Νίκος Κοτανίδης: Φουλ του Άσσου | Εκδ. Περίπλους

Νίκος Κοτανίδης: Φουλ του Άσσου | Εκδ. Περίπλους

Το Νίκο τον γνώρισα στο Flickr (https://www.flickr.com/photos/nikoskotanidis/) μέσα από τις εικόνες του. Η ξεχωριστή ματιά του όπως και η τεχνική του HDR (High Dynamic Range), η οποία αναδεικνύει αριστουργηματικά τη δουλειά του, με έκανε να σταθώ. Όταν ανακοίνωσε την έκδοση του πρώτου του βιβλίου, έσπευσα να το αγοράσω και το απόλαυσα πραγματικά.

O Jack Kerouac στο βιβλίο του «The Dharma Bums» έγραψε : «Μια μέρα θα βρω τις κατάλληλες λέξεις και θα είναι απλές». Ο Νίκος Κοτανίδης σίγουρα τις βρήκε και δημιούργησε το «Φουλ του Άσσου». 

Είναι ένα ανάγνωσμα με ένα σπάνιο θέμα που αξίζει να αφιερώσει κάποιος λίγο από το χρόνο του για να το διαβάσει. Ένα ταξίδι στο άβατο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων τη δεκαετία του '80, που όμως δεν περιγράφει μόνο τη ζωή του κάθε Ευέλπιδος μέσα στη σχολή από ακαδημαϊκής πλευράς, αλλά στέκεται με ευαισθησία στον εσωτερικό κόσμο του κάθε στρατιωτικού.

Είχα την τιμή να παραβρεθώ στην παρουσίαση του βιβλίου το«Φουλ του Άσσου» στην Αθήνα, την Παρασκευή 27 Ιανουρίου 2017, στο πολύ φιλόξενο βιβλιοκαφέ 'Εναστρο  (https://www.youtube.com/watch?v=SWcclXXxFvs).

Ακολούθησε την επόμενη μέρα η συνέντευξη που μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω και τον «άνθρωπο» Νίκο, πέρα από το συγγραφέα.

Ο Παύλος Μελάς στην επιστολή του προς τον νεαρό Εύελπιν είχε γράψει:  «Νεαρέ Εύελπι μάθε και εξασκήσου να είσαι απλός, ολιγόλογος, συγκρατημένος, σεμνός. Λίγα λόγια, πολλά έργα. Ανθρωπιά μεγάλη, πειθαρχία, πείσμα, αντοχή. Όποιος σε κοιτά, τα μάτια να γεμίζουν παλληκάρι».

 Έτσι θα παρουσίαζα τον Νίκο Κοταρίδη μετά και από την συνάντησή μας. Γνωρίστε τον κι εσείς.

 

 

Πες μου λίγα λόγια για εσένα:

Γεννήθηκα στη Γερμανία το 1968 και έζησα εκεί για 5 περίπου χρόνια. Εν συνεχεία επέστρεψα με τους γονείς μου στην Καστοριά, όπου έζησα τα μαθητικά μου χρόνια . Εκεί, αποφοίτησα από το 2ο Λύκειο το 1985. Το ίδιο έτος μετά από την επιτυχία μου στις πανελλήνιες εξετάσεις, μπήκα στην σχολή Ευελπίδων, απ' όπου αποφοίτησα το 1989 και ξεκίνησε η πορεία μου στον στρατό.  Υπηρέτησα σε διάφορες μονάδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.  Έτσι, είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω πολύ και να γνωρίσω διαφορετικές κοινωνίες και κουλτούρες. Παράλληλα, τα ενδιαφέροντά μου είναι η φωτογραφία, το να γράφω, το να διαβάζω, το ποδήλατο και η μουσική.

Τι σε ώθησε να ξεκινήσεις να γράφεις, ποιο ήταν ερέθισμα, πώς εμπνεύστηκες για να γράψεις το «Φουλ του Άσσου»;

Όταν  γράφεις, όπως σε κάθε μορφή δημιουργικότητας, θέλεις να εκφράσεις  τον εσωτερικό σου κόσμο και να τον μοιραστείς με τους άλλους. Να μοιραστείς τις εμπειρίες και τα βιώματά σου. Να κάνεις πράγματα γνωστά που ο περισσότερος κόσμος αγνοεί  και κάποιες φορές να διαμαρτυρηθείς γι’ αυτά τα πράγματα, όπως συμβαίνει με αυτό το βιβλίο στη δική μου περίπτωση. Από την αρχή μου είχε δημιουργηθεί η ανάγκη να γράψω γι’ αυτό. Με κυνηγούσε πιο πολύ απ' ότι το κυνηγούσα εγώ. Φλέρταρα με την ιδέα πολλά χρόνια. Μεσολάβησαν περίπου τρεις δεκαετίες μέχρι να αποφασίσω να το κάνω πραγματικότητα. Ήθελα να το βγάλω από μέσα μου. Ήταν ένα σοβαρό θέμα και συνάμα μια πρόκληση για εμένα.

Δεν φοβήθηκες μήπως δημιουργηθούν συγκρούσεις;

Καθόλου, διότι δεν γράφω ψέματα.

Συνήθως όμως η αλήθεια είναι αυτή που ξεκινάει μια επανάσταση...

Ναι, αλλά πρέπει να λέγεται η αλήθεια. Η τέχνη δεν έχει σκοπό (όπως και το βιβλίο που έγραψα) να χαϊδεύει αυτιά. Είναι μια έκφραση του εσωτερικού κόσμου του γράφοντος· εσωτερικός κόσμος που γίνεται γνωστός. Επειδή προσωπικά γνωρίζω πως ασχολείσαι με την φωτογραφία, σκέψου τον εαυτό σου να μην βγάζει μια φωτογραφία ενός άστεγου διότι κάποιοι ενοχλούνται!

Είχες πάντα έμπνευση όταν έγραφες; Υπήρχαν στιγμές που δεν κυλούσε το κείμενο και πώς το αντιμετώπιζες;

 

 

 Όταν δεν κυλάει απλά σταματάς και περιμένεις  να  σου έρθει πάλι έμπνευση. Επίσης μου έχει  τύχει  να πιέζω τον εαυτό μου να γράψω μέχρι να  το  καταφέρω. Είχε φυσικά αποτέλεσμα, αλλά  πρόκειται για σκληρή διαδικασία. Θέλει πολύ  κόπο και αφιέρωση. Δεν είναι ότι έρχονται όλα  απευθείας και κυλάνε αβίαστα. Πολλές φορές  πιέζεσαι για να το καταφέρεις, όπως σου είπα. 

Χρειάστηκε να κάνεις έρευνα για να γράψεις το βιβλίο; Ποιες στιγμές  της ημέρας σου άρεσε πιο πολύ να γράφεις;

Η έρευνα ήταν η ίδια μου η ζωή. Τα έχω ζήσει όλα αυτά. Αν δεν ήξερα το θέμα τότε θα έπρεπε να είχα κάνει έρευνα. Ανακαλείς απλά αυτά που είδες και βίωσες τα οποία τα προσαρμόζεις στο πλαίσιο της μυθοπλασίας και της λογοτεχνίας. Όταν ξέρεις το θέμα που θέλεις να γράψεις δεν υπάρχει ούτε συγκεκριμένη ώρα της ημέρας ούτε χώρος. Προσωπικά, δούλευα από το πρωί μέχρι το μεσημέρι. Σαν να ήταν η καθημερινή μου δουλειά σε κάποιο γραφείο.

Κατά τη διάρκεια της γραφής είχες έντονα συναισθήματα καθώς θυμόσουν πράγματα και καταστάσεις;

Σχεδόν τα ίδια συναισθήματα που είχα τότε όταν βίωνα εκείνες τις στιγμές. Μόνο που τώρα υπήρχε η βαλβίδα ασφαλείας ότι μπορούσα εγώ πλέον να δημιουργήσω τα γεγονότα και να επεμβαίνω στη συμπεριφορά των χαρακτήρων. Για παράδειγμα, κάποιες ιδιαίτερα δύσκολες στιγμές τις άφηνα να φανούν ηπιότερες. Έχει τύχει φυσικά να κλάψω γράφοντας, όπως και να ξεκαρδιστώ στα γέλια θυμούμενος κάποια αστεία γεγονότα.

Ταυτίστηκες με κάποιον χαρακτήρα πιο πολύ από τους άλλους;

Δεν μπορώ να πω ότι ταυτίστηκα με κάποιον, αλλά αν μπορώ να πω ποιον χαρακτήρα αγάπησα πιο πολύ, αυτός είναι ο Γεωργαλής. Βέβαια δε σημαίνει ότι όλοι οι χαρακτήρες ήταν έτσι στην πραγματικότητα.

Υπήρχε πράγματι κάποιος "Γεωργαλής" στη Σχολή;

Βέβαια. Αλλά τον έφερα πιο πολύ στα δικά μου μέτρα, όπως θα μου άρεσε εμένα να είναι όλοι αυτοί με τις αδυναμίες τους. Για παράδειγμα ο Μύρωνας, ο οποίος υποτίθεται καθοδηγούσε τον Ορέστη, υπήρξαν στιγμές που κι αυτός έκανε άσχημα πράγματα.

Μέσα από τη ζωή του πρωτοετή Ορέστη Παυλίδη, παρατηρούμε επίσης και τη ζωή ενός τεταρτοετή κι όχι μόνο. Πιστεύεις ότι η ζωή στο στρατό και συγκεκριμένα στην Σχολή Ευελπίδων είναι μια μικρογραφία της ίδιας μας της ζωής και γιατί;

Μέσα από τη ζωή του Ορέστη, ζούμε παράλληλα και όλα τα έτη της Σχολής Ευελπίδων, τουλάχιστον τα κομβικά σημεία τους. Δεν έχω αμφιβολία ότι η ζωή στο στρατό είναι μικρογραφία της ζωής. Και αυτό γιατί σε ένα μικρό χώρο και σε σύντομο χρονικό διάστημα, συναντάς τόσα πρόσωπα και ζεις τέτοιες καταστάσεις όσα, υπό άλλες συνθήκες θα χρειαζόσουν μια ολόκληρη ζωή. Όπως γράφω στο βιβλίο, ζεις γρήγορα. Είσαι υποχρεωμένος να συμβιώσεις με πρόσωπα που προέρχονται από όλα τα στρώματα της κοινωνίας, με διαφορετικές εμπειρίες, παραστάσεις και κοσμοθεωρία.

 

Ανθρώπους από τις μεγαλουπόλεις, από τα χωριά, ομογενείς του εξωτερικού, μα και αλλοδαπούς που με διακρατικές συμφωνίες εκπαιδεύονται στη χώρα μας. Και όλοι αυτοί, έχουν κάτι διαφορετικό να δώσουν στο ταξίδι της ζωής του καθενός μας. Η αλληλεπίδραση δεν είναι πάντοτε θετική, αλλά έτσι είναι και η ίδια η ζωή στις διάφορες εκφάνσεις της. Οι παλιότερες γενιές θεωρούσαν ότι ο έφηβος γινόταν άντρας μόνο μετά την απόλυσή του από το στρατό, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο. Γιατί, αφού είχε δει πλέον την κοινωνία σε μικρογραφία, ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει και την ίδια τη ζωή. Γιατί, αν θέλεις, είχε αντιμετωπίσει το «κάθε καρυδιάς καρύδι» και συνεπώς είχε ανδρωθεί.

Όταν ολοκληρώθηκε το βιβλίο πως ένιωσες;

Έκλαψα. Σαν να έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Όπως όταν φτάνεις στο τέλος του δρόμου μετά από ένα ταξίδι υπερέντασης.

Ποια ήταν η επόμενη φάση;

Μετά ξεκίνησε ο αγώνας της επόμενης φάσης ο οποίος ήταν από τις πιο άσχημες εμπειρίες της ζωής μου. Η αναζήτηση εκδότη. Μετά από πολλαπλές απορρίψεις δεν τολμούσα να περάσω έξω από βιβλιοπωλείο. Εγώ που ζούσα με τα βιβλία, αγόραζα συνέχεια και περνούσα ώρες μέσα στα βιβλιοπωλεία, δεν μπορούσα πλέον να μπω σε κάποιο από αυτά διότι εκεί μέσα δεν έβρισκα το δικό μου βιβλίο. Έβλεπα ότι δεν μπορούσε να μπει εκεί μέσα το βιβλίο μου κι ήταν πολύ σκληρό.

Πόσο καιρό σου πήρε να βρεις εκδότη;

Τρία ολόκληρα χρόνια! Απευθύνθηκα σε μεγάλο αριθμό εκδοτών στην Αθήνα και ξεκίνησα φυσικά κι από τους μεγάλους. Τελικά το βιβλίο μου εκδόθηκε από τον Εκδοτικό Οίκο «Περίπλους» του Διονύση Βίτσου.

Ήσουν λοιπόν ανέκαθεν βιβλιοφάγος. Τι είδος βιβλία σου αρέσουν;

Ξεκίνησα από το δημοτικό να διαβάζω. Τα πρώτα μου βιβλία ήταν του Ιουλίου Βερν. Κατάφερα να τα διαβάσω όλα. Περίπου 50 βιβλία από τις εκδόσεις «ΑΣΤΕΡΟΣ». Μάζευα χρήματα από το χαρτζιλίκι μου και τα μετέτρεπα σε βιβλία του Ιουλίου Βερν. Το αγαπημένο μου βιβλίο του Βερν είναι «Ο Μικρός Ιρλανδός». Όλα τα βιβλία που έχω διαβάσει όμως τα αγαπάω και κάτι διαφορετικό έχω κερδίσει από το καθένα. Για παράδειγμα αγαπώ πολύ τη Διδώ Σωτηρίου, τον Φώτη Κόντογλου, τον Ηλία Βενέζη, τον Αντώνη Σουρούνη που έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Οκτώβρη και πολύ αγαπημένος επίσης είναι κι ο Jack Kerouac. Όλοι τους με έχουν επηρεάσει με πολλαπλούς τρόπους και αυθόρμητα. Βρίσκονται μέσα στο μυαλό μου και με τον τρόπο τους βγαίνουν την κατάλληλη στιγμή.

Το μυθιστόρημα σου είναι γραμμένο απλά και σε υπέροχα ελληνικά, με εκλεπτυσμένη επιλογή στις λέξεις. Κάποιος που δεν έχει ιδιαίτερες γνώσεις γι’ αυτό το θέμα δεν του είναι καθόλου δύσκολο να κατανοήσει τις έννοιες γύρω από τη ζωή ενός Ευέλπι.

Δεν προσπαθώ να μιμηθώ κάποιον ούτε να κάνω επίδειξη γλωσσικής ικανότητας. Γράφω όσο πιο απλά μπορώ για να μην κουράσω τον αναγνώστη. Θεωρώ πως η γραφή, η γλώσσα, είναι μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων. Να μπορείς να επικοινωνείς συναισθήματα, ιδέες κλπ. Δεν μπορείς λοιπόν να κάνεις δύσκολη την επικοινωνία αυτή θέλοντας να επιδείξεις ότι γράφεις όμορφα. Δεν είναι αυτό το νόημα του να γράφεις, πιστεύω.

Πίστεψες σε αυτό το βιβλίο; Ποιο ήταν το feedback που έλαβες;

 

Πίστεψα απόλυτα, αλλιώς δεν θα το τελείωνα. Πίστεψα σε αυτό και στο ότι έπρεπε να βγει ένα τέτοιο βιβλίο. Το feedback ήταν μόνο θετικό και ομολογώ δεν το περίμενα. Σίγουρα θα υπάρχει και αρνητικό αλλά δεν ξέρω για ποιο λόγο δεν έγινα ποτέ αποδέκτης του. Μπορεί να σημαίνει και απόλυτη αδιαφορία, να το θεώρησε κάποιος τόσο κακό που δεν μπήκε στον κόπο να κάνει κριτική. 

Πόσο καιρό κυκλοφορεί το βιβλίο σου;

Από το Πάσχα του 2016. Είναι αρκετός χρόνος για να έχουν υπάρξει και αρνητικά σχόλια. Στην Ελλάδα όμως δεν υπάρχει σοβαρή βιβλιοκριτική και αυτή που υπάρχει δεν γίνεται με τους σωστούς τρόπους.

Τι μήνυμα ήθελες να περάσεις μέσα από το βιβλίο σου;

Η πρώτη μου επιθυμία ήταν να μάθει ο κόσμος αυτό που ήξερα και που αυτός δεν γνωρίζει. Αυτό που έζησα και αυτοί δεν το έζησαν. Τώρα ενδιάμεσα περνάω και τη δική μου κοσμοθεωρία για τα πράγματα.. Για παράδειγμα οι ιδέες μου σχετικά με τους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα. Η απέχθεια απέναντι στη βία, η σημερινή λέξη "bulling", η απόλυτη πίστη στην αξιοκρατία κι όχι η προώθηση των μετρίων και των αναξίων. Ίσως ότι τη ζωή πρέπει να την περνάς πιο χαλαρά κι όχι να σε εμποδίζουν άλλοι να τη ζήσεις.

Εγώ θα το χαρακτήριζα και σαν έναν οδηγό. Όπως αυτόν που συμβουλεύεσαι όταν πας σε μια καινούργια χώρα και θεωρώ ότι πραγματικά κατάφερες να δώσεις αυτή την αίσθηση. Αυτό επεδίωξες;

Ναι, δεύτερη επιθυμία μου ήταν να βοηθήσω ανθρώπους οι οποιοι θα περάσουν από αυτή τη σχολή. Σαν να είσαι ο μεγάλος αδερφός τους, ο πατέρας τους, ο οποίος θα τους δώσει μια καθοδήγηση. Να νιώσουν ότι κάποιος τα έχει βιώσει, ότι δεν είναι οι μόνοι που τα περνάνε και  να μην ανησυχούν διότι υπάρχει φως στο τούνελ όταν ζορίζουν οι καταστάσεις. Είναι αλλιώς να γνωρίζεις ότι το έχει βιώσει και κάποιος άλλος, ότι υπάρχει συμπαραστάτης στη διαδρομή σου. Ένα είδος ασφάλειας ώστε την ώρα της δυσκολίας να νιώθεις ότι κάποιος άλλος το έχει περάσει. Επίσης με αυτό τον τρόπο θα παίρνει και μια γεύση για το πώς έχουν τα πράγματα, τι έχει να περιμένει και αν είναι έτοιμος να τα αντιμετωπίσει, δηλαδή αν έχει τις αντοχές.

Τι μαθαίνεις από ανθρώπους που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη σχολή; Τα πραγματα εξακολουθούν να είναι το ίδιο δύσκολα;

Όχι τόσο. Έχουν βελτιωθεί. Αλλά όσο να ΄ναι η στρατιωτική ζωή από μόνη της, όταν πρέπει να ζεις για 4 χρόνια σε ένα πρόγραμμα τόσο απαιτητικό, από μόνη της μπορεί έναν νέο. Αν δεν έχεις μάθει στην πειθαρχία, το να ακολουθείς ένα πρόγραμμα όπου πρέπει να σηκώνεσαι στις 6:00 και 6:01 πρέπει να είσαι έτοιμος να παρουσιαστείς στο προαύλιο για γυμναστική για παράδειγμα, δεν μπορεί να το ακολουθήσει ο καθένας. Ασκείται τρομερή πίεση που πρέπει να την αντέξεις. 

Τι βαθμό θα έβαζες στο βιβλίο σου από το 1 μέχρι το 10; Υπάρχουν σημεία που εκ των υστέρων θα ήθελες να αλλάξεις;

Είμαι σκληρός κριτής του εαυτού μου. Δεν θα βάλω βαθμό. Τον βαθμό θα τον βάλει ο αναγνώστης. Όμως ναι, κάθε φορά που διαβάζω το βιβλίο νιώθω ότι κάτι θα μπορούσα να είχα γράψει διαφορετικά. Κι αυτό, γιατί αλλάζουμε εμείς οι ίδιοι, προχωράμε καθημερινά. Δεν είμαι ο ίδιος με αυτόν που έγραφε το βιβλίο, ούτε με αυτόν που διόρθωνε το κείμενο μέχρι να εκδοθεί.  Και δεν θα είμαι ο ίδιος και την επόμενη φορά που θα το διαβάσω.

Ποιο ήταν το πρώτο άτομο που διάβασε το κείμενο σου;

 

 Η συζυγός μου της οποίας της άρεσε πολύ και  μου είπε «προχώρα». Στη συνέχεια το διάβασαν  ένας φίλος που πέρασε από αυτή τη σχολή και η  γυναίκα του η οποία μου είπε ότι «τώρα τον  αγαπώ περισσότερο τον άντρα μου». Αυτά μου  έδωσαν το πράσινο φως για να το προχωρήσω.  Θεωρώ πάντως ότι είναι δύσκολο να βρεις  ανθρώπους να το διαβάσουν στη φάση πριν  ακόμα εκδοθεί. Λίγοι είναι αυτοί που  προσφέρονται.

 

 

Θα ήθελες να γίνει το βιβλίο σου ταινία; Το έχεις φανταστεί; Ποια μουσική θα το συνόδευε;

Φυσικά! Ποιος δεν θα το ήθελε. Εννοείται ότι το έχω φανταστεί. Αν βρεθεί ο κατάλληλος χώρος και τα κατάλληλα πρόσωπα θα ταίριαζε να γίνει ταινία. Η μουσική της επένδυση προφανώς θα ήταν ροκ.

Πιστεύω ότι το θέμα «στρατού» όπως και η νοοτροπία και τα βιώματα στο στρατό αφορούν μεγάλο ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας. Εσύ τι πιστεύεις.

Το θέμα είναι να ενδιαφέρει τον κόσμο. Αν κρίνει ότι υπάρχει εμπορικότητα θα το κάνει. Πάντως δεν θεωρώ ότι πρέπει να είσαι στρατιωτικός για να διαβάσεις ένα τέτοιο βιβλίο. Αναφέρεται σε κάτι πιο βαθύ που σίγουρα αγγίζει περισσότερο κόσμο.

Σε άλλαξε καθόλου το βιβλίο; Καταρχήν από εξωτερικούς παράγοντες και εσωτερικά σαν άνθρωπο;

Καθόλου. Απλά μοιράστηκα τις δικές μου σκέψεις και τα δικά μου βιώματα. Ώρες ώρες νομίζω ότι ακόμα δεν τελείωσε αυτό το βιβλίο. Δεν έχω πιστέψει ότι έχει εκδοθεί. Τώρα, ήδη έχω σκεφτεί να γράψω 4 βιβλία. Υπάρχουν ήδη στο μυαλό μου. Πρώτα θέλω να εξαντλήσω αυτά που γνωρίζω καλά. Το ένα είναι ήδη σε πολύ προχωρημένη μορφή.

Ας μιλήσουμε για τον τίτλο. Εσύ τον σκέφτηκες; Πως εμπνεύστηκες;

 

Ήθελα κάτι που να δείχνει απευθείας στον αναγνώστη σε τι αναφέρεται. Άσσος, είναι ο πρωτοετής στη σχολή Ευελπίδων. Ήθελα λοιπόν να δείξω ποια είναι η ζωή του Άσσου καταρχάς και μετά σκέφτηκα τι άλλο θα μπορούσα να προσθέσω. Χωρίς να είμαι φίλος του πόκερ, μου ήρθε η ιδέα «Φουλ του άσσου», και ψάχνοντας να δω αν ταιριάζει διαπίστωσα ότι ήταν ιδανικός τίτλος διότι οι τρεις Άσσοι  είναι οι 3 βασικοί πρωτοετείς του βιβλίου και το ζευγάρι οι 2 τεταρτοετείς. Ταίριαζε λοιπόν γάντι και βρήκα και πολλές ερμηνείες στη συνέχεια να το υποστηρίξουν.

 

Πιστεύεις ότι στην Ελλάδα ο κόσμος διαβάζει;

 

 

 Όχι, δεν θα το έλεγα. Υπάρχουν στατιστικές για  αυτό το ερώτημα. Κατά βάση το αναγνωστικό  κοινό είναι γυναίκες και το μεγαλύτερο ποσοστό  γυναικών διαβάζει αναγνώσματα τύπου «άρλεκιν»,  τα οποία έχουν και τρομερές πωλήσεις. Οι άντρες  πάλι δεν διαβάζουν πολύ. Υπάρχουν φυσικά οι  φανατικοί αναγνώστες αλλά είναι μικρό το  ποσοστό. Επίσης, η αγορά της Ελλάδας είναι  μικρή για τον κόσμο του βιβλίου, κάτι που έχει  αντίκτυπο και στην ποιότητα του ίδιου του βιβλίου.

 

Tο βιβλίο σου είναι πράγματι μια κραυγή ενάντια στη βία. Κατά τη γνώμη σου ένα τέτοιο βιβλίο θα μπορούσε να αποτελέσει έμπνευση και μια ώθηση για δράση κατά της βίας στον κόσμο μας σήμερα;

Οπωσδήποτε. Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου έρχονται συνεχώς αντιμέτωποι με τη βία. Βία που παρουσιάζεται μπροστά τους με πολλές μορφές. Κρατική, πολιτική, στρατιωτική, κοινωνική, βία από το συνάνθρωπο, μα και από άλλες δομές και καταστάσεις. Δυστυχώς, ζούμε σε έναν πολύ βίαιο κόσμο που έχει ξεχάσει να αγαπά, έχει λησμονήσει τον άνθρωπο. Αφού τα κατάφεραν οι Ευέλπιδες του «Φουλ του Άσσου» να αντιμετωπίσουν τη βία, μπορεί να το κάνει ο καθένας, αν πραγματικά το πιστεύει. Και αυτό είναι ένα από τα μηνύματα που απευθύνονται στους νέους σήμερα. Όλοι χρειαζόμαστε σε δύσκολες στιγμές της ζωής μας να δούμε πώς κάποιοι άλλοι, πριν από εμάς, ξεπέρασαν τις δυσκολίες. Δεν έχει σημασία αν αυτοί που κραυγάζουν ενάντια στη βία, μέσα από το βιβλίο, είναι Ευέλπιδες. Θα μπορούσαν να είναι οποιοιδήποτε. Όταν ξέρεις ότι αποδεδειγμένα υπάρχει ελπίδα, τότε η ανατροπή δεν είναι μακριά. Επίσης, μέσα από το βιβλίο, επιχειρείται στροφή στον έσω άνθρωπο. Εκεί πρωτίστως πρέπει να αντιμετωπιστεί η βία. Και αυτό είναι θέμα παιδείας.

Ποιο μήνυμα θα ήθελες να αφήσεις στους αναγνώστες του deBòp;

Να κοιτάνε πάντα μπροστά και να ζουν τη ζωή τους. 

 

Κατά τη γνώμη μου, αν είσαι  κάπου καλλιτέχνης είσαι καλλιτέχνης  παντού. Αυτό μου απέδειξε ο Νίκος Κοτανίδης ο οποίος εκτός από συγκλονιστικός φωτογράφος είναι και αξιόλογος συγγραφέας. Η λιτή πένα του με γερή δόση χιούμορ, ευαισθησία και ρεαλισμό, με ταξίδεψε πίσω στη δεκαετία του 80, μου θύμισε παλιά στέκια, γνώριμες μάρκες τσιγάρων, μουσικές συνήθειες, λέξεις που χρησιμοποιούνταν τότε, και φυσικά με έκανε να ανακαλύψω έναν κόσμο για τον οποίον γνώριζα ελάχιστα, έναν κόσμο που ο Νίκος Κοτανίδης φωτογράφισε με τη δική του ματιά.

«Δεν βουτώ την πένα μου μέσα στη μελάνη, αλλά μέσα στη ζωή».

~Blaise Cendrars~