Η Μαρία Κίτσου μιλά στο deBόp

Η Μαρία Κίτσου μιλά στο deBόp

Η Μαρία Κίτσου δε χρειάζεται συστάσεις. Απόφοιτη του Εθνικού θεάτρου, έχει συνεργαστεί με τα μεγαλύτερα ονόματα στο χώρο του θεάτρου (Στάθης Λιβαθινός, Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, Αντώνης Αντύπας, Λίλυ Μελεμέ, Δημήτρης Λιγνάδης, Νίκος Διαμαντής) κι έχει κερδίσει όχι μόνο την εκτίμηση των συναδέλφων της, αλλά και το βραβείο "Μελίνα Μερκούρη". Εμείς τη συναντήσαμε και μιλήσαμε μαζί της για την παράσταση που πρωταγωνιστεί ("Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά"), αλλά και για τον έρωτα, το ρομαντισμό, την αγάπη και τα σχέδια της για το μέλλον.

Η παράσταση βασίζεται στον Οδοιπόρο του Παν. Σούτσου. Έχουν γίνει, όμως, και προσθήκες ποιημάτων του Βιζυηνού, του Σολωμού,  του Λαπαθιώτη, σε κάποια καίρια σημεία του έργου. Η προσέγγιση του κειμένου έγινε σαν να ήταν εξαρχής ενιαίο και όχι όπως είναι, δηλαδή σαν αποσπάσματα διαφορετικών κειμένων, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ιδιαίτερη δυσκολία στη μετάβαση από το ένα στο άλλο κατά τη διάρκεια της παράστασης. Αλλάζει ο ρυθμός, η ρίμα, σε κάποια σημεία γίνεται πιο πεζό, αλλά όλα αυτά δεν αλλάζουν τη διαδρομή που ακολουθεί ο καθένας στον τρόπο εκμάθησής του. Το έργο είναι έμμετρο ποιητικό δράμα, το είδος που εισήγαγε τον ρομαντισμό στην Ελλάδα. Για το θεατή είναι πιο δύσκολο να παρακολουθήσει τον έμμετρο λόγο σε σχέση με τον πεζό, αλλά εξαρτάται και πάλι από τον τρόπο εκφοράς και από τον τρόπο που χρησιμοποιείται. Εμείς στην παράσταση χρησιμοποιούμε τον έμμετρο λόγο πολύ φυσικά, σαν να ήταν ο λόγος της καθημερινής μας ομιλίας, δεν δίνουμε κανένα στόμφο, καμία έμφαση στην ποιητική του. Παρόλα αυτά για μένα προσωπικά η ρίμα δίνει και μια τεράστια ελευθερία. Όσο περιορισμένο είναι το κείμενο σ’ έναν ρυθμό, τόσο πιο εύκολα σου δίνεται η ελευθερία να τον σπάσεις.

Ο όρος της φορεσιάς επανέρχεται πολύ συχνά στο έργο. Της φορεσιάς ως το υλικό σώμα, της φορεσιάς ως το φορτίο των βασάνων και των παθών των ηρώων. Σε κάποιο σημείο η ηρωίδα μου λέει για το Θεό: «Αν φονευτώ ο Θεός πώς θέλει με  κολάσει; Tι πταίω ζώον δυστυχές εάν με είχε πλάσει; Οπόταν της ζωής αυτής με άνοιξε την πύλη, με είπε κράτα προς καιρόν του σώματος την ύλη. Εάν αυτό το φόρεμα βαρύ φορτίο είναι, τι πταίω αν το παραιτώ; Kριτή σε κάμω, κρίνε». Οπότε οι ήρωες αυτοί είναι σαν να θέλουν να αποτινάξουν από επάνω τους τον παλιό τους εαυτό. Ονειρεύονται μήπως υπάρξει δεύτερη ευκαιρία για αυτούς και παρόλο που δυστυχώς δεν θα υπάρξει, δεν παύουν να την αναζητούν και να παλεύουν -και εδώ υπάρχει μια σύνδεση του κειμένου με το πώς είναι στο σήμερα όλο αυτό. Υπάρχει, δηλαδή, μια επαναληπτικότητα - οι ήρωες ζούνε και ξαναζούνε τα ίδια πράγματα μέχρι να οδηγηθούν στη λύτρωση. Κάτι που ποτέ δεν γίνεται εν τέλει.

 

Κοινά χαρακτηριστικά με τη Ραλού - η σταθερότητα κι η πίστη. Είναι μια βαθιά και απόλυτα ερωτευμένη γυναίκα, όπως κι εγώ όταν ερωτεύομαι. Η διαφορά είναι ότι δεν έχω υπάρξει ποτέ εκδικητική, όπως εκείνη. Όταν ο αγαπημένος της πήγε στον πόλεμο, έμεινε μόνη της και το βίωσε όλο αυτό ως εγκατάλειψη. Για οκτώ χρόνια λοιπόν, αφού διώχτηκε από τους πολιτικούς αντιπάλους του συντρόφου της, έζησε κυνηγημένη και μόνη, γεγονός που τη σκλήρυνε. Σκλήρυνε για να μπορέσει να το αντιμετωπίσει. Μετά από μια τρομερή παρεξήγηση, παίρνει τη μοιραία απόφαση να εκδικηθεί τον εραστή της. Όταν το μετανιώνει και συνειδητοποιεί την αλήθεια είναι πάρα πολύ αργά για όλους. Ως εκ τούτου ναι θα μπορούσε να υπάρξει και σήμερα ένας τέτοιος χαρακτήρας. Υπάρχουν άλλωστε τέτοιοι άνθρωποι που για να αντιμετωπίσουν απώλειες χάνουν το μέτρο, την ανθρωπιά τους. Κι αυτό είναι μεγάλο λάθος, το να μπεις σε πανοπλία και να μη νιώθεις καμία συμπόνια, κανένα έλεος για το συνάνθρωπο. Κι η Ραλού είναι κάπως έτσι, δε θα θυσίαζε κάτι. Είναι τόσο απόλυτος χαρακτήρας, τόσο δυναμική και πεισματάρα, παρά μόνο τη ζωή της. Μπορεί και τη συντροφικότητα. Μόνο που τότε θα ήταν ναι μεν μόνη και ανεξάρτητη, αλλά ταυτοχρόνως και δυστυχισμένη. Γι’ αυτό κι όταν συναντιέται ξανά με τον αγαπημένο της και καταλαβαίνει ότι ζει, νιώθει τεράστια χαρά. Νιώθει ζωντανή, ότι έχει όνομα κι υπόσταση. Γίνεται, όμως, η μοιραία παρεξήγηση κι εν τέλει της γυρνάει το μυαλό και…

Πιστεύω πολύ στο ρομαντισμό. Ειδικά σ’ εκείνον, από τον οποίο έχουν προέλθει ο ιμπρεσιονισμός, ο συμβολισμός, το υπερφυσικό και το υπερβατικό στη λογοτεχνία. Ο ρομαντισμός δεν ήταν ποτέ ένα κίνημα της παθητικότητας, αλλά ένα ρωμαλέο κίνημα, πολύ δυναμικό, που έσπασε τις φόρμες του κλασσικισμού. Αυτό που το χαρακτηρίζει είναι η πίστη του, ότι τα πράγματα δεν αξιολογούνται μόνο με τη λογική, αλλά παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο και το συναίσθημα. Επίσης, αναδεικνύει τις έννοιες της αγάπης, του έρωτα, του θανάτου –του θανάτου ως μια  εθελούσια πράξη που δεν την κάνεις επειδή παραιτείσαι από τη ζωή, αλλά επειδή παίρνοντας την ίδια σου τη ζωή πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι καλύτερο παραπέρα. Ρομαντισμός σημαίνει παίρνω απόφαση να σταματήσω κάτι και να ελπίσω σε κάτι άλλο. Έχει μια δυναμική μέσα του ως κίνημα. Δεν έχει να κάνει με το  «δεν αντέχω άλλο τη ζωή» - καμία σχέση. Για εμένα είναι επανάσταση, έχει το μοιραίο, το τραγικό, το φρικώδες, τη θύελλα και την ορμή, τη λατρεία για τη φύση, το μυστήριο, όλη τη γκάμα των συναισθημάτων.

H σημερινή πραγματικότητα δεν ευνοεί τον ρομαντισμό, αλλά πιστεύω υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις. Υπάρχουν, δηλαδή, άνθρωποι που είναι ρομαντικοί, ακόμα κι αν δεν το αντιλαμβάνονται. Όπως για παράδειγμα όταν απορρίπτεις κάποιες φόρμες της κοινωνίας, ή όταν απορρίπτεις μια κοινή «παραλογική» της λογικής του «όλα εξηγούνται» που ισχύει σήμερα. Ακόμα και από οικείους μου βλέπω ότι ο ρομαντισμός υπάρχει, υπάρχει ακόμα αυτή η πίστη στον άνθρωπο, στην αγάπη και στα ευγενή αισθήματα. Ο ρομαντικός άνθρωπος σήμερα δεν είναι ο αιθεροβάμων, αλλά αυτός που θα βγει να διαδηλώσει, να υποστηρίξει τα πιστεύω του, ο επαναστάτης που θα πάει κόντρα σε κάποιες παγιωμένες αντιλήψεις, όπως ο ρατσισμός, η ομοφοβία, αυτός που πιστεύει στην καλύτερη εκδοχή του ανθρώπου.

 

Οι δυο ήρωες του έργου βιώνουν έναν ολέθριο έρωτα, βασανιστικό και καταστροφικό για τους δύο. Τους χωρίζει ο πόλεμος, αλλά συνεχίζουν και ζουν με αυτό τον έρωτα. Στο τέλος, βέβαια, έρχεται η λύτρωση, ξαναβρίσκονται, αναγνωρίζονται, διατυπώνονται οι όρκοι αγάπης και πεθαίνουν μαζί. Στη σημερινή εποχή ο έρωτας δεν έχει την ίδια αλήθεια. Όλοι φαίνονται ευτυχισμένοι, ερωτευμένοι πίσω από ένα προφίλ στο facebook, αλλά αν κοιτάξεις πίσω από αυτό όλα είναι ψεύτικα. Ο έρωτας διατυπώνεται μέσα από τις διάφορες ψηφιακές εφαρμογές, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται η προσωπική επαφή. Οι άντρες έχουν χάσει την αρρενωπότητά τους και την επαφή τους με την θηλυκή τους πλευρά, όπως και οι γυναίκες, επίσης, έχουν χάσει την επαφή με την αρσενική τους πλευρά. Προβάλλονται ως πρότυπα οι εύκολες και γρήγορες σχέσεις, αλλά όλα αυτά δεν είναι έρωτας.

Δεν αντέχουν όλοι τη μοναξιά. Να σου πω κάτι; Κι εγώ είμαι η πρώτη που δεν την αντέχω. Θέλω κάθε βράδυ να έχω φίλους μου, το σύντροφό μου, οτιδήποτε. Ναι κι εγώ έχω περιόδους όπου η μοναξιά είναι αφόρητη και μη διαχειρίσιμη. Αλλά το τρώω μόνη μου. Ή έχω ανθρώπους γύρω μου που με αγαπάνε. Μπορεί να μην υπάρχει ο σύντροφος, αλλά το αντίδοτο στη μοναξιά κι όχι τη μοναχικότητα, όταν δε μπορεί να τη διαχειριστεί κάποιος είναι να έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον που τον τροφοδοτεί. Είναι πολύ σημαντικό. Καλύτερο από το να καταφεύγεις στα σάιτ γνωριμιών για γρήγορο σεξ.

Φυσικά κι όλο αυτό πηγάζει από κοινωνικά στερεότυπα που υποστηρίζουν πως μια γυναίκα χρειάζεται έναν άνδρα για να είναι καλά. Εγώ από πολύ μικρή ήμουν αντιδραστική στις δομές αυτές της κοινωνία, γιατί δε μου λένε τίποτα. Από πολύ νωρίς δε με έπεισαν οπότε αντιστάθηκα σε αυτό. Ευτυχώς δε μεγάλωσα και σ’ ένα οικογενειακό περιβάλλον που να έχει μια τέτοια αντίληψη οπότε να με πιέσει να παντρευτώ και να αποκτήσω οικογένεια σε μικρή ηλικία. Όχι βέβαια ότι θα μπορούσαν να μου το πουν κιόλας, γιατί ήμουν άλλης ποιότητας άνθρωπος. Δε μου αρέσει να συμβιβάζομαι με κάτι λιγότερο από το ιδανικό για μένα. Οπότε αν δεν το βρω ή δεν εξελιχθεί μια σχέση έτσι, προτιμώ να χωρίσω παρά να παντρευτώ γιατί είμαι μεγάλη πια ηλικιακά. Μου αρέσουν τα παιδιά, αλλά θέλω να αποκτήσω με τον άντρα που αγαπώ και που έχω επιλέξει κι όχι με τον οποιονδήποτε. Γιατί μετά καταλήγεις να συμβιβαστείς, να μπεις στο καλούπι ενός γάμου, που δε σε ικανοποιεί. Κι όταν αποκτήσεις παιδιά πολλές φορές μένεις στο γάμο για χάρη τους κι ας είσαι δυστυχισμένη. Κι είναι εν τέλει πολύ χειρότερο το να φοβάσαι τη μοναξιά και την ανασφάλεια ενός διαζυγίου. Βλέπεις ανθρώπους της ηλικίας μου, οι οποίοι είναι πρόωρα γερασμένοι- η ρουτίνα φταίει. Θέλει πολλή αντίσταση, γιατί είναι εύκολο να βολευτείς σε μια κατάσταση, ιδίως όταν τα πράγματα είναι καλά. Και δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό, γιατί για να εξακολουθούν να είναι καλά, χρειάζεται κόπος. Δεν «παρκάρεις». Πρέπει συνεχώς να παλεύεις, να δίνεις μέσα από την καρδιά σου.

 

Κάνουμε θέατρο και τέχνη για να αντισταθούμε στην κατήφεια της ζωής. Δε θα φέρουμε τη μαυρίλα επί σκηνής ή στην πρόβα. Είναι τρελό. Προσωπικά μου ανάβουν τα λαμπάκια όταν υπάρχει πολλή σοβαροφάνεια, δε μπορώ να το διαχειριστώ αλλιώς. Επειδή ασχολούμαι και με ρόλους αρκετά δραματικούς, δε θα άντεχα κι η ζωή μου να ήταν τόσο μαύρη και μίζερη. Γι' αυτό ας μη χάνουμε το χιούμορ μας!

Μελλοντικά σχέδια; Θα κάνω ένα μεγάλο μου όνειρο την «Τερέζα Ρακέν» του Εμίλ Ζολά, όχι το θεατρικό, αλλά το λογοτεχνικό κείμενο. Κατ’ εμέ είναι ένα αριστούργημα-ανήκει στο κίνημα του ρεαλισμού προς νατουραλισμό. Πρόκειται πάλι για μια ερωτική ιστορία, αλλά με άλλες προεκτάσεις (στοιχεία θρίλερ, μετάνοιας). Θα ανέβει προς τα τέλη Γενάρη, υπό τη σκηνοθετική επίβλεψη της πολυαγαπημένης Λίλυς Μελεμέ στο θέατρο Ροές.

Ευχαριστούμε πολύ τη Μαρία Κίτσου για το χρόνο της. Της ευχόμαστε κάθε επιτυχία, αν κι είναι δεδομένη στην περίπτωσή της!

*Η συνέντευξη παραχωρήθηκε στις συντάκτριες Όλγα Μπιάγκη και Μαντώ Χαντζή.