Η Φωτεινή Παπαδόδημα, ο Ζακ Λακαριέρ και το «ελληνικό καλοκαίρι».

Η Φωτεινή Παπαδόδημα, ο Ζακ Λακαριέρ και το «ελληνικό καλοκαίρι».

Μουσικός- Σκηνοθέτης- Ηθοποιός. Η Φωτεινή Παπαδόδημα μας ξεναγεί με όλα της τα εργαλεία, στην Ελλάδα μέσα από τα μάτια του ταξιδευτή και οδοιπόρου Ζακ Λακαριέρ. Με αφορμή αυτό το μουσικό και όχι μόνο ταξίδι, είχαμε την χαρά να συνομιλήσουμε μαζί της. Απολαύστε την!

Το Γαλλικό Ινστιτούτο είναι ένας από τους πολύ σημαντικούς φετινούς συνεργάτες του Εθνικού Θεάτρου. Σε μία από αυτές τις διαφορετικές σε ύφος αλλά ισότιμες σε σημασία εκδηλώσεις, έχεις αναλάβει την σκηνοθεσία καθώς και τη μουσική της παράστασης «Η Ελλάδα μέσα από τα μάτια του Ζακ Λακαριέρ». Μίλησε μας λίγο για αυτό το εγχείρημα, για αυτή τη συνεργασία.

Η ιδέα για την συγκεκριμένη μουσική παράσταση γεννήθηκε μετά από μία σειρά δημιουργικών συναντήσεων αρχικά με τον διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Mikael Hautchamp και στη συνέχεια με τον διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Στάθη Λιβαθινό. Σ’ αυτούς τους δύο χρωστάει το εγχείρημα αυτό την ύπαρξη του. Η συνεργασία μας με τον Mikael Hautchamp ήταν ιδιαίτερα παραγωγική. Έχουμε πολλούς κοινούς κώδικες αναφοράς, κοινούς τρόπους προσέγγισης και αντίληψης της ποίησης, του θεάτρου και της μουσικής, καθώς κι εγώ σπούδασα ( C.S. N.A.D) και δούλεψα στο Παρίσι, στο θέατρο κυρίως, για έντεκα χρόνια. Το ίδιο ισχύει κι από έναν άλλο δρόμο με τον Στάθη Λιβαθινό, σκηνοθέτη μου άλλωτε στην Πειραματική σκηνή, αλλά και ουσιαστικό συνοδοιπόρο όλα αυτά τα χρόνια που έχω επιστρέψει και κάνω θέατρο και μουσική στην Ελλάδα.

Ο Ζακ Λακαριέρ ήθελε να τον αναφέρουν ως φιλέλληνα και όχι ως ελληνιστή. Ποια ήταν η αφορμή της «γνωριμίας» σου με αυτόν τον συγγραφέα, με αυτήν την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα προσωπικότητα;

Πράγματι ο Λακαριέρ δεν αγαπούσε καθόλου τις κατηγοριοποιήσεις και πολύ περισσότερο δεν θα ήθελε να ανήκει σε καμία από τις αντικρουόμενες ομάδες που θέλουν να σχετίζονται μ’ ένα συγκεκριμένο κομμάτι  της ελληνικής ιστορίας. Η γνωριμία μου με το έργο του έγινε ένα απόγευμα στο Παρίσι, όπου, όπως το είχα συνήθεια, πήγαινα στα βιβλιοπωλεία ψάχνοντας νέες κι ενδιαφέρουσες εκδόσεις. Έτσι έπεσα πάνω στο βιβλίο του «Ορφικοί ύμνοι», μετάφραση δική του από τα αρχαία στα γαλλικά.

Αυτό το βιβλίο στάθηκε και η αφορμή να κάνουμε την πρώτη μας κοινή δισκογραφική δουλειά με τον Γιώργο Παλαμιώτη, με τίτλο «Eleusis, Tales of the holy» τo 2006. Δυστυχώς για πολύ λίγο δεν γνώρισα προσωπικά αυτόν τον υπέροχο συγγραφέα.

Ο Ζακ Λακαριέρ μίλησε όχι τόσο για την Ελλάδα όσο για τον εαυτό του σε σχέση με την Ελλάδα, περιέγραψε τη σημασία που είχε γι' αυτόν -για τη διαμόρφωσή του ως συγγραφέα, για τη λογοτεχνική του ταυτότητα- η επαφή και η επικοινωνία του με τον ελληνικό κόσμο: με τον σύγχρονο ελληνικό κόσμο, αλλά και με τον παλαιότερο, ή καλύτερα με τους παλαιότερους. Αυτή η «Ελληνική Εμπειρία» περιγράφεται στο έργο του το «ελληνικό καλοκαίρι» αποσπάσματα του οποίου χρησιμοποιούνται στην παράσταση σας. Πως αντιλαμβάνεσαι το έργο του Ζακ Λακαριέρ και την ανάγκη ύπαρξης αυτών των συγγραφέων που εμπνέονται από την ελληνική παράδοση και ιστορία;

Κατ’ αντιστοιχία με τη φράση του Σεφέρη, «η ψυχή ενός λαού δεν διαιρείται, ζει ή πεθαίνει»- την οποία ο Λακαριέρ αναφέρει στο «Ελληνικό Καλοκαίρι»- το κάλεσμα της Ελλάδας και η έλξη που η γλώσσα, ο πολιτισμός, ο λαός και η φύση αυτού του τόπου ασκούν σε κάποιους ξένους επισκέπτες, παραμένει ένα φαινόμενο που πολύ δύσκολα αναλύεται. Ο Λακαριέρ γράφει ότι αυτό το πάθος που τόσοι σπουδαίοι Γάλλοι περιηγητές είχαν με την Ελλάδα , στην οποία  όλοι αναγνώριζαν μία εσώτερη Ιθάκη, οφείλεται στο ότι η Ελλάδα υπήρξε ανέκαθεν η «πηγή του ανθρωπισμού», από τον Ηρόδοτο που πρώτος θεμελίωσε την ίδια την έννοια «άνθρωπος».Έτσι λοιπόν πιστεύω ότι αν κάποιος δονείται βαθύτερα από τις συνειδητοποιήσεις αυτές, δεν έχει καμία σημασία αν γεννήθηκε Γάλλος ή Γερμανός, κοντολογίς «ξένος». Από την στιγμή που είναι κοινωνός μιας συνειδητότητας σύνθετης, τότε είναι οικείος. Αυτό έχει γενικότερα ενδιαφέρον και ως προς το ποιος τελικά είναι ξένος και ποιος συγγενής…

 

Ο Ζακ Λακαριέρ είχε επιπλέον μεταφράσει πολλούς από τους πιο σημαντικούς ποιητές και λογοτέχνες της χώρας μας. Ελύτη, Ρίτσο, Καζαντζάκη, Σεφέρη. Ο Σεφέρης είχε γράψει πως ένας άνθρωπος μπορεί να είναι εξόριστος και μέσα στην ίδια του την πατρίδα. Μια πληγή που είναι μέσα στην καρδιά. Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει. Τελικά, αρκετά χρόνια μετά, βρίσκεις κάτι κοινό σε όλα αυτά που ζούμε τώρα;

Δυστυχώς ναι και ο τίτλος αυτού του εξαιρετικού ποιήματος του Σεφέρη « Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει», το οποίο  μάλιστα τυχαίνει να έχω μελοποιήσει, και το οποίο τραγουδάμε στην παράσταση, είναι μία φράση που ισχύει… και φοβάμαι πως θα ισχύει για καιρό. Μετά από πολλά χρόνια συνειδητοποίησα ότι αυτή η ιδιάζουσα ελληνική «πληγή», οφείλεται κυρίως στο ότι είμαστε ένας λαός με βαθιά συνείδηση της ανελευθερίας μας. «Ζούμε μέχρι σήμερα στο ημίφως μίας ιδιαίτερα πρωτότυπης υποτέλειας. Δηλώνουμε ελεύθεροι ενώ κατά βάθος, ξέρουμε καλά ότι δεν είμαστε. Πώς να νιώθει άραγε ένας ολόκληρος λαός, τόσες γενιές, τόσους αιώνες κατά βάθος... πότε ελεύθερος; …ποτέ ελεύθεροι;»

Αυτό είναι ένα μικρό απόσπασμα από δικό μου κείμενο από την παράσταση. Πιστεύω πως αυτή η βαθιά ανασφάλεια που μας διακατέχει αιώνες τώρα, μας καθιστά, πονηρούς, ανειλικρινείς, πλήρεις λογισμών εγωκεντρικών, αρπακτικών, φοβικών. Από εκεί διαίσθανομαι ότι πηγάζουν όλα τα κακά, ο διχασμός των Ελλήνων, «αυτό το έμφυτο κακό» του λαού μας, όπως το χαρακτηρίζει ο Λακαριέρ.

Σε μια συνέντευξη του, ο Ζακ Λακαριέρ παρουσιάζει την άποψή του, ότι κάποιος που αγαπά έναν τόπο θα πρέπει να τον ζει σε όλες του τις στιγμές, είτε καλές είτε κακές. Ποια είναι η άποψη σου για την συγκεκριμένη στιγμή της χώρας μας; Ποια είναι τα όρια της υπομονής-επιμονής-φυγής;

Αυτή την περίοδο δοκιμάζονται οι αντοχές , οι στόχοι, οι προτεραιότητες και τελικά η βαθύτερη αλήθεια του καθενός μας. Είναι αδύνατον πιστεύω για έναν Έλληνα να βιώσει τη σημερινή πραγματικότητα της κρίσης όπως τη βιώνει ένας ξένος- γιατί υπάρχουν όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι αλλά και Αμερικάνοι που έρχονται για να ζήσουν εδώ για κάποιο χρονικό διάστημα. Προσωπικά νιώθω παγιδευμένη πολύ συχνά στην εγχώρια κατάσταση και όσο και να αγαπάω την χώρα μου δεν ξέρω καθόλου αν τον επόμενο χρόνο θα συνεχίσω να είμαι εδώ ή αν θα μεταναστεύσω. Έχω ζήσει πολλά χρόνια στο Παρίσι στο παρελθόν, έχω δουλέψει εκεί, ξέρω πόσο δύσκολο είναι να ξενιτευτεί κανείς και πάλι. Παρ’ όλα αυτά βλέποντας την κατάσταση που επικρατεί στον πολιτισμό στην Ελλάδα, εννοώ τις ευκαιρίες που δίνονται, την ανύπαρκτη στήριξη και πάρα πολύ συχνά την απόλυτη έλλειψη αξιοκρατίας, μου περνάει πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό από το μυαλό να δοκιμάσω να υπάρξω αλλού, ανάμεσα σε ανθρώπους με τους οποίους τελικά, τουλάχιστον ως προς την τέχνη μου, να έχω περισσότερα πράγματα να μοιραστώ, ή μάλλον περισσότερα κοινά! Σκέφτομαι και την Νέα Υόρκη.  Δεν έχω αποφασίσει, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πιστεύω ότι το να αγαπάς μία χώρα σημαίνει ότι πρέπει και να ζεις σ’ αυτήν.

«Διότι η ομορφιά είναι μία μάχη, είναι η νίκη του φωτός πάνω στη σκιά». Κι αυτό ένα απόσπασμα από το «ελληνικό καλοκαίρι». Για σένα ποιες είναι οι μάχες που πρέπει να δώσουμε σε μία εποχή που οι στόχοι και οι διαδικασίες επίτευξης τους δεν είναι καθόλου ξεκάθαροι;

Όπως μεταφέρει ο Λακαριέρ στο «ελληνικό καλοκαίρι», «δεν πρέπει να υποκύπτουμε στους ζωντανούς, λέει η Αντιγόνη». Η ομορφιά είναι ακριβώς αυτό, μία νίκη του φωτός πάνω στη σκιά. Τα φαινόμενα απατούν και ο κόσμος αυτός είναι περαστικός. Συμφέρει πολύ περισσότερο έναν άνθρωπο να ζήσει σύμφωνα με τους νόμους που διαρκούν παρά να κυνηγήσει την προσωπική του αυτοπραγμάτωση, να ικανοποιήσει τα εξουσιαστικά του ένστικτα σ’ αυτόν τον εφήμερο κόσμο, με κόστος να χάσει τον εαυτό του. Αυτό είναι που βασανίζει τον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο, καλλιτέχνη ή στοχαστή, ότι ασχολείται πολύ περισσότερο με την κοινωνική του άνοδο παρά με την ουσία της δουλειάς του. Κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι ελάχιστοι αυτοί που κάνουν θέατρο γιατί έχουν πραγματικά κάτι να πουν, να μοιραστούν. Άσχετα από το αν οι παραστάσεις τους τελικά είναι επιτυχημένες ή όχι. Αυτό το νιώθεις από το πρώτο λεπτό. Συνήθως σαν θεατής αισθάνομαι αμήχανα γιατί βλέπω την αγωνία απέναντι μου, στη σκηνή, μία αγωνία γεμάτη εφέ και ποικιλότροπους εντυπωσιασμούς…προς τί όμως, όταν κατά βάθος, δεν σε νοιάζει και τόσο πολύ τελικά, δεν έχεις κάτι που να σε καίει και να θες να το μοιραστείς;

 

Επί σκηνής θα δούμε τέσσερις ηθοποιούς και τρεις μουσικούς. Εσύ εκτός από ηθοποιός, σκηνοθέτης είσαι και μουσικός. Πόσο δύσκολο είναι να έχεις την ευθύνη και της δημιουργίας αλλά και της εκτέλεσης μιας καλλιτεχνικής δράσης;

Είναι δύσκολο να απαντήσω στην ερώτηση γιατί έχω πια ξεχάσει αυτή την δυσκολία μέσα στα χρόνια. Για μένα το να παίζω μουσική, να τραγουδάω και να μιλάω το κείμενο είναι πια κάτι που γίνεται αυτόματα και συνδυαστικά χωρίς να σκέφτομαι αν είμαι έξω ή μέσα. Συνήθως νιώθω παντού. Απλά κάποιες στιγμές χρειάζομαι κάποιον να με ντουμπλάρει για να παρακολουθήσω πολύ συγκεκριμένες αλληλουχίες από έξω. Αλλά ευτυχώς έχω μία εξαιρετική και ιδιαίτερα ταλαντούχα βοηθό που τυγχάνει και ηθοποιός, την Εύα Βαμβακά, η οποία με συντροφεύει κι έχει γίνει η συνέχεια μου. Το ίδιο ισχύει και για τους εξαιρετικούς μουσικούς μας, τον Γιώργο Παλαμιώτη στο ηλεκτρικό μπάσο και τον Λεωνίδα Σαραντόπουλο στο φλάουτο, αλλά και για τους ηθοποιούς, τον εκπληκτικό Γιώργο Κέντρο, την Αμαλία Τσεκούρα και την Ελεάνα Καυκαλά.

Καταλαβαίνουμε πως η γνωριμία μας με τέτοιους συγγραφείς και λογοτέχνες είναι πολύ σημαντική. Αν θα μπορούσες να ιεραρχήσεις τους κυριότερους σκοπούς για τους οποίους ανεβαίνει αυτή η παράσταση τώρα, ποιοι θα ήταν αυτοί;    

  •  Επίθεση στη μιζέρια με ομορφιά!
  •  Ο κόσμος αυτός του άγχους, του σκότους και της συμφοράς μέσα στον οποίο κυκλοφορούμε όλοι μας, είναι απάτη. Είναι περαστικός και δεν έχει καμία βαθύτερη υπόσταση. Αυτό μας το θυμίζει πάντα η σπουδαία ποίηση όπως άλλωστε και κάθε μορφή αυθεντικής τέχνης. Απλά ξεχνάμε να κοιτάξουμε. Να την αναζητήσουμε.
  • Είναι καλό να θυμόμαστε ότι υπάρχει μέσα στον καθέναν μας ένα κομματάκι φωτεινής και υπέροχης Ελλάδας κι ότι η σύνδεση μας μ’ αυτό είναι στο χέρι μας να ζωντανέψει.
  • Μπορούμε να αντλήσουμε δύναμη από τους ποιητές, τους λογοτέχνες αλλά και τους εραστές της Ελλάδας.

Αρκεί να αρχίσουμε να διαβάζουμε, να κλείσουμε την τηλεόραση, και να αποφεύγουμε την παρέα με όσους κυνηγούν «την πρωτοκαθεδρία στις συναγωγές», γιατί θα κολλήσουμε την αρρώστια τους…

Τέλος, στο «Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας» ο Ζακ Λακαριέρ  περιγράφει ένα ταξίδι προσωπικό, ποιητικό, ιστορικό, γεωγραφικό και... γαστρονομικό στη χώρα των ατέλειωτων γνώσεων και γεύσεων, την Ελλάδα. Ποιο είναι το δικό σου προσωπικό ταξίδι  που θέλεις  να πραγματοποιήσεις;

Πέρα από τη μουσική που είναι το δικό μου ατελείωτο ταξίδι, ένας προορισμός τον οποίον ονειρεύμαι τα τελευταία χρόνια είναι το Ισραήλ. Το όρος Σινά. Η έρημος. Ο Ιορδάνης. Η Ιερουσαλήμ. Πολύ θα ήθελα να ανακαλύψω αυτή την μαγική πόλη, άλλος ομφαλός της γης! Κι ακόμη κρυφό μου όνειρο είναι η Χαβάη!...Καμία σχέση αλλά μέσα μου είναι εξίσου μαγικός προορισμός, όπου ακόμη μπορεί κανείς να συναντήσει ανθρώπους που ζουν με άλλους κώδικες, με άλλες υπαρξιακές ανάγκες, πολύ πιο κοντά στην φύση και στην απλή ζωή. Δηλαδή στην ομορφιά όπως θα έλεγε και ο Λακαριέρ!

Ευχαριστούμε πολύ την Φωτεινή Παπαδόδημα για τον χρόνο και την υπέροχη διάθεσή της και της ευχόμαστε ένα όμορφο και δημιουργικό μέλλον.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ