Η Μαρία Αιγινίτου μας μιλάει για το «Έξω Χιονίζει»

Η Μαρία Αιγινίτου μας μιλάει για το «Έξω Χιονίζει»

Η Μαρία Αιγινίτου διασκευάζει και σκηνοθετεί το «Έξω Χιονίζει» του Σάκη Σερέφα στο θέατρο Επί Κολωνώ. Με αφορμή την ενδιαφέρουσα αυτή δουλειά ξεκλέψαμε λίγο χρόνο από τη σκηνοθέτιδα και μας απάντησε σε μερικές ερωτήσεις!

Πώς γίνεται η επιλογή του έργου αυτού; Ποια στοιχεία του «τράβηξαν» την περιέργειά σας και γιατί;

Η αγάπη μου για τη λογοτεχνία ξεκινάει από τα παιδικά μου χρόνια. Έτσι δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζοντας ένα βιβλίο, η φαντασία μου το ζωντανεύει την ίδια εκείνη στιγμή και είναι πια πολύ αργά για να οπισθοχωρήσω. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με το Έξω χιονίζει. Δεν το άφησα από τα χέρια μου, παρά μόνο όταν διάβασα την τελευταία λέξη και ήξερα ήδη πως θα γινόταν παράσταση. Το κείμενο αυτό που ξεκινά σαν ένα απλοϊκό, σαχλό ανέκδοτο, καταλήγει να μας παρασύρει στα βάθη του ανθρώπινου πόνου.

Μια νουβέλα του Σάκη Σερέφα γραμμένη για τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Πώς συνδέεται το 2015 με τον Πόλεμο;

Μα και το 2015 και το 2017 ο πόλεμος  είναι εδώ. Συμβαίνει στο μισό κομμάτι του πλανήτη μας επισήμως. Ανεπίσημα είναι παντού. Στους πρόσφυγες, που έχασαν τα σπίτια και τις οικογένειές τους και περιπλανιούνται αναζητώντας ένα τόπο να σταθούν, στον τρόμο που βιώνουν οι κοινωνίες, στην αδιανόητη άνοδο του φασισμού, στο φόβο.  Έχω την αίσθηση ότι ζούμε σε μία μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση. Το ανθρώπινο είδος δεν έχει απαλλαχθεί από αυτή του τη φοβερή συνήθεια. Μοιάζει καταδικασμένη η ανθρωπότητα.

Οι πρωταγωνιστές έχουν αντιηρωικά χαρακτηριστικά σε αντίθεση με αυτό που πιστεύει ο αναγνώστης και κατ’ επέκταση ο θεατής ότι θα διαδραματιστεί. Ποιες ανατροπές υπάρχουν στο έργο που θα μας κεντρίσουν;

Οι ήρωες της ιστορίας μας έχουν ανθρώπινες συνήθειες. Κανένας άνθρωπος δεν ονειρεύεται να γίνει ήρωας. Ο Nikita ονειρεύεται το αγαπημένο του φαγητό, νοσταλγώντας τη μάνα του, o Pietro θυμάται, στην αιωνιότητα ,το κορίτσι που δεν πρόλαβε να αγκαλιάσει, o John Smith επιθυμεί να σκηνοθετήσει μία ταινία, όλοι τους θέλουν να τους θυμόμαστε κι ο Bambalam περιμένει να δει το καινούργιο χορτάρι να φυτρώνει κάτω από το χιόνι. Αυτό που ξαφνιάζει, είναι η παρουσία του μέντιουμ στην αρχή του έργου. Είναι μία απροσδόκητη έναρξη.

 

Πέρα από όλα όμως το έργο έχει και μια σκωπτική ματιά πάνω στα ιστορικά γεγονότα και τον τρόπο που αυτά μας παρουσιάζονται μέσω παιδείας. Τι ανακαλύψατε για την ιστορία της εποχής για τη Θεσσαλονίκη που δε γνωρίζατε ή σας έκανε εντύπωση επειδή το είχατε μάθει αλλιώς.

Δε γνώριζα τίποτα για τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε το καλοκαίρι του 1917. Η φωτιά ξεκίνησε από ένα προσφυγικό σπίτι και λόγω της αμέλειας των ανθρώπων και της αδιαφορίας των ξένων δυνάμεων, οι οποίες αρνήθηκαν να διακόψουν την υδροδότηση των στρατοπέδων και των νοσοκομείων τους, κατέκαιγε την πόλη για δύο μέρες. Εβδομήντα χιλιάδες άνθρωποι έμειναν άστεγοι και το κέντρο της πόλης καταστράφηκε.

Το χιούμορ του συγγραφέα στο έργο είναι αρκετά υπονομευτικό. Συμφωνείτε με αυτήν την τοποθέτηση;

Όχι μόνο συμφωνώ, αλλά είναι και ο λόγος που επέλεξα το έργο.

«Έξω χιονίζει». Τι περικλείει αυτή η φράση για εσάς και πόσο σημαντική είναι για το έργο και την παράσταση;

Ας ξεκινήσουμε από το τι είναι το χιόνι. Είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Οι άνθρωποι συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε και να λειτουργούμε ανθρωποκεντρικά, αυτοαναφορικά. Υπάρχει ποτέ περίπτωση στην αναμέτρησή μας με τη φύση να βγούμε νικητές; Αν θελήσουμε τώρα να μιλήσουμε για το χιόνι, ως σύμβολο, θα κρατήσω την εικόνα του χιονιού που σκεπάζει τα πάντα. Πιστεύω πως είναι τόσο δυνατή αυτή η εικόνα κι ο καθένας μπορεί να συμπληρώσει ότι η αντίληψή του επιτρέπει.
 

Εν τέλει και παρά την ιστορική συγκυρία στην οποία λαμβάνει χώρα η δράση, οι πρωταγωνιστές αναδεικνύουν μέσα από τις αφηγήσεις τους την ανθρώπινη πλευρά των γεγονότων. Ποια είναι η ιστορία που σας συγκίνησε περισσότερο και γιατί;

Με συγκινεί η ιστορία του πλήθους, που κυνηγημένο από τη φωτιά, τρέχει για να σωθεί. Έχει κάτι το ιερό αλλά και γελοίο την ίδια στιγμή.

Και τέλος ποιο σημείο του έργου θα θέλατε να πείτε εκτός θεατρικής σκηνής, σε ποιο χώρο και γιατί;

Η δημιουργία μιας παράστασης, ευτυχώς, δεν αφήνει απωθημένα. Έχω την ευτυχία, μέσω  τριών ταλαντούχων, μαγικών ηθοποιών, να λέω ακριβώς αυτό που θέλω να πω, σε όποιον έχει την όρεξη και το κουράγιο να έρθει μέχρι το θέατρο.

Ευχαριστούμε τη Μαρία Αιγινίτου για την παραχώρηση της συνέντευξης.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ