και με εντιμότητα το ρόλο του και επόμενο βήμα ήταν να τον γνωρίσουμε καλύτερα και να μας μιλήσει για το έργο αλλά και γενικότερα. Απόφοιτος του θεάτρου Τέχνης, από την Πετρούπολη, με αθλητικές καταβολές, στυλ και άποψη. Γνωρίστε τον!

 

Τι σημαίνει ΤΑΠ ΑΟΥΤ;

ΤΑΠ ΑΟΥΤ είναι όρος των πολεμικών τεχνών, κυρίως των contact πολεμικών τεχνών (αυτές έχουν να κάνουν με μάχη σώμα με σώμα, εν είδει αγωνίσματος στο ρινκγ πάνω). Η έννοια του ΤΑΠ ΑΟΥΤ υπάρχει σε αθλήματα όπως το ζίου ζίτσου, το τζούντο και στις μεικτές πολεμικές τέχνες (ΜΜΑ). ΤΑΠ ΑΟΥΤ υπήρχε όμως στην πάλη από τα αρχαία χρόνια, στην ελληνορωμαΐκή, και ήταν η στιγμή που ο αντίπαλος είχε ακινητοποιήσει τον άλλο αθλητή σε μια λαβή, που δεν μπορούσε να πει λεκτικά «παραδίνομαι», τότε έτεινε τον αντίχειρά του και τον δείκτη. Έτσι ο διαιτητής (ελλανοδίκης τότε) καταλάβαινε ότι ο μαχητής ήθελε να παραδοθεί και διέκοπτε τον αγώνα. Πληροφοριακά να σου πω ότι υπήρξαν πολλοί που δεν είχαν κάνει ποτέ ΤΑΠ ΑΟΥΤ και μάλιστα ένας σπουδαίος αθλητής, σε ολυμπιάδα της αρχαιότητας, στεφανώθηκε νεκρός. Ενώ ο αντιπαλός του τον είχε πιάσει από το λαιμό με τη λαβή που λέγεται ανακόντα (και είχε ακινητοποιηθεί), εκείνος αρνιόταν να παραδοθει. Τότε εξάρθρωσε το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του αντιπάλου του (τότε επιτρέπονταν αυτά-τώρα όχι), ο αντίπαλος παραδόθηκε και ο αθλητής πέθανε από ασφυξία. Παρόλα αυτά στεφανώθηκε επειδή νίκησε! Ουσιαστικά σήμερα είτε χτυπάς το χέρι σου κάτω είτε πάνω στο σώμα του αντιπάλου ή αν μπορείς να το πεις, λες παραδίνομαι.

Άρα το έργο του Ανδρέα Φλουράκη τι πραγματεύεται;

Το έργο είναι ένας μονόλογος/ μονόδραμα. Παρακολουθούμε την προετοιμασία ενός μαχητή, ενός κικ-μπόξερ πριν από τον πιο κρίσιμό του αγώνα. Βρισκόμαστε στην αποθήκη του, ένα πρωί, όπου κάνει προπόνηση για να εκτονώσει το άγχος του πριν το μεγάλο αγώνα. Μέσα από αυτήν την προπόνηση προκύπτουν κάποιες σκέψεις του, βγαίνουν στην επιφάνεια φαντάσματα του παρελθόντος και του παρόντος και το πιο σημαντικό είναι ότι του βγαίνει μια μάχη με τον ίδιο του τον εαυτό εν είδει αμφιβολίας. Κατά πόσο είναι άξιος να κερδίσει; Στην προσπάθειά του να διαχειριστεί τις αμφιβολίες του ωθεί το μυαλό και το σώμα του στα άκρα, θεωρώντας πως αν φτάσει το σώμα του στα άκρα, σε βαθμό που δεν είχε καταφέρει προηγούμενα, θα μπορέσει να κερδίσει τον αγώνα.

Ο ίδιος όμως πιστεύει στον εαυτό του;

Θεωρώ ότι πιστεύει στον εαυτό του αυτό όμως δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για να τον καταστήσει νικητή. Ακόμα και οι δικαιολογίες που βρίσκει για τον εαυτό του είναι ότι εγώ μπορώ και έχω προετοιμαστεί καλά, όμως οι γύρω συνθήκες, η κοινωνία, η κούραση από τη δουλειά και όλα όσα τον βασανίζουν, δε θα επιτρέψουν να κερδίσει. Όμως πριν από ένα σημαντικό αγώνα ένα πράγμα δεν κάνεις σίγουρα: σκληρή προπόνηση. Οπότε αυτός με αυτό που κάνει εκείνη τη στιγμή, φέρνει τις πιθανότητες εναντίον του. Αν και νομίζω ότι μέσα του αισθάνεται σίγουρος γιατί είναι σαν ένα λιοντάρι: όταν είναι πληγωμένο είναι πιο επικίνδυνο. Το πιο σημαντικό για εμένα όμως δεν είναι το αποτέλεσμα του αγώνα, αλλά το τι κάνεις μετά. Πώς διαχερίζεσαι μια τέτοια νίκη ή μια ήττα; Και εδώ φαίνεται η σπουδαία γραφή του Ανδρέα!

Γιατί θεωρείς σπουδαίο αυτό το έργο λοιπόν;

Επειδή εκτιμάει το θεατή. Δεν τον υποτιμά, αντίθετα τον ταρακουνά αλλά με ένα τρόπο ίσου προς ίσο. Κάθε φράση μπορεί να σε οδηγήσει σε μια ταύτιση με δικά σου βιώματα και να σου προκαλέσει συναισθήματα. Όταν παρακολουθούμε κάτι και συγκινούμαστε ή γελάμε, δεν το κάνουμε επειδή αυτό βλέπουμε να διαδραματίζεται μπροστά μας, αλλά με κάτι συνδεόμαστε συναισθηματικά. Όσον αφορά εμένα υποκριτικά με βοήθησε αυτό το υπέροχο κείμενο, διότι με οδηγεί, είναι μια παρτιτούρα στην οποία καθοδηγούμαι φυσικά.

 

Αν και στο έργο υπάρχει έντονα η σχέση του γιου με τον πατέρα, με εντυπωσίασε η παντελής έλλειψη της μητέρας, ακόμα και της σχέσης με το άλλο φύλο. Γιατί ο πατέρας καταδυναστεύει τα πάντα ή για να το θέσω πιο σωστά: μόνο ο πατέρας καταδυναστεύει;

Και εμείς περάσαμε μέσα από πολλή συζήτηση και ανάλυση πολλά ερωτήματα. Ο Ανδρέας με κάλυψε απόλυτα σε αυτό, χωρίς να θέλω να αποκαλύψω το πως και το γιατί εμείς το έχουμε αιτιολογήσει μέσα μας. Είναι στοχευμένη έλλειψη και κάπου καταλήγει. Ο πατέρας είναι ένας σατράπης και ο ήρωας συναισθηματικά «ανάπηρος» με έναν τρόπο και σε αυτό συμβάλει και η απουσία της μητέρας. Ας αναρωτηθούμε όμως: αυτό το ανάθεμα στον πατέρα είναι τόσο δίκαιο; Έχει μπει εκείνος ποτέ στη θέση του πατέρα του που βιώνει την απουσία της γυναίκας του; Νομίζω ότι ο ήρωας δεν το εξετάζει αυτό γιατί δεν του το επιτρέπουν οι συνθήκες. Δεν είχε πρόσβαση σε πολλά πράγματα, ούτε τις ευκαιρίες.

Ναι, αλλά ακόμα κι αν οι ευκαιρίες δεν υπάρχουν μπορείς να τις δημιουργήσεις. Ο ήρωας προσπαθεί να το κάνει;

Σίγουρα με ένα τρόπο προσπαθεί να το κάνει με τα μέσα που έχει. Είναι μαχητής. Χρησιμοποιεί ό,τι έχει για να δημιουργήσει την ευκαιρία του, σε ένα κοινωνικό γίγνεσθαι περίεργο και δυσοίωνο.

 

Όταν έμαθες τη σκηνοθετική προσέγγιση του έργου και αντιλήφθηκες για πρώτη φορά τι έχεις να αντιμετωπίσεις, τι σκέφτηκες;

Χάρηκα γιατί εγώ από μικρός ασχολούμαι με τον αθλητισμό αφενός και αφετέρου η ιδέα του Ανδρέα είναι ότι αν οδηγήσεις το σώμα σου στα άκρα, δε θα μπορείς να είσαι ψεύτικος πάνω στη σκηνη. Και αυτό με ηρέμησε. Θέλω αυτό που θα δει ο θεατής να είναι δουλεμένο και να του δώσεις τη δυνατότητα να κρίνει αν του αρέσει ή όχι, με τιμιότητα. Και το άλλο στοιχείο είναι ότι είχαμε πολύ χρόνο με τον Ανδρέα να δουλέψουμε. Δεν υπάρχει καμία μυστική συνταγή για τίποτα: μόνο δουλειά. Και φυσικά δώσαμε βάση στα τεχνικά χαρακτηριστικά, είδα πολλά βίντεο, προπονήθηκα πολύ. Το σώμα έχει αισθητηριακή μνήμη. Όταν κάνεις ένα πράγμα για μεγάλο χρονικό διάστημα, το σώμα πάει μόνο του. Μετά σκέφτεσαι την παράσταση, τα λόγια και με δουλειά, προπόνηση και μελέτη όλα αυτά παντρεύτηκαν σε ένα ενιαίο αποτέλεσμα. 

Εσύ ποιο συναίσθημα θεωρείς ότι χαρακτηρίζει το έργο;

Η απόγνωση. Και δεν το λέω αρνητικά. Είναι αυτό που έλεγε ο μεγάλος Καζαντζάκης: «δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου και την καρδιά, είμαι λεύτερος». Ο Καζαντζάκης αντιλήφθηκε αυτό που εμείς ίσως δεν έχουμε καταλάβει ακόμα, ότι η ελπίδα όταν γίνεται αλυσίδα και φυλακή σε κρατάει πίσω, δέσμιο. Οπότε η έλλειψη ελπίδας είναι αυτή που κινητοποιεί τον ήρωα, τον κάνει να δρα. Μπορεί να μην τον οδηγήσει πουθενά, αλλά δρα. Ας δράσουμε και ας μην οδηγηθούμε πουθενά, από το να μη δράσουμε καθόλου. Έτσι και αλλιώς από αυτούς που θαυμάζω, λίγοι τα κατάφεραν στο τέλος, αλλά τόλμησαν.

Ποιους θαυμάζεις δηλαδή;

Από προσωπικότητες θαυμάζω πάρα πολύ τον subComantande Μάρκος των Ζαπατίστας, όλους τους λατίνους συμπεριλαμβανομένων και των ποιητών τους, τον Κορνήλιο Καστοριάδη, τον Άρη Βελουχιώτη και πολλούς άλλους. Τέτοιους ανθρώπους θαυμάζω: αυτούς που ξεβολεύονται γιατί είναι δύσκολο! Παρόλο που φοβάσαι το να βγαίνεις από τη βολή σου είναι θαυμαστό. Και ο ήρωας αυτό παθαίνει. Ξεβολεύεται για όλους τους λάθος λόγους ενδεχομένως, το αναγνωρίζω αυτό, αλλά δρα, από απόγνωση.

 

Και τέλος ποιο σημείο του έργου θα έλεγες, σε ποιο σημείο της Αθήνας και γιατί;

Τώρα θα με κάνεις να πω κάτι γραφικό και συγχαρητήρια που με έφερες σε αυτό το σημείο. Θα επιλέξω το αγαπημένο μου κομμάτι, το όνειρο. Μέσα στη Βουλή, όπως ανεβαίνει ο ομιλητής στο βήμα, θα ανέβαινα και θα έλεγα: «Η μπουνιά δε σταματάει εκεί, βγαίνει έξω από το ρινγκ, και αρχίζει και βαράει όλους τους ηλίθιους που νομίζουν πως δε νιώθουμε, είμαστε από πλαστικό εμείς, είμαστε ζώα. Δεν πονάμε εμείς. Και οι ηλίθιοι τι σκέφτονται; Να τρέξουνε. Να φύγουν μακριά. Αυτό σκέφτονται οι ηλίθιοι. Αλλά δεν ξέρουν ότι η μπουνιά ακόμα και στο όνειρο, ακόμα και σε replay είναι πιο γρήγορη από όλους τους. Η μπουνιά τους περιμένει στην είσοδο και αρχίζει και τους βαράει έναν έναν».

Ευχαριστώ πολύ τον Τάσο για τη συνέντευξη! Σίγουρα είναι από τις παραστάσεις που προτείνουμε ανεπιφύλακτα για όλους τους σωστούς λόγους. ΤΑΠ ΑΟΥΤ στο καλό θέατρο!