Ο Γιωργής Τσουρής μιλάει στο debop.gr λίγο πριν το live στο Άλικο

Ο Γιωργής Τσουρής μιλάει στο debop.gr λίγο πριν το live στο Άλικο

Ο Γιωργης Τσουρής, ηθοποιός και μουσικός, με την πρώτη δισκογραφική του δουλειά να κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό, έρχεται στο Άλικο για ένα live εν μέσω καρναβαλιού! Πριν από αυτό όμως μίλησε στο debop.gr για το δίσκο του, τη μουσική και άλλα πολλά! Απολαύστε τον!

Γιωργή, μίλησέ μας αρχικά για το πως ήρθε ο δίσκος.

Ο πρώτος μου δίσκος είναι κάτι που ανέβαλλα καιρό λόγω της θεατρικής υπεραπασχόλησης. Όταν κάποια στιγμή πριν από ενάμιση χρόνο το πήρα απόφαση να εκτεθώ, ξέθαψα απ' το συρτάρι καμιά εικοσαριά τραγούδια. Αφού τα απέρριψα σχεδόν όλα, είπα να στρωθώ να γράψω καινούρια. Τελικά μέσα στους τρεις καλοκαιρινούς μήνες του 2014 – εν μέσω περιοδείας με το Εθνικό Θέατρο - έγραψα τα 11 από τα 12 κομμάτια που αποτελούν το δίσκο. Ως εκ τούτου τα περισσότερα κομμάτια γράφτηκαν στο δρόμο και μάλιστα σε διάφορα μέρη, με διαφορετικές εικόνες και ήχους να συνθέτουν το μωσαϊκό της έμπνευσης που τα γέννησε. Τυχαία πιάνα  σε ξενοδοχεία, μια ακουστική κιθάρα και το κινητό μου με τη δυνατότητα εγγραφής ήχου και σύνταξης κειμένου αποτέλεσαν το φορητό μου εργαστήριο. Το φθινόπωρο με καθαρογραμμένους στίχους και πρόχειρες ηχογραφήσεις κουπλέ – ρεφραίν, βρήκα το θάρρος να πάρω τηλέφωνο τον Σταύρο Λάντσια, έναν μουσικό και συνθέτη που παρακολουθούσα και θαύμαζα από παιδί. Εκείνος άκουσε ένα μικρό δείγμα της δουλειάς, ενδιαφέρθηκε και τότε ξεκίνησαν τα «μαθήματα». Λέω μαθήματα γιατί η κάθε συνάντηση και το κάθεsession που ακολούθησε, είχε για μένα το χαρακτήρα master class σεμιναρίου. Η διαδικασία της ενορχήστρωσης και ο κάθε μουσικός που πέρασε από το στούντιο, μου άλλαξε την εικόνα που είχα για τα όργανα και τις δυνατότητες. Μουσικοί όπως ο ίδιος ο Λάντσιας, ο Γιώτης Κιουρτσόγλου, ο Ηρακλής Βαβάτσικας, ο David Lynch, ο Γιώργος Καλούδης και όλοι ανεξαιρέτως οι μουσικοί, έντυσαν τα τραγούδια με ήχο και μουσικές επιλογές που δεν θα τολμούσα να υποψιαστώ.

Και τι είναι αυτό σε κινεί να κάνεις μουσική;

Το βασικό κίνητρο για την συγκεκριμένη μουσική μου πρωτοβουλία υπήρξε αγνά ιδιοτελές. Κινούμαι από την ανάγκη μου να επικοινωνώ από σκηνής με τον κόσμο. Όταν διανοήθηκα ότι μπορώ να το κάνω αυτό και εξωθεατρικά και μάλιστα με δικό μου υλικό, ή ανάγκη πολλαπλασιάστηκε, και το κίνητρο ενισχύθηκε. Θεωρώντας φυσικά, ίσως και από αλαζονεία –ελπίζω όχι μόνο-, ότι έχω πράγματα να πω. Βέβαια, έτσι κι αλλιώς, η μουσική ήταν πάντα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου και ως σπουδή, και ως θεατρικό εργαλείο, και ως μηχανισμός ερωτικής προσέγγισης – ο καθείς και τα μέσα του!-.

 

Ποιες θα έλεγες ότι είναι οι μουσικές επιρροές σου;

Από παιδί είχα συγκεκριμένα ακούσματα που προέκυψαν φυσικά από τις γονεϊκές μουσικές επιλογές. Την παιδική μουσική μου μυθολογία συνθέτουν ο Σαββόπουλος, ο Χατζιδάκις, ο Ζαμπέτας και η δημοτική παράδοση. Αργότερα ανακάλυψα τους ρεμπέτες και την Ελληνική ροκ σκηνή, αξίες αλληλένδετες που συνομιλούν στο χρόνο. Τα ακούσματά μου ολοκληρώθηκαν μετά την εφηβεία όταν και ανακάλυψα ότι υπάρχει μουσική και εκτός συνόρων. Beatles, Dylan,Waits, Rice μου απέδειξαν ότι μπορώ να συγκινηθώ και με αγγλικό στίχο. Η σημαντικότερη πηγή έμπνευσης προέκυψε ωστόσο όχι από τραγούδια που άκουγα κατά καιρούς, αλλά από ποιήματα που ανακάλυψα στα φοιτητικά μου χρόνια στη φιλοσοφική σχολή. Εκεί εξερεύνησα, σχεδόν εμμονικά τη στιχοπλοκή των σημαντικότερων ποιητών μας (Σολωμός, Καβάφης, Καρυωτάκης η Αγία Τριάς κατά την ταπεινή μου άποψη). Από τότε γράφοντας ένα τραγούδι η αφετηρία και το έναυσμα είναι πάντα ο στίχος. Και όπως υποδεικνύουν όλοι οι μεγάλοι ποιητές: Όσο πιο απλός και καίριος, τόσο πιο καλός.

Πες μας κάποια ιστορία πίσω από κάποιο συγκεκριμένο τραγούδι;

Το κάθε τραγούδι όπως είπα στην αρχή έχει τη δική του ιστορία. Ίσως η πιο ουσιαστική ανήκει στο μοναδικό κομμάτι που γράφτηκε εντός των αττικών συνόρων. Το κομμάτι αυτό, που φέρει τον τίτλο «Τσιφτετέλι ή Ο Καραγκιόζης Ζητιάνος» γράφτηκε σε μία πεζοπορία μου από την Ομόνοια στο Σύνταγμα, σε ένα τέταρτο, με αφορμή έναν άνθρωπο που μου άπλωσε το χέρι για ελεημοσύνη, και τελικά μου πρόσφερε πολύ περισσότερα από όσα αγοράζουν τα κέρματα που του έδωσα.

Πως προέκυψε ο τίτλος του δίσκου «Καμένα τοστ και καλημέρες»;

Ο τίτλος -που αποτελεί στίχο από το κομμάτι του δίσκου: «Πόσο φοβάμαι το πρωί»- είναι ένα απόκομμα από τη ζωή μου, όπου κάθε πρωινό καβγά διαδέχεται μία αδέξια απόπειρα συμφιλίωσης με την παρασκευή ενός δήθεν ειδυλλιακού πρωινού γεύματος με ό,τι υλικά έχουν ξεμείνει στο ψυγείο. Αυτό που σηματοδοτεί για μένα το πρωινό καλημέρισμα με το ενοχικό τοστ που μυρίζει μπαρούτι, είναι τη δυσκολία των ενήλικων σχέσεων, ερωτικών και μη, αλλά και την ομορφιά στην ελπίδα ότι «όλα θα φτιάξουν», κι ας μην ξέρουμε ποτέ τί σημαίνει «φτιάξουν» ή ακόμη ποιά είναι τα «όλα»... (Προσοχή: Η απάντηση είναι ακατάλληλη για άτομα κάτω τον 20 ετών).

Ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που θυμάσαι να ακούς και να σε συναρπάζει;

 



Το πρώτο τραγούδι που έχω μνήμη να ακούω και να τραγουδάω, είναι ένα τραγούδι από μία παιδική παράσταση που έφερε τον τίτλο «Ο Τσιπολίνος». Αυτό το ρυθμικό "να να να να" που εκφώνησα σε στυλ παιδικού εμβατηρίου -χωρίς ακόμη να προφέρω ακριβώς τα λόγια- ήταν σίγουρα το πρώτο που συγκράτησε η μνήμη μου. Για να με συναρπάσει όμως ένα κομμάτι πέρασαν αρκετά χρόνια, και αν πρέπει να αναφέρω ενδεικτικά ένα, για να μην μπλέκουμε με top 5, top 10 κλπ, αυτό θα ήταν το «Μάλιστα Κύριε» του Ζαμπέτα, που αποτέλεσε και το soundtrack του έρωτα της 5ης Δημοτικού. Θυμάμαι ότι άκουγα αυτό το κομμάτι και σκεφτόμουνα, μία την συμμαθήτρια (ονόματα δε λέω - υπολήψεις δε θίγω) και μία έλεγα από μέσα μου: «κομματάαραα».

Ποιος είναι ο πρώτος δίσκος που αγόρασες ποτέ;

Η αλήθεια είναι ότι δεν θυμάμαι ποιός ήταν ο πρώτος, θυμάμαι όμως ποιο δίσκο έλιωσα κυριολεκτικά σε φορητά και σταθερά σιντόφωνα (προ mp3, 90's καταστάσεις). Ήταν το LIVE του Σαββόπουλου «20 χρόνια δρόμος» με τις ζωντανές ηχογραφήσεις από το Παλαί ντε σπορ Θεσσαλονίκης και το Ολυμπιακό στάδιο. Ο Σαββόπουλος είναι ένας καλλιτέχνης πραγματικά για όλες τις ηλικίες. Πολλά από τα τραγούδια του, τα ανακαλύπτω ξανά και ξανά κάθε 5-6 χρόνια και αγγίζουν άλλες χορδές σε κάθε ηλικία. 

Πως και γιατί ήρθες στην Αθήνα και τι σου αρέσει στην πόλη αυτή;

Το πλάνο μου να ζήσω στην Αθήνα ξεκίνησε ήδη από το γυμνάσιο και εκπληρώθηκε πριν 11 χρόνια. Δεν σκέφτηκα ποτέ αν μου αρέσει αυτή η πόλη. Ακόμα και τώρα δεν το σκέφτομαι. Ένοιωθα πάντα ότι τα όνειρά μου και οι ανάγκες μου με φέρνουν εδώ. Κι αν κάποια στιγμή με οδηγήσουν αλλού, ελπίζω οργανικά και αβίαστα να αφουγκραστώ το νέο κάλεσμα. Για να είμαστε δίκαιοι και αντικειμενικοί, αυτή η πόλη είναι πανάσχημη με πολλούς τρόπους και πανέμορφη με ελάχιστους. Νοιώθω όμως πολύ άνετα σε αυτήν. Είναι η πόλη που σπούδασα, η πόλη που δούλεψα και δουλεύω και η πόλη που αν κάποια στιγμή αφήσω πίσω μου θα μου λείψει. Νομίζω... Πολύ... Τί λέω!; Δεν πάω πουθενά! Τη λατρεύω αυτή την πόλη!

 

Πότε είναι προγραμματισμένο το επόμενό σου live;

Το επόμενο προγραμματισμένο live θα πραγματοποιηθεί στο «ΑΛΙΚΟ» στου Ψυρρή στις 11/3, ημέρα Παρασκευή, εν μέσω μασκαρεμάτων και καρναβαλιστών. Καλώ αυτούς που, όπως κι εγώ, δεν ενθουσιάζονται με το θεσμό (ηθοποιός και να αδημονεί να μασκαρευτεί, κομμάτι δύσκολο νομίζω) να προσέλθουν για μια μουσική παράσταση γυμνή από ενδυμασίες, ντυμένη με ειλικρίνεια και επικοινωνία, χωρίς διαμεσολαβητές. Κοντολογίς: «Να πέσουν οι μάσκες»!

Περισσότερες πληροφορίες για το live εδώ. Και κλείνουμε με ένα τραγούδι του για να μπαίνουμε στο κλίμα!