Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Χατζής μιλά στο deBop

Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Χατζής μιλά στο deBop

Σκηνοθέτης και ιδρυτής της ομάδας «Χρώμα» έχει παρουσιάσει από το 2008 μέχρι σήμερα πολλές παραστάσεις. Στο βιογραφικό του μετρά σπουδαίες συνεργασίες μεταξύ των άλλων με τις Λήδα Πρωτοψάλτη, Λυδία Κονιόρδου, Αγλαΐα Παππά, Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Μαρία Κατσανδρή. Το χειμώνα σκηνοθέτησε την παράσταση «Αγαμέμνονας. Αισχύλος/Ευριπίδης», μια συρραφή πάνω στον "Αγαμέμνονα" του Αισχύλου και την "Ιφιγένεια εν Αυλίδι" του Ευριπίδη, ενώ τώρα θα ανεβάσει το "Γλάρο", ένα κλασσικό έργο. Εμείς ξεκλέψαμε λίγο από το χρόνο του (κάπου ανάμεσα σε δοκιμές και τελικές πρόβες) και μιλήσαμε μαζί του για το κλασσικό έργο, τον Τσέχωφ, την τέχνη και τη ζωή.

 

Για την επιλογή έργου

Η επιθυμία μου να ανεβάσω τον Γλάρο, αρχίζει πριν από δύο χρόνια. Τώρα αισθάνθηκα έτοιμος. Έπαιξε πολύ σημαντικό, βέβαια, κι η επιχορήγηση που λάβαμε από το Υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει στο έργο, πέραν της μεγάλης θεατρικής αξίας του, είναι η ανάγκη μου να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με το Θεάτρο. Το ίδιο κάνει κι ο Τσέχοφ στον Γλάρο. Μια ανάγκη που προκύπτει όχι μόνο από προσωπική επιθυμία αλλά από την ανάγκη της εποχής μας. Ο Τσέχοφ στον Γλάρο προσπαθεί να ανακαλύψει εξαρχής τη σχέση του με τη φύση της συγγραφής. Δεν είναι τυχαίο πως οι δύο βασικοί ήρωες του έργου είναι συγγραφείς. Ο ένας, πετυχημένος αλλά όχι σημαντικός συγγραφέας, ο άλλος ξεκινάει τώρα να γράφει με τη φόρα που έχει νεότητα θέλει να ανατρέψει τα πάντα. Ο Τσέχοφ τοποθετεί συνεχώς ερωτηματικά. Τι είναι αυτό που δομεί την τέχνη; Γαιτί έχουμε ανάγκη την τέχνη; Θυσιάζει πολλές φορές και τη δραματουργική δομή για να ψάξει  τις απαντήσεις. Νέες φόρμες; Νέοι τρόποι; Ή όλα αυτά δεν έχουνε σημασία; Μήπως να γράφεις μέσα από τη ψυχή σου; 

Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς γράφοντας δημιουργούν ερωτηματικά, η πρόθεση τους δεν είναι να απαντηθούν, αν και μανιωδώς παλεύουν να βρουν απαντήσεις. 

 

 

 

Για τη σύγκρουση του παλιού και του νέου στον «Γλάρο» και το θέατρο

Ένα άλλο μεγάλο θέμα που απασχολεί τον Τσέχοφ πάλι σε σχέση με τη φύση του θεάτρου και πάντα στο να θέσει ερωτήματα. Η συγκρούση της «παλιάς σχολής» με ό,τι εκείνη φέρει, με το καινούργιο, που τις περισσότερες φορές θέλει να ανατρέψει τα πάντα αγνωοπντας το παρελθόν. Στον Γλάρο γίνεται βίαια αυτή σύγκρουση. Η Αρκάντινα, διάσημη ηθοποιός, με τον εξίσου διάσημο συγγραφέα- εραστή της Τριγκόριν που αντιπρωσοπεύουν το σύστημα, το κατεστημένο, απέναντι στο φιλόδοξο νέο συγγραφέα και γιο της, που θέλει να εξαφανίσει κάθετι παλιό. Μια σύγκρουση ανάμεσα στο κατεστημένο και το εν τη γενέσει. Δείτε πόσο μας αφορά αυτό εμάς τώρα στην Ελλάδα. Λίγα χρόνια πριν η δύναμη ήταν στους παλιούς, δεν έδιναν βήμα στους νέους να φτιάξουν κάτι δικό τους. Φυσικά υπήρξαν κι εξαιρέσεις. Και τώρα επικρατεί μια νεολαγνεία. Οι ισχυροί είναι πια οι νέοι. Δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ουσιαστική συνεργασία των νέων με την παλιότερη γενιά. Κανένας ουσιαστικός διάλογος. Η αλλαγή έγινε απότομα, βίαια και κατά τη γνώμη μου αυτό είναι λάθος. Έγινε μια απότομη αντίστροφη. Πράγμα κακό για την τέχνη. Δεν γίνεται ούτε να μένουμε στο παλιό, αλλά ούτε να αγνοούμε την ιστορία. Πρέπει να γνωρίσουμε σε βάθος αυτό που υπήρξε για να γεννηθεί κάτι καινούργιο που δε θα είναι απλά μια μόδα, αλλά μια αλήθεια της εποχής. Γι' αυτό μας αφορά τόσο πολύ ο Γλάρος γαιτί πρέπει, και το ξαναλέω, να επανατοποθετήσουμε τη σχέση μας με τη τέχνη. Όχι μόνο οι καλλιτέχνες, αλλά και το κοινό. 

 

Για το μοντερνισμό και την αποδόμηση στο θέατρο

Είναι θεμιτό να υπάρχουν νέες κι ανατρεπτικές προτάσεις πάνω σε σημαντικά έργα. Ας σκεφτούμε πόσες αλλαγές έφερε στην τέχνη, για παράδειγμα, ο φορμαλισμός τον 20ο αιώνα. Πόσα σημαντικά έργα έχουμε στη ζωγραφική, στη μουσική, το θέατρο, την αρχιτεκτονική. Αυτό βέβαια είχε να κάνει με πρωτότυπη δημιουργία. Αλλά καταλαβαίνετε τι προσπαθώ να πω. Φυσικά ναι, πρέπει να δοκιμάζουμε. Να αγωνιζόμαστε, να ανακαλύπτουμε κι άλλα, να φωτίζουμε τα έργα σύμφωνα με την εποχή που ζούμε.... Σημασία έχει η πρόθεση κάτω από όλα αυτά. Το γιατί. Δεν έχει νόημα να συμβαίνει κάτι επί τούτου, χωρίς μια βαθύτερη αιτία… Όσον αφορά την τόσο χιλιοχρησιμοποιημέμη έννοια της αποδόμησης πιστεύω πως όποιος μπορεί να αποδομήσει κάτι πρέπει πάνω από όλα να ξέρει από δομή. Ο Πικάσο, για παράδειγμα, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους του 20ου αιώνα δεν πήγε απευθείας στον κυβισμό- πέρασε από διάφορα στάδια στην καλλιτεχνική του διαδρομή για να φτάσει εκεί.

 

Προσωπική επιλογή ή κοινωνική αποδοχή;

Ο καλλιτέχνης στηρίζεται στο ένστικτο του, στην έμπνευση, στην ικανότητα που αποκτάει κανείς μέσα στο χρόνια να αφήνει τον εαυτό του πίσω και να βλέπει μόνο το έργο, στη σκληρή δουλειά και ακόμα σε κάτι πιο λεπτό, στην όρασή του. Στην ικανότητα του να παρατηρεί αυτό που συμβαίνει τώρα. Αν έχει αυτή την ιδιαίτερη ικανότητα, τότε πρέπει να επιμένει σε αυτό που ίσως οι άλλοι, το κοινό, δεν μπορούν ακόμα να αντιληφθούν. Πολλές φορές μπορεί να πιστεύεις κάτι πάρα πολύ ως δημιουργός που όμως ούτε η εποχή ούτε η κοινωνία είναι έτοιμες να το δεχτούν. Άλλωστε οι μεγάλοι δημιουργοί θεωρούνται σπουδαίοι, γιατί μπορούσαν να δουν τι συνέβαινε στην εποχή τους. Το πρόβλημα ήταν ότι δε μπορούσαν κι οι σύγχρονοί τους να το αντιληφθούν, γιατί ήταν κολλημένοι στο παρελθόν. Βέβαια επειδή το θέατρο συμβαίνει πάντα στο τώρα, δηλαδή αυτές τις δυο ώρες που κρατάει ένα έργο, και δεν καταγράφεται στην ιστορία, όπως συμβαίνει με τη ζωγραφική, τη μουσική, τη λογοτεχνία, θέλει μια ιδιαίτερη προσοχή και χειρισμό ό,τι καινούριο ανακαλύπτεις. 

 

 

Για τα (γκρεμισμένα) όνειρα

Ο Τρέπλιεφ ξεκινά με μια τρομερή αυτοπεποίθηση πως θ’ αλλάξει το θέατρο. Διαφωνεί με τις υπάρχουσες αντιλήψεις περί θεάτρου(φωτισμοί, σκηνικά κ.λπ.) οπότε επιλέγει να προτείνει. Η σύγκρουση ουσιαστικά με το παλιό πυροδοτείται από τη διαμάχη που έχει με τη μητέρα του. Στο νέο του, λοιπόν, εγχείρημα βρίσκει συνεργό/συνεργάτη τη Νίνα, μια νέα ηθοποιό, η οποία γίνεται κι η μούσα του. Ο έρωτας, δηλαδή, τον κινητοποιεί. Όταν φεύγει η Νίνα, ο Τρέπλιεφ ναι μεν εξακολουθεί να γράφει, όμως, όπως ο ίδιος πιστεύει, το γράψιμό του είναι στεγνό και πως ο ίδιος ξεπέφτει σε κλισέ. Γι' αυτόν το γράψιμο είναι κάτι που βγαίνει μέσα από την ψυχή, που στην περίπτωσή του ψυχή είναι η Νίνα. Για τον Τρέπλιεφ η τέχνη είναι ο έρωτας. Το ίδιο ισχύει και για τον ίδιο τον Τσέχωφ; Άλλο ένα ερώτημα που δεν έχει μια ξεκάθαρη απάντηση. 

 

Για τον (ανεκπλήρωτο) έρωτα

Ο έρωτας έχει να κάνει με τις προβολές μας απέναντι στους άλλους. Όπως μου έλεγε η Λούλα (Αναγνωστάκη) : «Τι είναι ο έρωτας; Ένα ποτήρι νερό που το πίνεις και ξεδιψάς. Και μετά πας σε άλλο ποτήρι». Είναι λίγο κυνικό, όμως αν το καλοσκεφτείς, το κομμάτι του έρωτα-δε μιλάω για την αγάπη ή τη συμβίωση- κρατά λίγο, το πολύ έξι μήνες. Ουσιαστικά όταν ερωτεύεσαι δεν είναι σε πρώτο πλάνο τόσο πολύ ο άλλος ή η άλλη, αλλά η προσωπική σου ανάγκη.Κι αυτό βλέπουμε και στο Γλάρο. Όλοι οι ήρωες είναι ερωτευμένοι με τα λάθος άτομα. Η Μάσα με τον Τρέπλιεφ, ο Τρέπλιεφ με τη Νίνα, η Νίνα με τον Τριγκόριν, ο δάσκαλος με τη Μάσα, η Πολίνα με το γιατρό… Κανείς δε μπορεί να «πάρει» αυτό που θέλει από τον άλλο για κανένα λόγο. Και μπορεί αυτό να φαντάζει ως μια τρομερή δυστυχία, όμως ο Τσέχωφ βρίσκει έναν τρόπο κι υπονομεύει τους ήρωες του συνεχώς. Δεν τονίζει τη δραματικότητα της κατάστασής τους, αλλά φωτίζει το κωμικό της υπόθεσης.

Προς το τέλος του έργου η Μάσα παραδέχεται πως «Ανεκπλήρωτοι έρωτες υπάρχουν μόνο στα μυθιστορήματα». Είμαι σίγουρος, όμως, πως όταν πεθαίνει ο Κονσταντίν (σ.σ. Τρέπλιεφ) εκείνη είναι χαρούμενη. Νιώθει πως απελευθερώθηκε από τα δεσμά. Άρα ο ανεκπλήρωτος έρωτας υπάρχει, καλώς ή κακώς. Και πολλές φορές αποτελεί αιτία δημιουργίας. Ας μην ξεχνάμε ότι όλα τα μεγάλα έργα στηρίζονται στο δίπολο έρωτας-θάνατος. Δύο έννοιες αλληλοσυνδεόμενες, γιατί ο έρωτας υπάρχει ως ανάγκη για να νικήσουμε το φόβο του θανάτου αλλά κι ως μια επιστροφή στη μήτρα/μητέρα.

 

Για το λιτό σκηνικό χώρο

Γενικά στις σκηνοθεσίες μου υποστηρίζω το όσο το δυνατόν λιγότερο. Επίσης ποτέ δεν ξεκινώ από το σκηνικό χώρο, αλλά από τις σχέσεις μεταξύ των ηρώων του εκάστοτε έργου. Αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο. Διαβάζοντας, λοιπόν, το κείμενο, είπα ότι θέλω να ταυτιστώ με τη ρομαντική θέση του Τρέπλιεφ, να κάνω το απόλυτο τίποτα. Κι έτσι κατέληξα να μην έχω καθόλου σκηνικά, παρά μόνο δύο αυλαίες, μια μαύρη και μια βυσσινί. Επίσης με ενδιέφερε η διάσταση ότι οι ήρωες του Τσέχωφ είναι θεατές του δράματός τους, δηλαδή υπάρχει μια προέκταση του θεάτρου. Με αυτόν τον τρόπο καταργείται κι η έννοια του χώρου. Μια άλλη ιδιομορφία στον Τσέχωφ είναι πως οι ήρωες του δε μένουν ποτέ μόνοι επί σκηνής. Δε μπορεί κανείς να υπάρξει χωρίς τον άλλον. Μοιάζουν λίγο με ορχήστρα. Σε αυτή την παραδοχή εστίασα και στις πρόβες, ότι δηλαδή πρέπει να δημιουργηθούν σχέσεις. Φυσικά οι ηθοποιοί ήταν ελεύθεροι να χτίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις, με τη δική μου βοήθεια και καθοδήγηση όπου ήταν απαραίτητες.

 

 

 

 

 Ευχόμαστε κάθε επιτυχία στον Κωνσταντίνο Χατζή. Καλοτάξιδος «Ο Γλάρος» του κι ό,τι άλλο σχεδιάζει!