Η Φωτεινή Μπάνου και ο «Πόλεμος Τοπίων» στο deBόp

Η Φωτεινή Μπάνου και ο «Πόλεμος Τοπίων» στο deBόp

Η νέα δουλειά που ανεβαίνει στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, «Πόλεμος Τοπίων», είναι μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρόταση. Η αγαπημένη Φωτεινή Μπάνου, αναλαμβάνει να μιλήσει για αυτό -μέσα από μια σειρά εκλεκτών συντελεστων- και είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς για αυτό.  

Μια νέα μουσική - θεατρική παράσταση που ανεβαίνει στο ΚΕΤ και, για 2η χρονιά, οι του χώρου βάζετε το στίγμα σας σε αυτή. Πώς προκύπτει μια τέτοια ιδέα και γεννιέται αυτή η δουλειά;

Φαίνεται σαν όλα να άρχισαν τυχαία, μέσα από κάποιες συγκυρίες, μα στην πραγματικότητα είναι μια απολύτως υπαρξιακή συνεργασία... Μια μέρα, πριν δύο χρόνια, ο Ηλίας Πούλος ήρθε στο ΚΕΤ και μας άφησε ένα αντίτυπο από το βιβλίο του «Εξόριστες μνήμες». Ο Δημήτρης Αλεξάκης το πήρε πρώτος στα χέρια του και τον άγγιξε πραγματικά πολύ. Στη συνέχεια, το βιβλίο έπεσε στα δικά μου χέρια και συγκλονίστηκα με τη σειρά μου... Όταν η σκηνοθέτις Irène Bonnaud γνώρισε το ΚΕΤ πριν ένα χρόνο περίπου και μας εξέφρασε την επιθυμία να δουλέψουμε μαζί - ή μήπως, εμείς προλάβαμε και της εκφράσαμε πρώτοι την επιθυμία αυτή; - της δώσαμε με τη σειρά μας το βιβλίο του Ηλία. Νομίζω ότι ένιωσε ό,τι κι εμείς. Έτσι άρχισαν όλα.
 

Η θεματική είναι ιδιαίτερη, αρκετά «παιγμένη» όσον αφορά σε θεματικές του Εμφυλίου και δύσκολο να προσεγγιστεί μιας και ιστορικά αυτή η περίοδος δεν έχει αποτιμηθεί ακόμα. Είναι φρέσκια και οι μνήμες νωπές. Ή όχι; Τι πιστεύεις ότι έχει να μας πει εκείνη η περίοδος και όλο επανερχόμαστε σε αυτήν;

Νομίζω ότι είναι μια περίοδος που μιλάει για τους γονείς και τους παππούδες μας, για τις οικογένειές μας, για τη χώρα που μας γέννησε, αλλά - περιέργως - ούτε στο σχολείο ούτε στο σπίτι μιλήσαμε ποτέ γι' αυτήν... Λογικό δεν είναι μεγαλώνοντας να θέλουμε να αναπληρώσουμε αυτό το κενό;
 

 

Τι το ιδιαίτερο και ξεχωριστό έχουν αυτά τα κείμενα και πού πιστεύεις ότι θα σταθεί ο θεατής;

Πρόκειται για μαρτυρίες πρώην ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού που μετά το τέλος του εμφυλίου φυγαδεύτηκαν στην Τασκένδη. Εκεί, το 2008, ο Ηλίας Πούλος τους μαγνητοφώνησε - και τους φωτογράφησε - κάνοντάς τους την ερώτηση: «Τι θυμάστε από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου»; Πρόκειται επίσης για δύο κείμενα του Δημήτρη Αλεξάκη, που γράφτηκαν τον Ιανουάριο του 2017 στα γαλλικά, τα οποία μετέφρασα στη συνέχεια στα ελληνικά, και που μεταφέρουν τη μνήμη του εμφυλίου πολέμου μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου της γενιάς μας.

Ως προς τις μαρτυρίες, για μένα, παρουσιάζουν ένα μοναδικά σπάνιο ενδιαφέρον, γιατί είναι τα λόγια των πραγματικών πρωταγωνιστών, των ανώνυμων ανθρώπων του εμφυλίου, που βρέθηκαν - κι είναι συγκλονιστικό να μαθαίνουμε και πώς βρέθηκαν - στην πρώτη γραμμή των γεγονότων και μας τα μεταφέρουν “από πρώτο χέρι”. Ο λόγος τους απέχει χιλιόμετρα από την όποια ξύλινη πολιτική γλώσσα. Αυτό με ξετρελαίνει! Νιώθω κάπως σα να έχουμε στα χέρια μας πολλές πολλές μικρού μήκους ταινίες με πολύτιμα σπάνιο υλικό από τα χαρακώματα... Ωστόσο, δε μιλάνε καθόλου μόνο για μάχες...

Ως προς τα δύο κείμενα του Δημήτρη Αλεξάκη, υπό τον τίτλο «Πόλεμος Τοπίων», εκεί αποτυπώνονται τα απομεινάρια του εμφυλίου στις επόμενες γενιές... Εκεί πια προσπαθεί να αρθρώσει λόγο η δική μας γενιά, που, έχοντας μεγαλώσει σε ένα φαινομενικά «ειρηνικό» τοπίο, με έκπληξη ανακαλύπτει ότι κάθε της βήμα πατάει στα χνάρια των προγόνων της. Οι εικόνες από το παρελθόν ξυπνάνε και έρχονται στα όνειρά μας ή στις πιο σιωπηλές στιγμές μας και ορθώνουν μπροστά μας το τοπίο της χώρας που μας δημιούργησε. Ο ειρηνικός, ήσυχος τόπος που σε γέννησε σου αποκαλύπτει τα μυστικά του παρελθόντος του... Κι αναμετριέσαι μαζί του.


Πώς προσεγγίζεται σκηνοθετικά η δουλειά και τι θέλει η σκηνοθέτιδα να αναδείξει μέσα από αυτήν την παράσταση;

Μμμ, αυτή είναι μια ερώτηση για την Irène Bonnaud, που είμαι σίγουρη ότι θα απαντούσε πολύ εύστοχα... Θα βάλω όμως τα δυνατά μου να την εκπροσωπήσω επάξια... Πιστεύω ότι αφήνουμε τις μαρτυρίες να μιλήσουνε οι ίδιες, χωρίς να μπούμε στη διαδικασία να τις κρίνουμε ή να δώσουμε εμείς απαντήσεις για αυτές ή για τα γεγονότα που περιγράφουν. Επίσης, τα κείμενα του Ηλία και του Δημήτρη, το πρωταρχικό υλικό δηλαδή της παράστασης, δεν είναι θεατρικά κείμενα. Η Irène θέλησε πιστεύω να αποδώσει τις εικόνες και τα τοπία των κειμένων με κύρια όπλα το λόγο και τον ήχο, οπότε επί σκηνής είμαστε μία ηθοποιός και δύο μουσικοί. Αντί λοιπόν για αναπαράσταση των γεγονότων έχουμε την ηχητική μεταφορά τους - θα έλεγα: και τη σωματική...

 


Πλέον οι παραστάσεις αποκτούν και μουσική υπόσταση. Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι η συνδυαστική δύναμη μουσικής και θεάματος που κάνει τη διαφορά; Πόσο βοηθάει ή όχι στο αποτέλεσμα;

Κάθε παράσταση είναι διαφορετική. Το ποια καλλιτεχνικά εργαλεία θα χρησιμοποιήσεις έχει να κάνει με την προσπάθειά σου να βρεις πως το θέμα σου, το κείμενό σου συνήθως, θα μιλήσει καλύτερα σε σένα και στον θεατή. Η Irène υπήρξε απολύτως εύστοχη σε αυτό. Και είχαμε πολύ καλή επικοινωνία σε όλη την πορεία αναζήτησης. Εξαιρετική και η επιλογή των δύο μουσικών, του  Βασίλη Τζαβάρα και του Μιχάλη Καταχανά, συμπρωταγωνιστών στο πλάσιμο εικόνων επί σκηνής. 


Από όλες τις ιστορίες που διάβασες ποια ξεχώρισες μέσα σου και γιατί;

Για μένα, οι όλες οι ιστορίες είναι πραγματικά αυτό που λέμε «μία και μία»! Αλλά και σε όλη την παράσταση, είναι κυρίαρχη η αίσθηση ότι πρόκειται ταυτόχρονα για πολλούς και για «έναν». Τα γεγονότα ήταν τόσο δυνατά και αναπότρεπτα... Ουσιαστικά μιλάνε όλοι για το - μικρό ή μεγάλο - γεγονός που άλλαξε τη ζωή τους για πάντα. Το αλλόκοτο, το απρόσμενο, παραμονεύουν παντού...


Τελικά, μπορεί να εξοριστεί ποτέ η μνήμη; Τι αποκόμισες εσύ προσωπικά μέσα από την πορεία αυτού του ρόλου σε σχέση με το θέμα της μνήμης -συλλογικής και ατομικής-;

Ναι, η μνήμη εξορίζεται, αλλά ξεφυτρώνει κάποτε και πάλι, σαν τα μανιτάρια, κι έρχεται μια μέρα  με όλη της τη δύναμη κατά πάνω σου και δεν ξέρεις τι να την κάνεις...

Πριν να πάρω στα χέρια μου το βιβλίο του Ηλία Πούλου με τις μαρτυρίες δεν είχα ποτέ ασχοληθεί με το θέμα του εμφυλίου. Από εκείνη τη στιγμή όμως, σα να με τράβηξε μια μοίρα, μια λανθάνουσα μνήμη, που ερχόταν μέσα από ένα ξεχασμένο τοπίο και ήρθε να με ξυπνήσει με τη δύναμη ενός χαστουκιού. Πλέον, επί σκηνής, μιλάω για την ιστορία ή τις ιστορίες πολλών πολλών ανθρώπων, του τότε, του τώρα, αλλά και για μένα... Πάντα μαζί με τον Βασίλη και τον Μιχάλη...


Τέλος, ποιο σημείο του έργου θα ήθελες να πεις δυνατά, σε ποιο σημείο της Αθήνας και γιατί;

Μμμ, μου αρέσει το μέρος της πόλης όπου ξεστομίζω τα λόγια αυτά... Το ΚΕΤ, η Κυψέλη... Συμβαίνει να είναι για μένα και προγονικά μέρη. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, όμως, θα μπορούσα να ξεχωρίσω μια φράση του έργου - και στο εγγύς μέλλον να ασχοληθώ κάπως πιο σοβαρά με αυτήν - που λέει: «Το παιδί του 1947 παίρνει σήμερα σύνταξη 563 ευρώ. Και θυμάται...»

Ευχαριστούμε πολύ τη Φωτεινή για τη συνέντευξη, αλλά και την όρεξη, το μεράκι και τη δημιουργικότητα που μοιράζεται μαζί μας όλα αυτά τα χρόνια, μαζί με το Δημήτρη Αλεξάκη φυσικά! Κάθε επιτυχία στο νέο εγχείρημα.

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ.