Ο Γ. Χρυσοστόμου και η Ά. Καλαϊτζίδου μας μιλούν για τις «Σκοτεινές Γλώσσες»

Ο Γ. Χρυσοστόμου και η Ά. Καλαϊτζίδου μας μιλούν για τις «Σκοτεινές Γλώσσες»

Η ομάδα του debop παρακολούθησε την παράσταση «Σκοτεινές Γλώσσες» του Θωμά Μοσχόπουλου και της δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσει με την Άννα Καλαϊτζίδου και τον Γιώργο Χρυσοστόμου, δύο εκ των πρωταγωνιστών του έργου. Αποτελεί μια από τις πιο αναμενόμενες παραστάσεις της χρονιάς, κι όχι άδικα, και πριν τη δείτε, έχετε μια ακόμα ευκαιρία, να μάθετε κάτι παραπάνω για αυτήν και να φτάσετε πιο κοντά στη λύση του μυστηρίου!!!

Πείτε μας λίγα λόγια για την πλοκή του έργου:

Άννα Κ.: Είναι ένα ερωτικό θρίλερ, κυρίως θρίλερ μπορούμε να πούμε, το οποίο ξετυλίγεται κατά κύριο λόγο στη δεύτερη πράξη (ως τέτοιο). Το έργο ξεκινά σαν μια κανονική ιστορία, μιας διπλής απιστίας, όπου δυο ζευγάρια, τελείως τυχαία, αλλάζουν παρτενέρ και δοκιμάζουν μια απάτη. Το ένα ζευγάρι τα καταφέρνει, το άλλο δεν τα καταφέρνει. Ουσιαστικά το πρώτος μέρος δείχνει πως καταλήγουν οι ιστορίες τους, αν μπορούν να δηλαδή να σώσουν το γάμο τους ή όχι. Λέγονται κάποιες ιστορίες στο πρώτο μέρος, οι οποίες ενσαρκώνονται από τους ήρωες στο δεύτερο κι εκεί ξεκινάει το βασικό θέμα του μυστηρίου.

Το έργο παρουσιάζεται σαν ψυχολογικό θρίλερ. Θα μπορούσατε από την άλλη να αποδεχθείτε τον όρο μαύρη κωμωδία;

Γιώργος Χρ.: Όχι, και το λέω με βεβαιότητα γιατί έκανα μαύρη κωμωδία ένα μήνα πριν. Εδώ είναι άλλη η στόχευση του κειμένου και της παράστασης, το θέμα δεν είναι να γελάσει το κοινό και να «σκοτεινιάσει». Σίγουρα βέβαια έχει χιούμορ …

Speaking in tongues ή αλλιώς γλωσσολαλιά στα ελληνικά –το φαινόμενο του να μιλάς ξένες γλώσσες χωρίς να τις γνωρίζεις ή να του να ομιλείς μια «θεϊκή» γλώσσα. Με αυτή την έννοια θεωρείτε πως παρά τους πολλούς χαρακτήρες, εν τέλει η γλώσσα που ομιλούν είναι «κοινή» και το μήνυμα ένα και το αυτό;

Άννα Κ.: Θεωρώ πως ίσως συμβαίνει το ανάποδο. Θα μπορούσαν να είναι οι διάφορες εκδοχές του ίδιου ανθρώπου. Πιστεύω ότι περισσότερο προσπαθούν να επικοινωνήσουν, άρα το γλωσσικό κομμάτι είναι μάλλον ανεπαρκές στην επικοινωνία τους και για αυτό εμφανίζεται το φαινόμενο της γλωσσολαλιάς όπως το περιέγραψες.

Γιώργος Χρ.: ‘Η για να σου φέρω ένα παράδειγμα, στο κομμάτι του μονολόγου που κάνω εγώ, αντί να πει ο ήρωας «πόσο όμορφη είσαι σήμερα», ξεκινάει και λέει μια ιστορία, που έχει μέσα της μια έκλαμψη συνειδητότητας. Αυτό μπορείς να το συνδέσεις με τη γλωσσολαλιά. Ξαφνικά αρχίζει και μιλάει και λέει πράγματα τα οποία προσπαθεί να καταλάβει ο άλλος, αλλά είναι σα να μιλάει ξένη γλώσσα. Στην περίπτωση του δικού μας ζευγαριού (εμένα και της Άννας), που έκαναν σεξ ή έλυναν τα προβλήματά τους με ξύλο και τίποτα άλλο, η επιφοίτηση έρχεται όταν αρχίζουν να μιλάνε. Η υπέρβαση βρίσκεται ακριβώς εκεί, άσχετα από το αν συνεννοούνται.

 

Λαντάνα (ο τίτλος της ταινίας, Ladana) είναι ένα λουλούδι κοινό στα προάστια του Σίδνεϋ. Ταυτόχρονα το έργο φαίνεται να διαδραματίζετε στα προάστια. Θεωρείτε πως έργο συνιστά μια κριτική ή μια αποκάλυψη της κόπωσης και του ξεπεσμένου ονείρου αυτής της «ζωής των προαστίων»;

Άννα Κ.: Νομίζω ότι αφορά περισσότερο μια κρίση ηλικίας και φάσης. Μιλάμε για ανθρώπους γύρω στα σαράντα, άλλοι έχουν παιδιά, άλλοι όχι, και βρίσκεσαι σε μια φάση που έχει σταθεροποιήσει τη ζωή σου και είσαι αντιμέτωπος με αυτό.

Γιώργος Χρ.: Κουρασμένο είναι από όποια πλευρά και να το δεις. Εδώ δεν έχει καταρρεύσει κάποιο American dream, οπότε αυτό που θα συνδέσει εμάς και τους Αυστραλούς είναι ότι μιλάμε για ανθρώπους.

Αυτή η «κριτική» πώς πιστεύετε πως μεταφράζεται στην ελληνική πραγματικότητα, πως μπορεί να «μιλήσει» στο κοινό;

Γιώργος Χρ.: Έχει κόσμο, μέχρι τώρα στις παραστάσεις που έχουμε παίξει, που έχει συνδεθεί με το πρώτο κομμάτι, έχει κόσμο που αρχίζει κι εμπλέκεται πιο ενεργά στο δεύτερο μέρος, που είναι το πιο διαισθητικό κομμάτι, με το όνειρο και τι γίνεται με το dreaming, και μετά υπάρχει ο κόσμος που συνδέεται με το θρίλερ, ψάχνει να βρει το δολοφόνο και κάποιοι με όλο το πακέτο.

Φαίνεται ότι ο άξονας στον οποίο πάνω βασίζεται όλο το έργο, είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης, τα μικρά μυστικά, τα οποία οδηγούν σε μια μεταφυσική κλιμάκωση. Πιστεύετε ότι αυτό είναι τελικά; Ότι τα μικρά μυστικά, μεγεθύνονται και κλιμακώνονται, ώστε να οδηγήσουν σε μια κατάρρευση;

Άννα Κ.: Αρχικά, οι ήρωες πάσχουν από έλλειψη επικοινωνίας και προσπαθώντας να χτίσουν αυτήν την επικοινωνία, μπαίνουν σε περισσότερο βάθος. Αυτό γίνεται στο πρώτο μέρος, κι έπειτα σα να βαθαίνει το έργο, και μπαίνουν σε ένα κόσμο, που παρόλο που είναι πιο αυθαίρετος, είναι ίσως πιο εύκολα εξηγήσιμος με την αίσθηση κι όχι με τη λογική.

 

Δεν είναι η πρώτη φορά που συνεργάζεστε στο σανίδι. Η «θεατρική» σας γνωριμία σας απελευθερώνει ή ως ένα βαθμό διαμορφώνει το παίξιμό ώστε να ταιριάξει με τα «χούγια» του άλλου;

Γιώργος Χρ.: Εξαρτάται την ημέρα. Κάποιες φορές είναι έτσι, κάποιες λειτουργεί ανάποδα. Η οικειότητα πολλές φορές φέρνει θετικά, αλλά άλλες πάλι αρνητικά αποτελέσματα. Αυτό δεν το ξέρεις στα σίγουρα. Παρόλα αυτά, η συνεννόηση κάνει την παράσταση πιο εύκολη, γιατί οι ηθοποιοί, σε αντίθεση με τους μουσικούς -για παράδειγμα- πρέπει και να αναγνωρίσουν λίγο και τις μυρωδιές τους για να αρχίσουν να έχουν μια επικοινωνία. Αυτό το στάδιο εμείς δεν έχουμε να το περάσουμε.

Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι στους ρόλους σας;

Άννα Κ.: Για μένα δεν έχει να κάνει με το ρόλο, αλλά με το πώς κουμπώνουν οι ρόλοι μεταξύ τους. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν το δεύτερο, όπου υπάρχουν τέσσερις παράλληλοι μονόλογοι, χωρίς συγκεκριμένη απεύθυνση, που είναι σαν μουσική, αλλά χωρίς την ανταπόκριση που έχει το πρώτο μέρος.

Γιώργος Χρ.: Και για μένα το δεύτερο μέρος ήταν.

Και τέλος, ο ηθοποιός είναι πρώτα αναγνώστης, αφού πριν απ’ όλα διαβάζει το κείμενο. Όταν το διαβάζετε, αυτό που παίρνατε από το κείμενο και αυτό που είχατε στο μυαλό σας ήταν κοντά σε αυτό που αποδόθηκε εν τέλει στο σανίδι;

Άννα Κ.: Εγώ δεν είχα φανταστεί τίποτα, να πω την αλήθεια. Το έργο πήγαινε μέχρι τελευταία στιγμή, καθώς δεν είχα καμία σταθερά, έπρεπε να βρεις ένα τόνο, ανάλογα με τους άλλους τρεις τόνους, κι ανάλογα με το τι θες να παίξεις στο κουαρτέτο, δοκιμάζαμε διαφορετικά πράγματα μέχρι τελευταία στιγμή. Στο συγκεκριμένο έργο δεν μπορείς να πας τόσο με το ρόλο, καθώς δεν είναι ένας ρόλος που ξεκινάει κι εξελίσσεται από μόνος του, έχει να κάνει πολύ με τους υπόλοιπους, οπότε πρέπει να το δεις σε αναλογία και με τους άλλους.

Γιώργος Χρ.: Εγώ πάλι όταν το διάβαζα σκεφτόμουν τι δεν θέλω να κάνω. Οπότε πήγε με την εις άτοπον. Κι αυτό γιατί ενστικτωδώς σου βγαίνουν κάποια πράγματα και μετά λες «όχι, το έχω ξανακάνει αυτό, ας δοκιμάσουμε κάτι άλλο». Αλλά συμφωνώ με την Άννα γιατί έπρεπε να το βρούμε και με τους άλλους τρεις. Ακόμα, επειδή όσο το διαβάζαμε ήταν μεμονωμένα τα κομμάτια, δεν μπορούσες να δεις την εξέλιξη του ήρωα, όπως μπορείς τώρα που ανέβηκε το έργο.

Η παράσταση «Σκοτεινές Γλώσσες» ανεβαίνει στο Θέατρο Πόρτα! Μην τη χάσετε!

Η συνέντευξη δόθηκε στους συντάκτες: Χρυσού Έφη και Μπιστολά Ηλία.

#Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι του Πάτροκλου Σκαφίδα.