Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς μας ξεναγεί στο σπίτι του και στο «Άλλο Ρούχο του Φόβου»

Ο Αλέξανδρος Κεφαλάς μας ξεναγεί στο σπίτι του και στο «Άλλο Ρούχο του Φόβου»

Ανάμεσα στα πολλά πράγματα που αγαπώ στην Αθήνα, είναι και οι βόλτες μου στις γειτονιές της. Αδυναμία μου, η δική μου γειτονιά, τα Εξάρχεια. Εδώ που ανακαλύπτω μικρά βιβλιοπωλεία, εδώ που φωτογραφίζω όμορφες γωνιές της, εδώ που συναντώ φίλους, εδώ που γράφω τα βιβλία μου. Εδώ συναντώ καλλιτέχνες που αγαπώ, λογοτέχνες που θαυμάζω, ανθρώπους που συνεχίζουν να κάνουν αυτήν τη γειτονιά ζωντανή, δημιουργική, άκρως καλλιτεχνική και ελπιδοφόρα.

Εδώ συνάντησα και τον Αλέξανδρο Κεφαλά, στο όμορφο διαμέρισμα του στην Τοσίτσα, με αφορμή το καινούριο του βιβλίο, «Το Άλλο Ρούχο του Φόβου» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λέμβος.

 

Ένα βιβλίο που διάβασα δύο φορές, και θα χρειαστεί να το διαβάσω τουλάχιστον μία ακόμα, γιατί η πένα του Αλέξανδρου έχει τη μαγική ικανότητα να σου αποκαλύπτει κάτι διαφορετικό κάθε φορά που διαβάζεις τις λέξεις του.

Μια συλλογή διηγημάτων που ξεκινούν από το μέγεθος μιας παραγράφου και ξεδιπλώνονται  σιγά σιγά τόσο σε μέγεθος όσο και σε νοήματα.

Ο καφές μας σερβιρίστηκε, η ξενάγηση ολοκληρώθηκε,  τα πρώτα νέα ειπώθηκαν, και τώρα, ήρθε η ώρα να εστιάσουμε στον σκοπό της επίσκεψης. Στο άλλο ρούχο του φόβου…

Ποια είναι η δική σου προσωπική φοβία;

Μικρός φοβόμουν τον θάνατο. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με την ανυπαρξία. Ήταν κάτι που ο παιδικός κι εφηβικός μου, έπειτα, νους δεν μπορούσε να συλλάβει. Σήμερα, ενήλικας πια, φοβάμαι μήπως πεθάνω χωρίς να έχω ζήσει όσα θα ήθελα να ζήσω.

Βοηθάει η συγγραφή να αποβάλουμε ή να δουλέψουμε κομμάτια του εαυτού μας που δεν μας αρέσουν;

Αν έχεις το γνώθι σαυτόν ναι. Εννοώ αν ξέρεις τις αδυναμίες, τα πάθη σου μπορεί και να λειτουργήσει  σαν ψυχοθεραπεία. Άλλωστε μέσα στους ήρωες μας βάζουμε και κάτι από τους εαυτούς μας οπότε βοηθά να βλέπεις πιθανά σενάρια κι εναλλακτικές.

 

Τι είδους λύτρωση νιώθεις εσύ στο τέλος κάθε ιστορίας σου;

Σχεδόν πάντα σε όλες τις ιστορίες μου, είτε πρόκειται για μυθιστόρημα είτε για διήγημα, επέρχεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο η κάθαρση. Κάθαρση για τους  χαρακτήρες, λύτρωση και για τον δημιουργό καθώς μόνο τότε ηρεμείς και είσαι έτοιμος για το επόμενο βήμα. Ξέρεις, δεν μπορώ να γράψω εύκολα κάτι νέο αν δεν έχει προηγουμένως  εκδοθεί ένα βιβλίο.

Ποιο καινούριο κομμάτι του εαυτού σου μπορεί να ανακαλύψει κανείς στην καινούργια σου συλλογή;

«Υπάρχω» με διάφορες μορφές σε αρκετά εξ αυτών αλλά θα σταθώ στο τελευταίο της συλλογής που τιτλοφορείται «Μετά το πάρτι». Πρόκειται για ένα γλυκόπικρο, μάλλον, διήγημα που έχει να κάνει με την παιδικότητα μας και την άδολη χωρίς προκαταλήψεις ευχαρίστηση που αντλούσαμε καθημερινά ως παιδιά.

Μένεις πιστός στο αστικό τοπίο. Τι είναι αυτό όμως που εσύ θα ήθελες να εξαφανίσεις άμεσα στην καθημερινή σου ζωή μέσα σε αυτό;

Αναπόφευκτα… Γεννήθηκα και μεγάλωσε σε μια πόλη. Αν γεννιόμουν σε κάποιο χωριό ή σε κάποιο νησί οι εικόνες που θα κουβάλαγα και θα αποτύπωνα στα γραπτά μου θα ήταν διαφορετικές σίγουρα. Υπάρχουν υποδόριες συγκρούσεις σε μια πόλη που δεν είναι πάντα ορατές. Επίσης η αγένεια και η αδιαφορία των γειτόνων με ενοχλεί τρομερά.

 

Εξάρχεια. Ζεις και αγαπάς αυτήν τη γειτονιά. Ποιο κομμάτι της κουβαλάς στα γραπτά σου;

Στις τελευταίας δύο συλλογές διηγημάτων μου νομίζω με συνοδεύει ένα μεγάλο μέρος τους. Γεννήθηκα στην περιοχή, οι παππούδες μου ζούσαν στην ίδια γειτονιά από τη δεκαετία του 50, απρόσκλητες κι αυτόματα καμιά φορά μου έρχονται εικόνες περασμένων δεκαετιών μα και σύγχρονες του κέντρου σαν πηγή έμπνευσης. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά…

Στην καινούργια σου συλλογή διέκρινα μια ευαισθησία και μια τρυφερότητα πολύ καλά καλυμμένη. Ισχύει; Φοβάσαι να εκτεθείς ή αφήνεις τον αναγνώστη να σε ανακαλύψει μόνος του;

Η αλήθεια είναι πως δεν μπορείς να κρυφτείς από έναν καλό αναγνώστη. Το ίδιο το έργο μας αποκαλύπτει συχνά πολλά περισσότερα απ’ όσα θα θέλαμε να πούμε. Δε φοβάμαι την έκθεση, αν το έκανα δε θα έγραφα… Απλά μάλλον δεν είμαι ιδιαίτερα διαχυτικός με όσους δε γνωρίζω καλά.

 

Αγαπάς τις μινιατούρες σου, το ίδιο όσο σε αυτήν τη συλλογή αγαπάς τη μικρή φόρμα. Ποια ένωση υπάρχει μεταξύ αυτή των δυο; Μίλησε μου για την ιδιότητα του συλλέκτη.

Ναι! Ήταν ένα από τα χόμπι μου στο παρελθόν.  Γενικά συλλέγω διάφορα. Από παιδί, λοιπόν, μου άρεσε ψυχαναγκαστικά σχεδόν με κάθε λεπτομέρεια να δημιουργώ τους ‘δικούς’ μου κόσμους. Κάπως έτσι και στα μικρά μου διηγήματα προσπαθώ να στήνω, τέλεια ει δυνατόν, τα σκηνικά των ιστοριών μου.

Αυτό που μου έχει κάνει εντύπωση από την αρχή της ανακάλυψης του έργου σου, είναι ο υπέροχος χειρισμός της γλώσσας. Θα ήθελες να μεταφέρεις αυτή σου τη γνώση για την ελληνική γλώσσα και τη λογοτεχνία σε υποψήφιους σπουδαστές;

Για όσους δε το γνωρίζουν είμαι  καθηγητής ιστορίας τέχνης σε κάποια σχολή, συνεπώς η επαφή με νέους ανθρώπους και η μεταλαμπάδευση γνώσεων είναι κάτι που αγαπώ  και κάνω. Θα ήθελα να γίνει και με τη συγγραφή μέσα από κάποιο σεμινάριο δημιουργικής γραφής και το συζητάω ήδη.

Τι ρόλο παίζουν οι αναγνώστες σου για εσένα; Τι ρόλο παίζει η αποδοχή για έναν συγγραφέα;

Η αποδοχή για κάθε καλλιτέχνη είναι μια ηθική ικανοποίηση δε θα το αρνηθώ και φυσικά δε με πειράζει η κριτική,  την επιζητώ. Οι αναγνώστες είναι σημαντικοί αλλιώς δε θα είχαμε την ανάγκη να επικοινωνήσουμε το έργο μας, θα έμενε στο συρτάρι. Δεν πρέπει να απαξιώνει ο δημιουργός το κοινό. Δεν πρέπει να χάνει το στοιχείο της επαφής αλλιώς το έργο του γίνεται κάτι ξένο και δυσπρόσιτο που δεν αφορά τελικά κανέναν.

 

Ποιο απ’ όλα τα διηγήματα αυτής της συλλογής θα αφιερώνεις στον σημερινό Έλληνα, και γιατί;

Όλα λίγο πολύ αποκαλύπτουν παθογένειες του «νεοελληνισμού» μας.  Νομίζω πως  το ομότιτλο «Το άλλο ρούχο του φόβου» που πραγματεύεται κάπως χιτσκοκικά την υποκρισία και τις φοβίες ενός πλανημένου «εγώ» θα ήταν ιδανικό για αφιέρωση…

Το προσωπικό αγαπημένο μου διήγημα είναι στο τέλος του βιβλίου. Μια νότα νοσταλγίας και αναθεώρησης. Είναι τελικά η αθωότητα, το «όνειρο» και η παιδική μας πλευρά, το μέσο για να πλησιάσουμε λίγο περισσότερο τη γαλήνη και την ισορροπία που έχουμε τόσο στερηθεί στην καθημερινότητα μας;

Ναι το πιστεύω, δεν ονομάστηκαν τυχαία άλλωστε «τα χρόνια της αθωότητας». Τα παιδιά είναι σαν σπίτια δίχως φράχτες με ανοιχτά παράθυρα και πόρτες ξεκλείδωτες. Όσο μεγαλώνουμε υψώνουμε γύρω μας τείχη χάνοντας τη θέα του κόσμου μας…

 

«Το άλλο Ρούχο του Φόβου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λέμβος, τις οποίες και ευχαριστούμε για την προσφορά των αντιτύπων. Ευχαριστούμε τέλος τον συγγραφέα Αλέξανδρο Κεφαλά για τη συνομιλία και τη ζεστή φιλοξενία στο χώρο του.

 

Χρήστος Δασκαλάκης