Μιλήσαμε με τον Παύλο Παυλίδη την πρώτη μέρα της νέας σελήνης

Μιλήσαμε με τον Παύλο Παυλίδη την πρώτη μέρα της νέας σελήνης

Σάββατο βραδάκι κατευθύνομαι στο στούντιο του Παύλου Παυλίδη, όπου θα κάναμε τη συνέντευξη. Όλη η μέρα είχε τη βαριά σκιά του θανάτου του Θάνου πάνω της, οπότε τα βήματα ήταν βαριά και η διάθεση, αναμενόμενα, όχι η καλύτερη. Παρόλα αυτά, υπήρχε μέσα μου η χαρά, η ανυπομονησία και το άγχος να μιλήσω μαζί του, να μπω έστω και λίγο στον κόσμο του και να πάρω μυρωδιά από την ατμόσφαιρά του. Έφτασε, ευγενικός και φιλικός οικοδεσπότης, ξεκινήσαμε να λέμε για το γεγονός της ημέρας και κατάφερα να «κλέψω» μερικές κουβέντες (που αργότερα έγιναν περισσότερες):

Για το Θάνο Ανεστόπουλο: Τώρα που ερχόμουν παρατήρησα ότι πρέπει να είναι η πρώτη μέρα της νέας σελήνης. Η πρώτη μέρα της νέας σελήνης και για αυτόν λοιπόν.
Για τη συναυλία στη Θεσ/νίκη με το Θάνο: Σα να ήταν η τελευταία μέρα της παλιάς σελήνης.
Θα του αφιέρωνα το έξης που σκέφτηκα καθώς ερχόμουν στη συνέντευξη: Μην κλαίτε που πέθανα, να γελάτε που έζησα. Νομίζω αυτό θα του άρεσε και αυτό θα ήθελε.

Και κάπως έτσι μπήκαμε στην «κανονική» ροή της κουβέντας μας:

Κάνοντας μια γέφυρα ανάμεσα στα χρόνια και περνώντας μέσα από τις δεκαετίες, από το σκληρό/πανκ ήχο του '80, στον ξέφρενο ηλεκτρισμό των 90's και 00's έως την πιο προσωπική/ εσωτερική μουσική του σήμερα, θεωρείς ότι αυτά είναι τα στάδια της εξέλιξης/ ωρίμανσής σου;

Είναι η πορεία της αναζήτησης. Δεν ξέρω αν είναι ωρίμανση. Επέρχεται και αυτή βέβαια, χωρίς να το καταλαβαίνεις. Είναι μια πορεία που προχωράει για μένα φυσιολογικά, δηλαδή, δε σκέφτηκα ποτέ να κάνω κάτι άλλο, παρά αυτό· να προχωρήσω μέσα στο χρόνο.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια εικόνα σου που μου έχει εντυπωθεί στο μυαλό: καλοκαίρι στο Κουφονήσι, στο Up Festival, κάθεσαι στην παραλία και αγναντεύεις για ώρα τη θάλασσα. Τότε σκέφτηκα: Κάπως έτσι θα γράφει τα τραγούδια του ο Παύλος. Τελικά πώς γράφεις τα τραγούδια σου και πώς συνεχώς ανακατεύεις αυτή τη φωτιά μέσα σου έως σήμερα;

Σίγουρα δεν υπάρχει ένας τόπος όπου πηγαίνεις και συναντάς τραγούδια. Αν, ας πούμε, σηκώσεις εδώ μέσα τα χαλιά και τα έπιπλα, που εδώ μέσα ασχολούμαι πολύ με τη μουσική, δε θα βρεις ούτε τραγούδια, ούτε στίχους. Νομίζω ότι αλληλεπιδρά το μέσα μας με αυτό που συμβαίνει έξω, κι αυτό με ένα τρόπο όχι πάντοτε συνειδητό. Δεν μπορείς εσύ να πας σε μια παραλία και να βρεις κάτι αν δεν υπάρχει μέσα σου για να το ζήσεις, όπου και να ‘σαι. Μπορώ να σου πω το πώς γράφτηκε ας πούμε «Το νερό που κυλάει», το οποίο

 

είναι από τα τραγούδια μου που το σημείο έπαιξε κάποιο ρόλο.

Είμαστε λοιπόν στο Μεριέλ, ένα μέρος έξω από το Παρίσι, παρέα με ένα φίλο, για να τελειώσω το υλικό αυτό που ετοίμαζα, ώστε να γυρίσω στην Ελλάδα και να κάνω τα Ξύλινα Σπαθιά, και δεν μπορούσα να βρω με τίποτα τους στίχους του τραγουδιού που, εν τέλει, έγινε το «Νερό που κυλάει». Είχα στίχους στα Αγγλικά που μου άρεσαν πολύ, αλλά έτσι κι αλλιώς είχα αποφασίσει να είναι ελληνόφωνα τα τραγούδια. Κάθομαι μπροστά στον ποταμό που περνάει μπροστά από το Μεριέλ και λίγο πιο κάτω είναι ένα χωριό, το Οβέρ σιρ Ρουαζ, όπου είναι θαμμένος ο Van Gogh. Εκεί είναι και το νεκροταφείο του, το οποίο επισκέπτονται άνθρωποι –καλλιτέχνες και μη- από όλο τον κόσμο. Ήμουν, λοιπόν, εκεί μπροστά στον ποταμό την ώρα της δύσης του ήλιου, όχι πολύ αργά το απόγευμα, θέλοντας να βγω από το τραγούδι για λίγο μήπως και το βρω. Εκεί ήταν στημένα κάτι μεταλλικά ταμπλό, τα οποία είχε τοποθετήσει ο Yves Saint Laurent και τα οποία ζωγράφιζε ο Van Gogh. Τότε καθώς τα κοίταζα σκέφτηκα: Αυτός ο άνθρωπος που τόσο πολύ θαυμάζεις, ζωγράφιζε αυτό που έβλεπε. Εγώ τώρα τί πρέπει να απεικονίσω; Αυτό που βλέπω; Αυτό που βλέπω είναι το νερό που κυλάει. Και ήταν όντως το νερό του ποταμού Ρουα, ενός παραπόταμου του Σηκουάνα. Σε πέντε λεπτά είχα το κείμενο: σα νερό που κυλάει, τα φιλιά και τα χρόνια, σαν τα πουλιά το χειμώνα, χάνονται. Εκεί, έζησα μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της ζωής μου, σχεδόν μεταφυσική, αν και δεν πιστεύω σε μεταφυσικά φαινόμενα. Τελείωσα την πρώτη στροφή από το τραγούδι, άναψαν τα φώτα, όπως άναβαν κάθε μέρα τέτοια ώρα, στην εκκλησία της Οβέρ, την οποία έβλεπα απέναντί μου (είναι αυτή που έχει ζωγραφίσει με τις καμπύλες, που μοιάζει να χύνονται) και ήταν σα να μου απαντούσε ο κύριος. Ήταν ό,τι πιο μεταφυσικό έχω ζήσει.

Ένα άλλο τραγούδι που έχω συνδέσει με τόπο είναι το «Όμορφη μέρα», που λέει «όμορφη μέρα, δεν έχω κάτι να σου πω, κοιτάζω πέρα το φως που πέφτει στο νερό». Πρόκειται για την παραλία της Ιερισσού, που είναι ένα μέρος που συχνάζω. Είναι από τις ελάχιστες φορές που ένα μέρος συμμετέχει σε αυτό που κάνω. Που δεν είχα τι να πω και το μέρος μου απάντησε. Είναι από τις φορές που νιώθεις με την πλάτη στο γκρεμό και σε συγκρατεί ένα χέρι.

Πριν μερικές μέρες στη συναυλία σου αφιέρωσες την «Κουκλα» στα αγόρια και τα κορίτσια που δουλεύουν μετά τις 12 στη Συγγρού. Παράλληλα, έκανα σύνδεση με την LBGTQ κοινότητα και τις επιθέσεις που δέχονται άνθρωποι λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού. Τελικά, μπορεί η ερωτική επιθυμία να μπει σε καλούπια;

Πιστεύω ότι τα καλούπια δεν ταιριάζουν σε τίποτα, ανεξάρτητα από τον έρωτα. Απλώς ένιωσα την ανάγκη να το κάνω, γιατί τα πρόσωπα των ανθρώπων που δουλεύουν τη νύχτα με αυτόν τον τρόπο, μου έδωσαν την αφορμή για να γραφεί αυτό το τραγούδι. Δε θεωρώ ότι έκανα κάποια πολιτική πράξη εκείνη την ώρα. Η πολιτική και η διαμαρτυρία χωράει στον πιο απλό στίχο χωρίς να είναι απαραίτητα προφανές ή και πάντοτε εκ προθέσεως.

Γνωρίζω ότι σου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Για ποια ταινία θα ήθελες να είχες γράψει μουσική

 

και γιατί;

Μια απόπειρα που έκανα, η οποία αποτυπώθηκε, είναι το Immortal story. Το Immortal story είναι μια ταινία του Όρσον Ουέλς, μια περίπου πενηντάλεπτη ταινία, σχεδόν μικρού μήκους, γιατί μεγάλου δεν είναι, όπου η επένδυση είναι η πιο μαγευτική μουσική που έχω ακούσει ποτέ. Είναι μουσική του Ερίκ Σατί. Αυτό που με σόκαρε, πέρα από τα άλλα, είναι όταν δεν έβλεπα την ταινία και άκουγα μόνο τις φωνές, ήταν τόσο μουσικό το αποτέλεσμα… Πήρα σκόρπιες φράσεις από όλη την ταινία, σε ένα παιχνίδι που έκανα στο στούντιό μου στην Αμοργό. Έβαζα την ταινία, ηχογραφούσα και μάλιστα σε μπομπινόφωνο, τότε ακόμα γράφαμε σε ταινίες, μια αρκετά επίπονη διαδικασία σε σχέση με την ευκολία που έχουν τώρα πια τα μέσα. Έκοβα και έραβα λοιπόν εκεί τις φράσεις και κατά κάποιο τρόπο έκανα αυτήν την παρανομία, παρασπονδία, όπως και να το πει κανείς, σαν να έβαζα ξανά μουσική σε μια ταινία. Το έζησα με τον τρόπο μου. Τώρα αν είχα μια ταινία που δε θα είχε καμία επένδυση θα μου άρεσε περισσότερο.

Για το video clip του στο «Μια Πυρκαγιά σ’ ένα σπιρτόκουτο»:

Είναι ξεκάθαρα σαν ταινία μικρού μήκους. Μου άρεσε πάρα πολύ και θεωρώ πως είναι συναρπαστική η Πηνελόπη Τσιλίκα, όχι μόνο ο τρόπος που παίζει αλλά και ο τρόπος που αρθρώνει το κείμενο, τη συρραφή κειμένων που έχει κάνει ο Αλέξανδρος.

Αν είχες τη δυνατότητα με ποιο μουσικό ή μπάντα θα ήθελες να πιεις ένα ποτό και να ανταλλάξεις ιστορίες;

Θα ήθελα να βρεθώ δίπλα, και όχι απαραίτητα να πιω μαζί και να ανταλλάξω ιστορίες, με μια παρέα από ρεμπέτες. Μετά σκέφτομαι ότι για αυτό θα έπρεπε να περάσω και μεγάλο διάστημα στη φυλακή (γέλια), οπότε θα έπρεπε να σκεφτώ κάτι πιο εύκολο. Έχω την εντύπωση ότι οι Clash ήταν ένα από τα συγκροτήματα, που έζησαν στη δεκαετία του '80 με ένα φοβερό τρόπο την πραγματικότητα της εποχής τους και την απεικόνισαν κιόλας. Αυτή είναι μια παρέα που μου φαίνεται συναρπαστική. Βέβαια πάντοτε εμείς τα βλέπουμε απέξω τα πράγματα και λίγο εξαδανικευμένα.

Ομάδες που θεωρώ σπουδαίες ήταν οι Talking Heads, οι οποίοι χαρακτήρισαν την εποχή τους και φυσικά πάρα πάρα πάρα πολλά άλλα. Αν με ρωτάς ποιο θεωρώ το μεγαλύτερο συγκρότημα αυτή τη στιγμή στον κόσμο, νομίζω το μόνο συγκρότημα που έχει διανύσει τις δεκαετίες και σήμερα είναι ενεργό, εμπνευσμένο, είναι οι Depeche Mode. Είναι συγκρότημα όπως λέμε ότι είναι συγκρότημα οι Doors, που το καταλάβαινες. Το τελευταίο, παλιό καλό συγκρότημα είναι οι Depeche Mode, που ξεκινάει από τις αρχές του 80, είναι ακόμα ενεργό και στα αλήθεια δεν ξέρεις από που θα σου έρθει. Από πιο σύγχρονα νομίζω ότι οι Radiohead ταξιδεύουν μόνοι τους.

Την Πέμπτη στην Τεχνόπολη θα χορέψουμε πολύ;

Η πρόθεση είναι να χορέψουμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

 

Έκλεισα το μαγνητόφωνο, χαλαρώσαμε και συνεχίσαμε να μιλάμε με τις ώρες για τραγούδια, ταξίδια, το Θάνο, την Κατερίνα, για ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί... Πράγματα που θα είχα υλικό για ντοκιμαντέρ! Αλλά τα ρούφηξα όλα, τα κρατάω μέσα μου σα φυλαχτό και θα μείνουν πολύτιμα όπως τα ένιωσα τη στιγμή που τα άκουσα. Παύλο σε ευχαριστώ πολύ για όλα, είσαι και από κοντά αυτός ο μαγικός άνθρωπος που βλεπω στη σκηνή.

Η συνέντευξη αφιερώνεται στο φίλο μας το Θάνο, που φεύγοντας σα να μου έκανε αυτό το δώρο.
Στη φίλη μας την Κατερίνα Γώγου, που κάπως πάντα κι από κάπου μας παρακολουθεί.

Ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθειά της και τις φωτογραφίες τη Ράνια-Κλειώ Κουρή