Η Χριστίνα Θεωδόρου μας μιλάει για τον «Έλβις που έφυγε», το θεατρικό έργο που εκδίδει.

Η Χριστίνα Θεωδόρου μας μιλάει για τον «Έλβις που έφυγε», το θεατρικό έργο που εκδίδει.

Εν αναμονή της παρουσίασης του  θεατρικού της βιβλίου «Ο Έλβις έφυγε», συναντήσαμε την Χριστίνα Θεοδώρου, συγγραφέα του έργου.
Εκτός από πολύ καλή συγγραφέας, ηθοποιός, σκηνοθέτις, και ποιήτρια είναι και υπέροχη οικοδέσποινα. Μας υποδέχτηκε στο πανέμορφο σπίτι της στα Εξάρχεια και συζητήσαμε για το βιβλίο της, για την παράσταση της που παιζόταν πέρσι με πολύ μεγάλη επιτυχία, για την δυσκολία της επικοινωνίας που χαρακτηρίζει την εποχή μας και καταλάβαμε πόσο ενδιαφέρον είναι να συζητάς μαζί της.

Θα ήθελα να μου πεις λίγα λόγια για εσένα. Τι σε χαρακτηρίζει περισσότερο: Σκηνοθέτις, ηθοποιός ή συγγραφέας;
Σπούδασα θέατρο, στο θέατρο Τέχνης και Επικοινωνία με κατεύθυνση τη Σκηνοθεσία. Έχω και τους τρεις ρόλους τους οποίους αναφέρεις και ο καθένας μου γεμίζει ένα διαφορετικό κομμάτι. Νιώθω πως η ταυτότητα της συγγραφέως με χαρακτηρίζει περισσότερο, τουλάχιστον αυτή την περίοδο. Βρίσκω τη διαδικασία του γραψίματος δημιουργικότερη των τριών. Άλλωστε όταν γράφω έναν ρόλο τον βιώνω και τον σκηνοθετώ παράλληλα. Από την άποψη της δημιουργίας αισθάνομαι ότι η συγγραφή μου παρέχει μεγαλύτερη ελευθερία.

Και όχι το να παίζεις;
Σίγουρα όχι. Είναι σαφώς πιο περιοριστικό το να γίνεσαι από το να φτιάχνεις εκ του μηδενός.

Ο τίτλος του έργου – Ο Έλβις έφυγε - από που προήλθε;
Το 1956 ο Έλβις Πρίσλευ έφυγε βιαστικά από μία συναυλία και ενώ το κοινό του, που απαρτιζόταν από τις φανατικές θαυμάστριές του, ούρλιαζε, ο υπεύθυνος Τύπου ανακοίνωσε “Elvis has left the building”. Στη συνέχεια, πολλές συναυλίες του Έλβις και άλλων συγκροτημάτων της εποχής έκλειναν με αυτή τη φράση, που έγινε σύνθημα και κατέληξε να σημαίνει: Το πάρτυ τελείωσε, μην περιμένετε συνέχεια, δεν θα ξαναβγούμε στη σκηνή. Πάνω σ’ αυτή τη θεματική του τέλους, της αίσθησης του τέλους, που χαρακτηρίζει τη γενιά μας, βασίστηκα για την υπόθεση του έργου.

Βλέπουμε ότι τα γεγονότα του έργου διαδραματίζονται σ’ ένα πάρτυ. Θα ήθελα να σε ρωτήσω αν έχει σημασία αυτή η τοποθέτηση.
Ο χώρος καταδεικνύει την έξαψη και τη χαρά της διασκέδασης. Στο μυαλό μου είχα ένα ανοιχτό πάρτυ, απ’ αυτά που πηγαίνουν όχι οι φίλοι μας αλλά οι φίλοι των φίλων μας, που σκάει ένα σωρό άσχετος κόσμος και όλοι νιώθουμε μία ανάγκη να περάσουμε καλά. Αλλά δεν περνάμε, γιατί στο τέλος συνειδητοποιούμε ότι πέρασε το βράδυ και δεν κάναμε αυτό το οποίο πραγματικά θέλαμε.

Στο έργο/ βιβλίο βλέπουμε πέντε εικοσάρηδες σ’ ένα πάρτυ, που έχουν ανησυχίες, φόβους και «θέλω», που δεν εξωτερικεύονται. Τα κρατάνε μέσα τους και συνεχίζουν να προβάλλουν στους άλλους κάτι άλλο.  Πιστεύεις ότι οι άνθρωποι διαλέγουν να παίζουν ρόλους για να βρουν τους  «πραγματικούς» εαυτούς τους;
Νομίζω δεν το διαλέγουμε, γενικώς οι άνθρωποι δεν διαλέγουν να παίξουν ένα ρολό. Μπορεί να θέλουν να είναι ο εαυτός τους αλλά μπορούν να είναι μόνο μια πτυχή του εαυτού τους. Κάθε φορά δείχνουν ένα κομμάτι τους. Οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες στο έργο είχαν απόλυτη συνείδηση του ρόλου που έπαιζαν διότι τους βοηθούσε να αισθάνονται σημαντικότεροι, πιο όμορφοι και πιο ενδιαφέροντες..
Μπαίνουμε σε ρόλους για να νιώσουμε κάτι, όχι αναγκαστικά για να νιώσουμε καλύτερα αλλά για να νιώσουμε οτιδήποτε, ακόμα και πόνο. Και η δυστυχία είναι ρόλος. Τα πάντα είναι ρόλος αρκεί να βρίσκονται σε ορισμένο πλαίσιο. Έπρεπε να υπάρχει ένα σκηνικό το οποίο να υποδεικνύει μια διασκέδαση τυποποιημένη. Μόνο μέσα σε μια μαζικότητα μπορεί να καταδειχτεί η πραγματική απομόνωση.

Άρα ο χώρος βοήθησε στο να φανεί κάτι τέτοιο. Να πούμε λίγα λόγια για το πως ξεκίνησε σαν ιδέα.
Η ιδέα ξεκίνησε όταν βρέθηκα κι εγώ σ’ ένα τέτοιο πάρτυ, καταναγκαστικά, ενώ δεν ήθελα να πάω. Ένιωσα τόσο μόνη και τόσο άβολα που είχα ανάγκη να τη μοιραστώ αυτή τη μοναξιά με την ελπίδα πως και άλλοι είχαν βρεθεί στη θέση μου και έπλητταν μέσα στον κόσμο. Είχα στο νου μου να ειρωνευτώ την κατάσταση των κλασικών ερωτήσεων: Τί κάνεις; -Καλά, εσύ; - Καλά, εσύ; Όλα ήταν τόσο κενά και επιφανειακά και με τρόμαξε ο εαυτός μου. Μήπως πράγματι είμαι έτσι, τόσο βαρετή.

Πιστεύεις ότι η γενιά αυτή επειδή δεν σκέφτεται έτσι, δεν ζει; Πώς έτσι; Νομίζεις ότι φοβούνται; Ότι αυτό συμβαίνει επειδή φοβούνται;
Οι άνθρωποι σίγουρα φοβούνται, πάντα φοβούνται να ζήσουν. Δεν ξέρω αν η γενιά μου ζει λιγότερες ή περισσότερες εμπειρίες. Αυτό που γνωρίζω είναι πως ζει μέσα σε μια διαρκή ανασφάλεια και φόβο για τα πάντα. Φοβόμαστε πιο πολύ το κακό που δεν μπορούμε να φανταστούμε και που μπορεί να μην έρθει και ποτέ ή να μην υπάρχει..
Σίγουρα στερούμαστε κάποια ερεθίσματα αλλά δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος ο οποίος να μην στερήθηκε κάποιες πλευρές της πραγματικότητας. Μπορούμε να ζήσουμε λίγα πράγματα έντονα ή πολλά πράγματα από λίγο αλλά μέχρι εκεί. Δεν μπορούμε πάντα, από το πρωί ως το βραδύ, να ζούμε έντονα. Η ζωή δεν είναι ταινία, δεν περιλαμβάνει μόνο ενδιαφέρουσες στιγμές. Δεν θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε τις ενδιαφέρουσες στιγμές αν δεν υπήρχαν οι άτονες.
Μέσα στο ίδιο το έργο υπάρχει μια φράση που λέει «για να αντιληφθείς την κενότητα πρέπει να έχεις γνωρίσεις την πληρότητα». Είμαστε μια γενιά φοβική, φοβόμαστε τον ίδιο το φόβο. Πάνω σ’ αυτό το φόβο χτίζουμε ζωές και πραγματικότητες των οποίων οι βάσεις είναι πάρα πολύ σαθρές γιατί αυτός ο φόβος δεν είναι ρεαλιστικός, είναι κάτι ασαφές που έπεται.

Ο λόγος σου είναι πολύ διαφορετικός από τα κλασικά θεατρικά κείμενα. Είναι ουσιαστικός, δεν έχει περιτυλίγματα. Πώς το σκέφτηκες να γραφτεί έτσι; Είχες κάποιες πηγές έμπνευσης;
Ο Έλβις είναι το πρώτο έργο που εκδίδω αλλά δεν είναι το πρώτο κείμενο που γράφω. Πηγή έμπνευσης είναι κάθε τι που έχω διαβάσει στην ζωή μου, κάθε άνθρωπος που έχω μιλήσει, τα πάντα νομίζω. Υπάρχουν συγκεκριμένα βιβλία που μου έκαναν εντύπωση αλλά δεν πήρα από αυτά τον τρόπο με τον οποίο γράφω, πήρα κυρίως τις ιδέες, οι οποίες με έκαναν να σκεφτώ άλλες ιδέες και όχι τις τεχνικές τους. Θα ήταν πολύ λίγο να σου πω 2-3 συγκεκριμένα έργα γιατί υπάρχουν κάποια που προτιμώ σε σχέση με άλλα – ποιήματα, θεατρικά, τραγούδια, φιλοσοφικά και ακαδημαϊκά κείμενα – αλλά πιστεύω πως αν τα αναφέρω θα εκμηδενίσω όλα τα υπόλοιπα που με οδήγησαν να διαβάσω αυτά και να τα κατανοήσω.

Πώς νιώθεις που το έργο σου ανέβηκε στο θέατρο και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία και τώρα εκδίδεται σε βιβλίο; Είναι σαν έναν επόμενο, λογικό, βήμα;
Νιώθω πως είναι ένα ταιριαστό βήμα. Είναι πολύ μεγάλη τιμή να εκδίδεται ο δικός μου λόγος σε έναν τόσο ιστορικό οίκο όπως οι Εκδόσεις Δωδώνη που φημίζεται για τη θεατρική του ιστορία. Είναι το ιδανικό βήμα που πάντα ελπίζει να έχει ένας συγγραφέας και ειδικά ένας θεατρικός συγγραφέας αλλά που, σχεδόν ποτέ, δεν έρχεται.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σου;
Σκοπεύω να συνεχίσω να γράφω και θα ήθελα κάποια στιγμή να ξαναπαρουσιάσω τον Έλβις που έφυγε, ώστε να μπορέσουν ακόμα περισσότεροι αναγνώστες και θεατές να δουν ζωντανή αυτή την πραγματικότητα. Επίσης ιδανικά βήματα για το μέλλον είναι να εκδώσω μια ποιητική συλλογή, μέρος των ποιημάτων που γράφω τα τελευταία χρόνια.

 

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Παρασκευή, 22/5/2015 στις 20 : 30 μ.μ. στο Booze Cooperativa (Booze:Upstairs), Κολοκοτρώνη 57. Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Κωνσταντίνος Μπούρας (Ποιητής – Συγγραφέας) και η Μαίρη Μεταξά – Παξινού (Φιλόλογος – Συγγραφέας). Αποσπάσματα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί : Νιόβη – Ευγενία Κλάρα και Κέλλυ Σπάνθη.
Θα ακολουθήσει πάρτυ μετά την παρουσίαση.

Περισσότερες πληροφορίες εδώ.