Η Αμαλία Βλάχου μας μιλάει για την παράσταση «Μήνις, η επανάσταση του καναπέ»

Η Αμαλία Βλάχου μας μιλάει για την παράσταση «Μήνις, η επανάσταση του καναπέ»

Η Αμαλία Βλάχου σκηνοθετεί μια νέα δουλειά που ανεβαίνει από 5 Μαΐου στο θέατρο Επί Κολωνώ, «Μήνις, η επανάσταση του καναπέ», και λίγο πριν την πρεμιέρα μας απάντησε σε μερικές ερωτήσεις για το έργο! Εμείς να ευχηθούμε τα καλυτέρα και να την ευχαριστήσουμε πολύ για τη συνέντευξη.

Ξεκινώντας από τον τίτλο του έργου, θα θέλαμε να μας τον εξηγήσεις/αποκωδικοποιήσεις; Εμπεριέχει το θυμό, την επανάσταση και τον καναπέ. Άρα περικλείει και μια ειρωνεία για το πως αντιμετωπίζουμε τα πράγματα;

Ο τίτλος υπήρξε η αφετηρία μας. Ανήκουμε σε μια γενιά που από μικροί τα είχαμε όλα -μας τα δίνανε όλα, μαζί με ένα άγχος να κυνηγήσουμε την συνταγή της επιτυχίας των προηγούμενων γενιών, σε όποια τάξη κι αν ανήκανε, εργατική, αστική, μεγαλοαστική, όλες ανεξαιρέτως- αλλά κατηγορούμασταν ταυτόχρονα για το ότι δεν κάνουμε τίποτα, «δεν επαναστατούμε». Προσωπικά πιστεύω το αντίθετο, όχι για την πλειοψηφία, αλλά η μειοψηφία που προσπαθεί να αλλάξει κάτι το παλεύει πολύ δραστικά και μεθοδευμένα, για το βασικό λόγο ότι προσπαθεί να αλλάξει κάτι από μέσα προς τα έξω. Ίσως υπάρχει μια ειρωνεία μέσα σε αυτό, ναι. Στην παράσταση επιδιώκουμε να θίξουμε αυτή την εσωτερική πάλη, να επαναστατήσουμε πάνω στον καναπέ, να ξεκολλήσουμε από αυτόν. Είναι μια μάχη με τη ζωή και το θάνατο. 
 

Πως αποφασίσατε να γράψετε ένα έργο που αφορά σε αυτήν την κατάσταση; 


Το κείμενο προέκυψε μέσα από σκέψεις, συζητήσεις, αυτοσχεδιασμούς. Τα μόνα πράγματα που είχα στο μυαλό μου ήταν δυο κορίτσια, ένας καναπές, η λέξη μήνις και το γράμμα που άφησε ένας 30χρονος Ιταλός κι έπειτα αυτοκτόνησε. Είναι συγκλονιστικά από πολλές απόψεις τα λόγια του. Σκέφτηκα ότι εκείνος έκανε μια συνειδητή επιλογή, εμείς όλοι είμαστε νεκροζώντανοι. Ζούμε μέσα στη μιζέρια και περιμένουμε να γυρίσει ο τροχός... 

Θεωρείς ότι διανύοντας μια δύσκολη περίοδο, όπως αυτή των τελευταίων χρόνων, και όντας μέσα σε αυτή, μπορεί κανείς να μιλήσει καθαρά απέναντι στα πράγματα; 

Πιστεύω πως ο καλλιτέχνης έχει λόγω ύπαρξης μόνο όταν στοχεύει σε αυτό, να μιλήσει καθαρά απέναντι στα πράγματα. Μπαίνουμε σε πολλά τριπάκια όσοι ασχολούμαστε με το θέατρο, πως φαίνομαι μέσα σ' αυτό, πως να προωθηθώ, μας τρώνε τα κυκλώματα, άδικη ζωή! Τι θα πούνε οι άλλοι και ναι, ο χώρος είναι τόσο βρώμικος όσο λένε, αλλά όλα αυτά γιατί είμαστε κακές ψωνάρες.


Ποια «επανάσταση» ονειρεύεσαι εσύ για τον κόσμο γύρω σου;

Επανάσταση είναι να μάθω να αγαπώ εμένα, να ζω αρμονικά και να μην προσβάλλω την ελευθερία κανενός. Και η προσβολή της ελευθερίας δεν έχει να κάνει με το να βιάσω, να χτυπήσω ή να σκοτώσω. Αυτό είναι το τελευταιο στάδιο. Έχει να κάνει κυρίως με την τοξικότητα, τις αρρωστημένες σχέσεις όλων των ειδών, γονεϊκές, φιλικές, ερωτικές, εργασιακές, όλες. Ονειρεύομαι μια τέτοια επανασταση που ξεκινά για τον καθένα ατομικά. 

 

Σκηνοθετικά πώς προσέγγισες ένα έργο που αφορά σε ένα τόσο περιορισμένο σκηνικό χώρο και με 2 άτομα επί σκηνής;

Αγαπώ τις μικρές σκηνές. Υπάρχει μια μυσταγωγία και ο θεατής γίνεται μάρτυρας όσων συμβαίνουν. Το ίδιο αισθάνομαι και για τους ολιγομελείς θιάσους. Θέλω να δημιουργείται μια αίσθηση ότι τρυπώνει ο θεατής μέσα σε ένα σπίτι ή ότι κρυφακούει τους διπλανούς. 
 

Ποιο θεωρείς δυνατό σημείο του έργου τόσο στον γραπτό λόγο όσο και στην αναπαράστασή του;

Τις σιωπές τους. Και το εννοώ. Όταν η σιωπή είναι γεμάτη, ανάμεσα σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί, δημιουργείται κάτι απίστευτο και πάνω στον καναπέ και πιστευώ και στο θεατή. 
 

Τέλος, ποιο σημείο του κειμένου θα ήθελες να πεις δυνατά, σε ποιο σημείο της Αθήνας και γιατί;

«Δε θέλω να πεθάνω, δε θέλω να πεθάνω, δε θέλω να πεθάνω...». Αυτό, γιατί ισχύει. Στου Φιλοπάππου. Έχεις όλη την πόλη στα πόδια σου.