Ο Ένκε Φεζολλάρι και η Δώρα Στυλιανέση μιλάνε στο debop!

Ο Ένκε Φεζολλάρι και η Δώρα Στυλιανέση μιλάνε στο debop!

Παρακολουθήσαμε την παράσταση «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Φ. Γκ. Λόρκα, από τον Ένκε Φεζολλάρι. Σε μια πανέμορφη αυλή, η οποία αποτελεί και το σκηνικό της παράστασης, στο Βρυσάκι στην Πλάκα, εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μας ένα οικογενειακό δράμα. Μια απλή φαινομενικά ιστορία, μιας απολυταρχικής μητέρας που κηρύσσει το πένθος στις πέντε κόρες της για το χαμό του πατέρα τους, καταλήγει μια ανατομία της ανθρώπινης ιστορίας και πιο συγκεκριμμένα της γυναικείας ψυχολογίας. Οι γυναίκες που καταπιέζονται, με προεξάρχουσα την Αδέλα επαναστατούν για τα μάτια ενός άνδρα και η γυναίκα που καταπιέζει δεν μπορεί να υπολογίσει τις συνέπειες του καταστροφικού έργου της πάνω στα παιδιά της.

Μιλήσαμε για το έργο και την παράσταση με τον σκηνοθέτη Ένκε Φεζολλάρι και την Δώρα Στυλιανέση (υποδύεται την Μπερνάρντα Άλμπα). Ιδού το αποτέλεσμα:

Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο και γιατί επιλέξατε αυτήν την παράσταση;

Ε.Φ: Το έργο είναι το κύκνειο άσμα του δολοφονημένου ποιητή και δραματουργού, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον οποίο δολοφόνησαν οι φασίστες στρατιώτες του Φράνκο στη Γρανάδα. Είναι ένα έργο έρωτα και καταπίεσης. Επίσης, πρόκειται για ένα καθαρά πολιτικό κείμενο, αν συσχετίσουμε την Μπερνάρντα με το φασισμό και την ολιγαρχία, και τις κόρες της με το λαό. Το έργο εκτός του ότι είναι ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, ήθελα δύο χρόνια να το ανεβάσω, καθώς πρόκειται για ένα έργο που με ενδιέφερε πάρα πολύ να το κάνω για πολλούς λόγους. Αφενός γιατί περιγράφει πολλές καταστάσεις: από τον έρωτα μέχρι τα αδιέξοδα, από ταξικά ζητήματα έως την επιβίωση. Από την άλλη με ενδιέφερε ο κόσμος αυτών των γυναικών. Η μάνα που είναι θύτης αλλά και θύμα του εαυτού της, ένας δυνάστης δηλαδή, αλλά είναι παράλληλα και η ίδια εγκλωβισμένη σε αυτό τον εαυτό. Δεν έχει και η ίδια διέξοδο απέναντι στις κόρες της.

Και οι κόρες παλεύουν να χαράξουν την πορεία τους προς την ολοκλήρωση. Ουσιαστικά μόνο η Αδέλα τα καταφέρνει, αυτοκτονώντας βέβαια, αλλά έτσι ολοκληρώνει τον κύκλο της.

 

Σε τι διαφέρει από τα υπόλοιπα έργα του Λόρκα πιστεύεις;

Ε.Φ: Είναι ποιητικό αλλά από τα λιγότερο ποιητικά έργα του, δεν έχουμε τόσα παγανιστικά στοιχεία όσο σε άλλα έργα, είναι περισσότερο ρεαλιστικό. Μοιάζει με φωτογραφικό ντοκουμέντο, σαν ο Λόρκα να πήρε μια κάμερα και να απαθανάτισε τη ζωή αυτών των γυναικών στο σπίτι τους. Για αυτό είναι τόσο ακριβής.

Γιατί η Μπερνάντα λειτουργεί περισσότερο ως δυνάστης και λιγότερο ως μάνα; Πώς γίνεται να στερεί από τα παιδιά της την ελευθερία, τον έρωτα και στην ουσία την ίδια τη ζωή; Είναι μόνο η εμμονή της στα χρηστά ήθη και τις αξίες που της επιβάλουν αυτήν την στάση;

Δ.Σ.: Σε σχέση με αυτά που είπε και ο Ένκε το έργο είναι αρκετά επίκαιρο. Έχει να κάνει με το φασισμό και με τη μοναξιά του δυνάστη, που όλα συμβαίνουν κάτω από τη μύτη του και αυτός δεν αντιλαμβάνεται τίποτα. Όπως σήμερα, μέσα από όλη την καταπίεση γίνεται μια «επανάσταση», έτσι και στο έργο. Όταν πια γίνεται η επανάσταση εκείνη μένει εμβρόντητη ενώ ουσιαστικά όλα έχουν συμβεί από πριν. Όλα λέγονται αλλά εκείνη δεν τα ακούει. Ο φασισμός έχει αυτό το χαρακτηριστικό, φοράει τις παρωπίδες του και δεν καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του. Και η Μπερνάρντα μπορεί να είναι ακραίο παράδειγμα, αλλά αυτή η καταπίεση υπάρχει στις οικογένειες ακόμα και στις μέρες μας, έστω και σε πιο καλυμμένη μορφή. Όταν από παιδί υπακούς στα θέλω των γονιών σου, σημαίνει ότι μαθαίνεις να μη λες όχι, μαθαίνεις να υποτάσσεσαι.

 

Ε.Φ: Σε αυτό το έργο όλοι γίνονται θύματα και θύτες. Η βία γεννά βία. Η Μπερνάρντα ασκεί βία, οι κόρες ακούν βία η μια πάνω στην άλλη, η Μπερνάρντα έχει υποστεί βία παλιότερα, έχει μια μάνα τρελή κλειδωμένη στο υπόγειο. Η μάνα είναι το θηλυκό στοιχείο που έχει επιλέξει η Μπερνάρντα να κλειδώσει, σαν να έχει επιλέξει να κλειδώσει τη θηλυκή της πλευρά, σα να απαρνιέται αυτό το ρόλο (η μάνα της έχει μια εμμονή με το γάμο και είναι η μόνη στο έργο που φοράει νυφικό). Ένα ακόμη στοιχείο είναι ότι λείπουν οι άντρες, εξ’ ου και ο αλμοδοβαρικός χαρακτήρας.

Δ.Σ: Ναι μεν λείπουν οι άντρες αλλά υπάρχει ο χαρακτήρας του Πέπε Ρομάνο, ο οποίος ενώ δεν εμφανίζεται ποτέ είναι σαν να παίζει. Ο πρωταγωνιστής είναι αυτός ουσιαστικά, όλα γίνονται για αυτόν.

Ε.Φ: Υπάρχει η σάρκα του ανδρός που περιφέρεται αλλά δεν τη βλέπουμε αυτή τη σάρκα. Μόνο η Αδέλα τη γεύεται, εξ’ ου κι αυτή γευόμενη τη σάρκα φτάνει στο τέλος.

Δ.Σ: Νομίζω ότι υπάρχει ένας έντονος συμβολισμός εδώ, καθώς ο Λόρκα λίγο πριν το τέλος του βάζει την Αδέλα να πεθάνει, σα να προοικονομεί το θάνατό του.

Ε.Φ: Το έργο επίσης διαπραγματεύεται την ελευθερία και την ανελευθερία. Δείτε το γύρω μας. Στα πλαίσια της ε.ε πόση ελευθερία έχει μια χώρα; Και η Μπερνάρντα θεωρεί ότι οι κόρες της είναι ελεύθερες. Για να μπορέσει η Μπερνάρντα να ελέγχει τα πάντα, δημιουργεί ένα απόλυτα αποστειρωμένο περιβάλλον, το οποίο βάσει των συνθηκών που επικρατούν φαίνεται λογικό. Είναι όλα ελεγχόμενα και μετρημένα προκειμένου να επιβιώσουν.

 

Ποιες αντιστοιχίες βρίσκετε σημειολογικά ανάμεσα στο έργο και την κοινωνική πραγματικότητα που ζούμε;

Ε.Φ: Σαφώς έχει αντιστοιχία με το σήμερα. Και ενώ το θέλω τόσο καιρό, σαν να με περίμενε ο Λόρκα να το κάνω φέτος. Αρχικά, έχουμε την τύχη να είμαστε στο Βρυσάκι, κάτω από την Ακρόπολη. Σε μια χώρα που γέννησε τη δημοκρατία λοιπόν, κάτω από την Ακρόπολη παίζεται ένα έργο που είναι σχόλιο πάνω στα τυραννικά καθεστώτα. Φαντάζομαι ο Λόρκα θα ήταν πολύ περήφανος το έργο του να παίζεται στην απόλυτη χώρα της δημοκρατίας, αυτό το μανιφέστο κατά του φασισμού. Οι κόρες που εναντιώνονται (η Αδέλα κυρίως) στη Μπερνάρντα. Παράλληλα, μιλάμε για μια Ελλάδα, μια χώρα που αγωνίζεται να βρει την οντότητά της, την ύπαρξή της μέσα σε ένα σκληρό τραπεζικό σύστημα.

Δ.Σ: Υπάρχει μια φράση της Μπερνάρντα στο έργο που λέει «Με υπηρετείς και σε πληρώνω» που είναι πολύ χαρακτηριστική και περιγράφει και τις μέρες που ζούμε.

Ε.Φ: Βγαίνοντας από την παράσταση, μέσα από αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, βλέπεις τον αττικό ουρανό και την Ακρόπολη και νιώθεις ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο. Αυτό θέλαμε να πετύχουμε.

Δ.Σ: Εμείς σαν Έλληνες έχουμε αυτό τα χαρακτηριστικό. Έχουμε τον αττικό ουρανό και τη θάλασσα και έτσι θα επιβιώσουμε, μεταξύ μας.

Πως προσεγγίσατε αυτό το έργο σκηνοθετικά; Τι διαφορετικό θα δούμε σε αυτό το ανέβασμα από ότι συνήθως;

Ε.Φ: Θέλαμε να δείξουμε τον κόσμο αυτών των γυναικών, τις πολλές πλευρές τους. Αυτό το αλμοδοβαρικό στοιχείο, το χιούμορ, που συναντάει τη Γιουγκοσλαβία του Κουστουρίτσα, αλλά και την «Ευδοκία» του Δαμιανού και εν τέλει συναντάει την  Ελλάδα. Η κάθε μια έχει ξεχωριστή οντότητα, στην παράσταση όλες πρωταγωνιστούν. Δεν θέλαμε να έχουμε την απόλυτη Μπερνάρντα, η οποία κινεί τις μαριονέτες της. Η κάθε κόρη έχει την οντότητά της, τη σεξουαλικότητά της, την αυθυπαρξία της. Ακόμα να προσθέσω ότι η Μπερνάρντα ενδύεται έναν ανδρόγυνο ρόλο. Ενσαρκώνει και τον άντρα του σπιτιού, επιβάλλει την τάξη και για αυτό και οι δυο άντρες που έθαψε η Μπερνάρντα ήταν σαν να μην υπήρχαν. Είχε τον απόλυτο έλεγχο του σπιτιού.

 

Κάνατε πρεμιέρα την προηγούμενη Τετάρτη 1η Ιουλίου, σε μια εβδομάδα πολύ δύσκολη για όλους τους Έλληνες και θα συνεχίσετε παρόλο που η κατάσταση είναι ακόμα αβέβαιη. Σε τέτοιες στιγμές η Τέχνη έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία; Κοινό και δημιουργός έχουν ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη να εκφραστούν μέσω αυτής;

Δ.Σ: Εννοείται ότι συνεχίζουμε και πρέπει να συνεχίζεις, να μην σταματάς. Και όλα αυτά που συμβαίνουν μας έδωσαν και δύναμη να συνεχίσουμε, μέσα σε τόσο έντονους συμβολισμούς και αυτό το καταλάβαινε και ο κόσμος.

Ε.Φ: Εμείς επειδή λειτουργούμε και σε ένα περισσότερο αυτοδιαχειριζόμενο πλαίσιο, έχουμε μάθει να αντέχουμε. Μέσω της τέχνης, οποιαδήποτε τέχνης, είναι σα να ξορκίζουμε τα πράγματα και τις καταστάσεις και ταυτόχρονα υπενθυμίζουμε ότι αυτό συμβαίνει, χωρίς να έχει διδακτισμό όμως. Για αυτό τα κλασικά έργα είναι διαχρονικά, διότι πραγματεύονται παναθρώπινες αξίες που βασίζονται σε μια βαθιά πίστη, μακριά από θρησκείες, τον έρωτα στην ολότητα του, την αγάπη.

Δ.Σ: Και το θάνατο φυσικά, όχι μόνο τον έρωτα. Στο Λόρκα ο θάνατος πάντα παραμονεύει και ο ίδιος φλερτάρει μαζί του συνέχεια. Λέγεται ότι τον είχαν προειδοποιήσει να φύγει από τη Γρανάδα, αλλιώς θα τον σκοτώσουν. Κι εκείνος παρέμεινε. Ουσιαστικά πρόκειται για αυτοκτονία.

Μέσα από την αποκαλυπτική και σύγχρονη ματιά αυτών των ανθρώπων καταλάβαμε πολλά πράγματα.Πως το θέατρο βρίσκεται σε τόσο πλουραλισμό και άνθηση, πόσοι υπέροχοι και ταλαντούχοι άνθρωποι κυκλοφορούν ανάμεσά μας και πως όταν πραγματικά το θέλεις έρχεται η στιγμή που η δουλειά και τα όνειρα μπορούν να έρθουν σε μια ώριμη σύμπλευση. Τα συγχαρητήρια μας σε όλες και όλους που δημιούργησαν αυτήν την παράσταση! 

Φωτογραφίες: Κική Παπαδοπούλου

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.

Η συνέντευξη δόθηκε στις συντάκτριες Γεωργία Παρασκευά και Χρυσού Έφη,