Ο Τάκης Σπυριδάκης μας μιλάει για Άγριους Σπόρους και όχι μόνο!

Ο Τάκης Σπυριδάκης μας μιλάει για Άγριους Σπόρους και όχι μόνο!

Ο Άγριος Σπόρος, η παράσταση που μας εντυπωσίασε πέρσι, ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Επί Κολωνώ, σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη. Το έργο του Γιάννη Τσίρου, με πρωταγωνιστή της ιστορίας τον κυρ Σταύρο, παίρνει σάρκα και οστά σε μια παράσταση εύστοχη, με χιούμορ, ρυθμό, μισές και ολόκληρες αλήθειες. Έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε τον κυρ- Σταύρο ή αλλιώς τον απίθανο Τάκη Σπυριδάκη, σε μια συνέντευξη για το έργο αλλά και γενικότερα. Απολαύστε τον! 

Αρχικά θα θέλαμε να ακούσουμε λίγα λόγια για το έργο και αλλά και το ρόλο:

Πρόκειται για ένα έργο ενός εξαιρετικού συγγραφέα, του Γιάννη Τσίρου. Είναι ένα έργο που φαντάζει εύκολο, αλλά αυτό είναι και η παγίδα του, καθώς μιλάει για πράγματα διαχρονικά, με αφορμή, όμως, σημερινά θέματα. Ουσιαστικά, μιλάει για καταστάσεις που αφορούν αυτόν τον τόπο δεκαετίες τώρα. Αναφέρεται στις μισές αλήθειες που ξέρουμε όλοι μας, στην προσωπική ευθύνη του καθενός, μιλάει –εμμέσως πλην σαφώς- για τις πολιτικές καταστάσεις που έστρωσαν το χαλί για να φτάσουμε ως εδώ. Έχει ένα πολύ σημαντικό ανθρώπινο μέρος από κάτω, τις σχέσεις των ανθρώπων που διαχειρίζονται το μύθο, δηλαδή, με κύριο χαρακτηριστικό ότι είναι άνθρωποι που γνωρίζονται από τα γεννοφάσκια τους. Επομένως, με αφορμή έναν ξένο παράγοντα, βγαίνουν στην επιφάνεια θέματα, που υπήρχαν αλλά δε λεγόντουσαν ανοικτά. Ήταν πολύ βαθιά κρυμμένα μέσα τους ή γύρω τους. Κάποια στιγμή αυτός ο ξένος παράγοντας πυροδοτεί την όλη ιστορία.

Για το ρόλο του Σταύρου:

Ο Σταύρος σαν ήρωας είναι ένας άνθρωπος –κατά μια έννοια– στρεβλός. Λειτουργεί μια επιχείρηση χωρίς άδεια, χωρίς νομιμότητα, δεν έχει ούτε καν δίπλωμα στο αυτοκίνητο. Εχει μια αυθαίρετη καντίνα, την οποία έχει στήσει εκεί στην παραλία, σφάζει γουρούνια και πουλάει σουβλάκια στους τουρίστες. Είναι διαφορετικό πράγμα κάποιος να είναι στρεβλός, να μην είναι αποδεκτός από μια συγκεκριμένη μερίδα της κοινωνίας, γιατί είναι οξύθυμος, γιατί ο χαρακτήρας του είναι αυτός που είναι, και άλλο να είναι δολοφόνος. Ουσιαστικά, του προσάπτουν πράγματα που αυτός δεν είναι, επειδή ακριβώς είναι αυτός που είναι…

Ακόμα και η σχέση του με τον Τάκη, τον αστυνομικό, που τον έχει μεγαλώσει από μικρό σαν παιδί του, και κάποια στιγμή εκείνος γίνεται τυχαία αστυνομικός, έρχεται η στιγμή με αφορμή τον ξένο παράγοντα, να παίξει το ρόλο του αστυνομικού στην πραγματικότητα. Η κόρη του διαφωνεί μαζί του κάθετα, αλλά είναι πατέρας της και τον αγαπάει, όπως και ο ίδιος εκείνη. Θα περίμενε κανείς να αντιδράσει απέναντι στις πράξεις της κόρης του πολύ πιο οριακά και έντονα, αλλά εκείνος αντιδρά πολύ ανθρώπινα.

Το έργο περιλαμβάνει όλα αυτά τα ωραία στοιχεία μέσα του και ο Τσίρος τα διαχειρίζεται με πολύ μεγάλη λεπτότητα και θεωρώ φτάνει την ιστορία σε μεγάλο βάθος.

 

Το έργο είναι πολυεπίπεδο και αναφέρεται, με αφορμή την «κρίση» των τελευταίων χρόνων, στη γενικότερη κρίση που περνάμε διαχρονικά. Πιστεύεις ότι απορρέει η παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας μέσα από αυτό;

Ναι, βεβαίως. Και βασικά είναι αυτό που είπα εξαρχής: οι μισές αλήθειες. Κανένας ήρωας δεν έχει δίκιο ή άδικο. Ούτε οι ξένοι έχουν δίκιο ακριβώς. Και εν τέλει οι έρευνες που έκαναν που οδήγησαν;

Θέλω να πω ότι μπορεί ο Σταύρος να έχει τη στρεβλότητά του, αλλά η στρεβλότητα αυτή δεν είναι μόνο ενός χαρακτήρα. Αυτή την παθογένεια που λέμε, δεν την παρουσιάζει μόνο ένας ήρωας, την παρουσιάζει ένα ολόκληρο σύστημα.

Από την άλλη, μέσα από δύσκολες καταστάσεις, αναδύεται –με έντονα σκωπτικό χιούμορ- και μια θετικότητα. Ισχύει;

Ισχύει. Το έργο έχει πολύ χιούμορ, λέγονται πολύ σοβαρά πράγματα μέσα από το χιούμορ και αυτός είναι ένας τρόπος να δοθεί πρόσθετο βάρος στη σοβαρότητα των λεγομένων μας. Από την άλλη, χωρίς κανενός είδους διδακτισμό, το έργο δε δίνει λύσεις, αφήνει το θεατή να σκεφτεί τα πράγματα και δεν παίρνει σαφή πολιτική θέση. Μπορεί να δημιουργείται η εντύπωση ότι με Σταύρους και Τάκηδες δεν πάμε πουθενά, όμως, η αληθινή ελπίδα του έργου είναι η κόρη. Ως νέος άνθρωπος, διαφωνεί και θεωρεί, όπως και εμείς θεωρούσαμε στα νιάτα μας ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα και με κάποιο άλλο τρόπο και μάλιστα ότι έχουμε τα εργαλεία να το κάνουμε, ότι όντως μπορεί να γίνει κάτι καλύτερο. Η κόρη επομένως είναι το πιο ελπιδοφόρο πρόσωπο μέσα σε όλο αυτό το δραματικό σύμπαν του Τσίρου.

Το έργο πραγματεύεται πολύ έντονα και τις ανθρώπινες σχέσεις, πατέρας-κόρη για παράδειγμα, και μάλιστα υπάρχουν έντονη παρουσία των χαρακτήρων που δεν εμφανίζονται (η μάνα, οι ξένοι τουρίστες που κάνουν την καταγγελία).

Ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο του έργου είναι ακριβώς ο έντονος ρόλος των χαρακτήρων που είναι απόντες. Αλλά ουσιαστικά είναι πολύ παρόντες. Αν κάποιος θέλει να φανταστεί την πίσω ιστορία της σχέσης του ζευγαριού, θα πρέπει να φανταστεί ότι ο Σταύρος και η γυναίκα του κοσμούσαν τα σκυλάδικα, πιθανόν στα όρια της νομιμότητας όσον αφορά στο πως έβγαζαν λεφτά και ήταν όλα μια χαρά. Ξαφνικά εκείνη ένιωσε προφανώς ότι είναι γυναίκα ενός που σφάζει γουρούνια, που έχει μια καντίνα, που δεν άντεξε την τσίκνα και επέστρεψε κάπου στο Μοσχάτο, στο δυάρι της θείας της.

Ο Σταύρος όμως όλα αυτά τα κάνει για να επιβιώσει, όχι για να πλουτίσει. Μέσα από την παρανομία του ή την ανομία του –όπως θέλετε πείτε το- προσπαθήσει να ζήσει. Γιατί άλλοι παρανομούν για να πλουτίσουν…

 

Είναι συγκλονιστική η σχέση πατέρα-κόρης, μέσα σε ένα τόσο ασφυκτικό -για την κόρη- πλαίσιο. Η αίσθηση ότι μέσα από τις συγκρούσεις βγαίνει αγάπη προς τον πατέρα.

Η κόρη τον αγαπάει και παίρνει και σαφή θέση απέναντι στη μάνα, η οποία ουσιαστικά την έχει εγκαταλείψει. Η κόρη δεν τον αγαπάει μόνο, του αναγνωρίζει ότι είναι εκεί και παλεύει για εκείνη. Τη στηρίζει έμπρακτα, εφόσον η μάνα απουσιάζει.

Σε αυτό με βοήθησε προσωπικά ότι έχω κόρες και παρόλο που το βίωμα από μόνο του δεν είναι τέχνη, καλό είναι να υπάρχει, ώστε να το πλάσεις και να το φτάσεις εκεί που θέλεις εσύ.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς να αντιδράει υπερβολικά απέναντι σε πολλά πράγματα, που η ιδεολογία του δε θα τα δεχόταν –αν υποθέσουμε ότι έχει ιδεολογία ο Σταύρος-, αντιδρά πολύ ήπια κι ανθρώπινα. Αυτό είναι επιλογή της σκηνοθεσίας αλλά και της ερμηνείας που δώσαμε στο έργο: κάθε άνθρωπος, και ο χειρότερος να είναι, έχει μέσα του καλά στοιχεία. Αν και εγώ δεν πιστεύω ότι παίζω τον Σταύρο σαν το χειρότερο άνθρωπο.

Μιλάμε επομένως και πιο συνολικά για καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε δεκαετίες τώρα και πρακτικές που μας έχουν φέρει ως εδώ, οι οποίες θα μπορούσαν να ταιριάζουν ανά περίπτωση, πάνω στην ιστορία του Άγριου Σπόρου;

Μιλάμε για την πιο μακρά περίοδο της ιστορίας μας χωρίς πιέσεις, χωρίς εξωτερικούς κινδύνους, χωρίς χούντες, χωρίς τίποτα, και ουσιαστικά όλα αυτά τα σαράντα χρόνια δεν έχει προκύψει τίποτα ουσιαστικό. Δεν υπήρχαν όλες αυτές οι πολιτικές ανωμαλίες άλλων ετών. Δόθηκε μια ευκαιρία όλα αυτά τα χρόνια να μη λειτουργούμε υπό πίεση, ούτε ως καλλιτέχνες ούτε ως πολίτες και αυτή τη συγκυρία δεν την εκμεταλλεύτηκε κανείς. Μπορεί βλεβαια αυτό που συμβαίνει τελικά σήμερα να είναι χειρότερο. Άλλωστε υπάρχουν εγκλήματα στη δημοκρατία, που θα τα ζήλευε και ο Χίτλερ. Με δημοκρατικό μανδύα έχουν συμβεί τρομακτικά εγκλήματα.

Παρόλα αυτά το έργο κλείνει με την ατάκα του Σταύρου πως ότι και να γίνει εμείς είμαστε σαν άγριος σπόρος και θα φυτρώσουμε ξανά. Ο Σταύρος το πιστεύει, ο Τάκης;

Δύσκολη ερώτηση (γέλια). Μέσα σε ένα σύστημα στο όποιο δεν υπάρχει περίπτωση να συνδιαλεχθείς μαζί του, αυτό το γεγονός αποτελεί μια συντριβή για τον άνθρωπο, για τον πολίτη. Ας βρει ο καθένας τρόπους για να μπορέσει να επιβιώσει με βάση αυτά που επιθυμεί να κάνει. Δεν εννοώ να παρανομήσει και να πάει προς την παραβατικότητα, αλλά να βρει δικά του μέσα να ζήσει όπως θέλει και αξιοπρεπώς.

Από την άλλη για ποιους νόμους και ποιους κανόνες μιλάμε; Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει ένα χάος και θέλουμε να θέσουμε σε τάξη αυτό το χάος, πιστεύει κανείς ότι όλα αυτά τα χρόνια, με τις πολιτικές που ακολουθούνται μπήκε κάτι σε τάξη; Για παράδειγμα, υπάρχει σήμερα ένα φορολογικό σύστημα, που το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δημιουργεί «κλέφτες» και όχι ευνομούμενους πολίτες.

Το έργο μιλάει για όλα αυτά, με αφορμή την κρίση. Άλλωστε, οι του πολιτικού συστήματος είμαι βέβαιος ότι είναι απόγονοι «κατσαπλιάδων» και «ζωοκλεφτών» και προφανώς δεν υπάρχει σοβαρή αστική τάξη. Το χειρότερο είναι ότι μεγαλώνουν και τα παιδιά τους κατά τον ίδιο και χειρότερο τρόπο, χωρίς να το έχουν αντιληφθεί.

Δε θέλω να γίνω μηδενιστής αλλά δεν υπάρχει και τίποτα όρθιο. Παρόλα αυτά ζούμε σε μια χώρα, που είτε επειδή έχει ήλιο είτε για άλλους παράγοντες, μπορεί κανείς να ζήσει με καλύτερους ανθρώπινους όρους, με ό,τι και αν συμβαίνει. Γιατί και οι κοινωνίες της Δύσης που τις προβάλλουν σαν πρότυπο, είναι κοινωνίες κτηνωδίας. Δεν έχουμε καμία σχέση με αυτόν τον κόσμο (αυτό φαίνεται από το αν παρακολουθήσεις δέκα λεπτά την τηλεόρασή τους).

Τώρα η συλλογική συμπεριφορά είναι κάτι στο οποίοι αντιτιθέμεθα, διότι αν κυριαρχούσε αυτό που θέλαμε θα μιλάγαμε για μια άλλη εντελώς κοινωνία. Από τις μειοψηφίες έρχονται οι αλλαγές και από τις μειοψηφίες περιμένει κανείς να γίνει κάτι.

 

Φεύγοντας από το έργο και έχοντας απέναντί μου ένα τόσο σπουδαίο άνθρωπο δε μπόρεσα να μη ρωτήσω, να μην πάρω μια δήλωση, για το Νίκο Νικολαΐδη και τη συνεργασία του μαζί του:

Με το Νικολαΐδη βρεθήκαμε αμέσως, από την πρώτη στιγμή και με τις πρώτες ατάκες που ανταλλάξαμε. Είχα μια υπέροχη συνεργασία μαζί του. Ο Νίκος δε συνήθιζε να κάνει φιλολογικές πρόβες. Προτιμούσε την οικειότητα, την πραγματική οικειότητα. Τότε ζήσαμε σαν παρέα με τα παιδιά της Γλυκιάς Συμμορίας, μπορεί να μη γίναμε φίλοι στην πορεία, αλλά υπάρχει μια συμπάθεια και η γοητεία ότι παίξαμε όλοι μαζί σε μια ταινία. Ο Νικολαΐδης είναι για μένα μεγάλο κεφάλαιο. Γιατί πολλές φορές δεν έχει τόση σημασία το τι κάνουμε στη δουλειά, αλλά τι μένει. Με το Νίκο είχαμε μια φοβερή φιλία, είχαμε και τις προστριβές μας, αλλά οι φιλίες δεν κάμπτονται από τέτοια. Είναι μια μεγάλη απώλεια για μένα, ενός σπουδαίου φίλου. Πάντα έδινα μεγάλη σημασία στη φιλία στη ζωή μου και για αυτό το κενό του είναι μεγάλο, πρωτίστως σαν φίλου. Αλλά και στη δουλειά η συνεργασία μας ήταν άψογη και αυτό κάνει την απώλεια μεγαλύτερη.

Ο Άγριος Σπόρος, μια υπέροχη παράσταση που συστήνουμε ανεπιφύλακτα, ξεκινάει για δέυτερη χρονιά, 1 Οκτώβρίου, στο θέατρο Επί Κολωνώ. Ιδιαίτερη τιμή και χαρά να φιλοξενήσουμε στο deBόp, τον κο Τάκη Σπυριδάκη, τον οποίο ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη! Ετοιμαστείτε για τη νέα θεατρική χρονιά λοιπόν, ξεκινώντας από τον Άγριο Σπόρο...