EVA KESSELRING, τραγουΖώντας με την Εύα!

EVA KESSELRING, τραγουΖώντας με την Εύα!

Με την Εύα γνωριζόμαστε πολλά χρόνια. Δεν παύω όμως να την ανακαλύπτω κάθε φορά και αυτό είναι που κάνει τη σχέση μας ακόμα πιο συναρπαστική. Δύσκολα περιγράφει κάποιος την Eva Kesselring, είναι τόσα πολλά μαζί. Γεμάτη πάθος για τις περιπέτειες της ζωής, με ατελείωτο και καυστικό χιούμορ κινείται ευέλικτα σε κάθε είδους παρέα. Η καλλιτεχνική της ποικιλομορφία όπως τα μοναδικά φωνητικά και υποκριτικά της προσόντα, την καθιστούν μια από τις πιο δυνατές jazz ερμηνεύτριες που διαθέτει η τοπική σκηνή. Σήμερα θα ερμηνεύσει την ζωή της με την αμεσότητα που την χαρακτηρίζει. Ενώ ανοίγουμε το κουτί με τις προσωπικές της μελωδίες, οι νότες της ζωής της ξεπετάγονται μία μία..Το βαθύ γαλανό της βλέμμα με καθηλώνει, η Εύα άλλοτε μελαγχολεί κι άλλοτε ξεσπάει σε γέλια. Γνωρίστε την!

Piano... mezzo piano.... crescendo....

 

 

Ποια ήταν η μικρή Εύα και σε τι περιβάλλον μεγάλωσε;

Μεγάλωσα μέσα σε μια οικογένεια καλλιτεχνών από ένα μικτό γάμο:  η μητέρα μου ήταν Ελληνίδα κι ο πατέρας μου Ελβετός. Η οικογένεια μου απαρτιζόταν από γραφίστες, ζωγράφους, φωτογράφους, αρχιτέκτονες που φυσικά είχαν γενικότερα τριβή με τις τέχνες. Όλοι τραγουδούσαμε, μάλιστα ο πατέρας μου έπαιζε και κιθάρα. Το ένα στοιχείο είναι αυτό. Το άλλο είναι η πολύ-πολιτισμικότητα. Ο πατέρας μου μιλάει καμιά δεκαριά γλώσσες. Η Ελληνίδα μητέρα μου τέσσερις. Έτσι, ο αδερφός μου κι εγώ ήμασταν τετράγλωσσα πριν κλείσουμε τα τέσσερα. Πάνω σε αυτά τα δύο στοιχεία, ούτε λίγο ούτε πολύ οικοδομήθηκε όλη η ζωή μου. Σε αυτό συνέτειναν κι άλλα πράγματα.

Γεννήθηκα στην Ελβετία επί δικτατορίας και έπειτα από την κατάλυσή της, η μητέρα μου ένιωθε πολύ έντονα την νοσταλγία της χώρας της, και επειδή ο πατέρας μου είχε ερωτευτεί την Ελλάδα, αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω. Έτσι γυρίσαμε στην Ελλάδα και μεγάλωσα εδώ, πηγαίνοντας σε γαλλόφωνο σχολείο. Αν ρωτήσεις τον αδερφό μου από πού είσαι, θα σου απαντήσει "είμαι Ελβετός". Εγώ όμως νιώθω μόνο Ελληνίδα. Αυτό έχει να κάνει με το τι συγκινεί τον κάθε άνθρωπο τελείως προσωπικά, βαθύτερα στον πυρήνα του.

Γνώριζες ανέκαθεν τι επαγγελματική πορεία θα ακολουθήσεις;

Δεν αναρωτήθηκα ποτέ τι θα γίνω όταν μεγαλώσω ή τι πορεία θα ακολουθήσω ή τι σπουδές θα κάνω. Δεν υπήρχε αμφιβολία στο μυαλό μου από την αρχή. Άλλωστε μπήκα στον ευρύτερο καλλιτεχνικό χώρο από πολύ μικρή. Είχα τις πρώτες μου επαγγελματικές εμπειρίες όταν ήμουν 8 χρονών. Μετά πήγε σκοινί-κορδόνι, δεν αναρωτήθηκα ποτέ "αχ, τι να κάνω τώρα ή μήπως να κάνω κάτι άλλο".  Αντίθετα ο αδερφός μου άργησε πάρα πολύ. Εκείνος, παρόλο που είχε ήδη μπει σε έναν δρόμο με τη μουσική σπουδάζοντας κλασσική κιθάρα και δείχνοντας πολλά υποσχόμενος, αντιμετώπισε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που δυστυχώς του ανέκοψε απότομα την πορεία και έτσι βρέθηκε μετέωρος.

Ποια ήταν τα πρώτα σου καλλιτεχνικά βήματα;

Στα 8 μου, όπως σου είπα, είχα την πρώτη μου εμπειρία στον καλλιτεχνικό χώρο σε μια εκπομπή που λεγόταν "Ο Θαυμάσιος Κόσμος της Μουσικής" και ανήκε στην ζώνη των παιδικών προγραμμάτων της τότε κρατικής τηλεόρασης στο κανάλι της ΕΡΤ. Ο διευθυντής του τμήματος παιδικών εκπομπών ήταν ο Νίκος Πιλάβιος, ο πολύ γνωστός και αγαπητός σε όλους μας, "Παραμυθάς". Η ιδέα ότι μια εκπαιδευτική εκπομπή θα παρουσιαζόταν από παιδιά ήταν ιδιαίτερα καινοτόμα τότε. Σκοπός της ήταν να μυήσει τα παιδιά στον κόσμο της μουσικής με τα διαφορετικά ακούσματα, με τα μουσικά όργανα, με τα είδη της μουσικής, με τις εποχές της μουσικής...    Ήθελα ΠΑΡΑ πολύ να συμμετάσχω σε αυτό το πρόγραμμα, και ο Νίκος με επέλεξε! Αγαπηθήκαμε με το "καλημέρα" με τον Νίκο γι' αυτό παρόλο που έχουν περάσει 40 χρόνια διατηρούμε ακόμα κάποια επαφή. Έμεινα με την εκπομπή αυτή 3-4 χρόνια. Ηλικιακά ήμουν από τα μικρότερα παιδιά, με αποτέλεσμα να κάνω εγώ τις ερωτήσεις του τύπου "τι είναι ορχήστρα;" "τι είναι έγχορδο;", κάτι που με ενοχλούσε αφάνταστα. Με είχε όμως μαγέψει τόσο πολύ η όλη διαδικασία που δεν ξεκόλλαγα από εκεί μέσα. Δηλαδή τελείωνε το γύρισμα και ενώ όλα τα παιδιά πήγαιναν σπίτι τους, εγώ καθόμουν στο μοντάζ. Καμιά φορά πήγαινα πιο νωρίς για να δω πως φωτίζουν το στούντιο κι είχα γίνει κολλητήρι στους εικονολήπτες γιατί ήθελα να δω πως φαίνεται η εικόνα μέσα από την κάμερα. Είχα γίνει ένα με τα πλακάκια στην ΕΡΤ! Εκείνη την περίοδο είχαμε μόνο δύο τηλεοπτικά κανάλια, ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ. Θυμάμαι, οι κλασσικές ατάκες της εποχής ήταν "βάλε το άλλο να δούμε τι παίζει", τόσο αρχαία είμαι! Με την εκπομπή αυτή έγινα κατά κάποιον τρόπο γνωστή, το οποίο δεν είναι πάντα καλό. Όχι ότι με ακολουθούσαν για αυτόγραφα, απλά στα πλαίσια του σχολείου υπήρχε μια αμηχανία.

 

Τι ακολούθησε μετά; Επεκτάθηκες και σε άλλους καλλιτεχνικούς τομείς;

Μετά από αυτή την ειδυλλιακή εποχή ήρθαν δύσκολα. Όταν ήμουν 12 οι γονείς μας χώρισαν, κρατώντας παρόλα αυτά αρμονική επαφή, με αποτέλεσμα ο αδερφός μου κι εγώ να ζήσουμε με την μητέρα μας. Ενώ τελείωνα όμως το Λύκειο, εκείνη ασθένησε σοβαρά και εν τέλη έφυγε από τη ζωή ένα χρόνο μετά. Την ίδια χρονιά εμφάνισε κι ο αδερφός μου το δικό του πρόβλημα υγείας, ευτυχώς με πολύ καλύτερη έκβαση για εκείνον. Έτσι έπρεπε να σταθούμε μόνοι μας. Όσο για τη δική μου καλλιτεχνική πορεία ταλαντεύτηκα ένα διάστημα καθώς είχα ήδη ασχοληθεί με τον κλασικό χορό κι είχα ήδη καταλάβει ότι δεν μου αρκούσε. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν πολλές δυνατότητες για να ασχοληθεί κάποιος και με άλλα ήδη χορού, όπως ο σύγχρονος ή ο μοντέρνος. Η πόρτα ήταν ο κλασικός χορός, αν μιλάμε φυσικά σαν ντισιπλίνα, σαν αγωγή και σαν τεχνική. Στα μετα-εφηβικά μου χρόνια απομακρύνθηκα από το χορό μην ξέροντας ακριβώς που να στραφώ. Κατά τύχη βρέθηκα με μια ερασιτεχνική αγγλόφωνη θεατρική ομάδα κι άρχισα να φλερτάρω έντονα με την ιδέα να ακολουθήσω σπουδές υποκριτικής σε κάποια δραματική σχολή, κάτι που είχα συζητήσει παλιότερα με την μητέρα μου, η οποία πάντα ήταν το στήριγμά μου. Έδινα μεγάλη σημασία στην άποψή της και στα λόγια της, της είχα πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη. Δεν την είχα νιώσει ποτέ σαν αντίπαλο, ώστε να έκανα κάτι από αντίδραση. Όμως όλα αυτά μπήκαν προσωρινά στον πάγο όταν ασθένησε. Έτσι αναγκάστηκα να αναλάβω την φροντίδα της, παράλληλα και του αδερφού μου, και δεν ήταν άμεση προτεραιότητα μου να λύσω το θέμα των σπουδών μου. Λίγους μήνες αφού είχα τελειώσει το σχολείο σκεφτόμουνα να πάω στο Παρίσι, όμως με έπιασε ένας πανικός, καθώς φαντάστηκα να ακολουθώ ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Με φαντάστηκα δηλαδή στα πενήντα μου,  "δυο βήματα πριν το θάνατο", κάτι που δεν μας αφορούσε καθόλου ως παιδιά και φαινόταν τόσο μακρινό τότε! Αυτό με ταρακούνησε κι έτσι αποφάσισα να επιλέξω κάποιες σχολές και να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις. Αν με επέλεγαν, αυτό θα σήμαινε ότι κι αυτοί από την πλευρά τους έβλεπαν κάποιες δυνατότητες, μια αξία, και συνεπώς θα το πάλευα. Αν όχι, θα είχα την επιλογή να πάω στο Παρίσι (η φυσική συνέχεια μετά το γαλλικό σχολείο), ξέροντας μέσα μου ότι θα είχα κάνει και την απόπειρα και θα ήμουν ηθικά εντάξει απέναντι στον εαυτό μου.

Ποιες είναι οι σπουδές σου;

Προετοιμάστηκα και έδωσα σε δυο σχολές στο Λονδίνο, η μία ήταν η Royal Academy και η άλλη ήταν η Mountview. Η Royal Academy δεν με δέχτηκε. Αργότερα έμαθα ότι δε δέχονταν ξένους από την πρώτη φορά, αφενός για να διατηρείται η φήμη της σχολής ως απαιτητική στο εξωτερικό και αφετέρου διότι έβγαζαν χρήματα από τα εξέταστρα. Η Mountview αρχικά μου είπε ότι εκείνο το διάστημα δεν είχαν εξετάσεις, αλλά σε έξι μήνες. Εγώ δεν μπορούσα να μείνω τόσους μήνες στο Λονδίνο και πίεσα πολύ την γραμματέα που με χίλια ζόρια μου είπε ότι ο διευθυντής της σχολής θα πραγματοποιούσε ακροάσεις στη Νέα Υόρκη την επόμενη βδομάδα. Έκλεισα αμέσως το αεροπορικό μου εισιτήριο για Νέα Υόρκη, ώστε να συμμετάσχω στις εισακτήριες ακροάσεις εκεί. Ο Peter Coxhead, διευθυντής της Mountview, με ρώτησε τι είδους θέατρο ήθελα να κάνω και πού πιστεύω ότι ανήκω. Εγώ του απάντησα ότι μου αρέσει πολύ το μουσικό θέατρο, τα μιούζικαλ δηλαδή, κι ότι αυτό θα επιθυμούσα να ακολουθήσω. Η Αγγλία είναι ούτως η άλλως η χώρα που έχει δημιουργήσει τα μιούζικαλ, εμπορικά είναι ο κορμός της παραγωγής τους. Εκείνος τότε είπε κάτι που με έκανε να στραβώσω: "Δεν νομίζετε ότι είστε υπέρβαρη για μιούζικαλ;". Είχα πάρει κάποια κιλά είναι η αλήθεια μετά το θάνατο της μητέρας μου, αλλά γενικά αυτό είναι το σκαρί μου. Του απάντησα λοιπόν: "Αν το βρετανικό φαγητό είναι αυτό που φημίζεται ότι είναι και αν η εκπαίδευση της σχολής σας είναι όπως ισχυρίζεστε ότι είναι, τότε θα τα χάσω".  Έφυγα πιστεύοντας ότι τα έκανα μούσκεμα, όμως έγινα δεκτή.  Πέρασα στη σχολή και τα υπόλοιπα πήραν την πορεία τους. Τον Ιανουάριο του 1988 ξεκίνησα τις σπουδές μου. Έκανα τρία ακαδημαϊκά έτη και αποφοίτησα. Ήταν πολύτιμα χρόνια, ήταν μεγάλο σχολείο, έμαθα πολλά πράγματα. Μετά τη δραματική σχολή μού έγινε μια πρόταση να με εκπροσωπήσει ένας πολύ καλός ατζέντης. Δεν αξιολόγησα σωστά τη σημασία αυτού του πράγματος κι επέστρεψα στην Ελλάδα. Συστεγάστηκα με τον αδερφό μου ο οποίος, όσο εγώ ήμουν φοιτήτρια στο Λονδίνο ζούσε μόνος του έχοντας ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό και το πρόβλημα υγείας του· όχι ότι ιάθηκε όμως, διότι η ασθένεια είναι ανίατη.

 

Θα ήθελες να μου μιλήσεις για την σχέση με τον αδερφό σου;

Ο αδερφός μου είναι τώρα κοντά 27 χρόνια χωρίς συμπτώματα. Πιστεύω ότι ο ίδιος πήρε μια πολύ συνειδητή απόφαση να ζήσει τη ζωή του σαν να μην υπάρχει η ασθένεια, το οποίο φαίνεται πως τον εξυπηρετεί καλά. Ήμασταν πάντα πολύ στενά συνδεδεμένοι. Είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για μένα. Περισσότερο ίσως απ' ότι φαίνεται στην καθημερινή μου ζωή. Η σημασία, το μέγεθος της ύπαρξης του αδερφού μου στη ζωή μου, είναι πολύ μεγάλη. Βλεπόμαστε συχνά, τα σπίτια μας είναι κοντά, αλλά δεν μπλεκόμαστε ο ένας στην ζωή του άλλου. Αυτό οφείλεται σε μια αίσθηση διακριτικότητας την οποία  μας μετέφερε η μητέρα μας, η οποία έλεγε «δεν μπαίνεις και ποδοπατάς την ζωή του αδερφού σου ή της αδερφής σου για να αναπληρώσεις δικά σου θέματα αυτοδίκαια». Όταν ήμουν πολύ μικρή και δεν μιλούσα ακόμα σωστά, έλεγα "φως μου" εννοώντας "αδερφός" μου, αλλά ακούγοντας μόνο το μισό, αποκτούσε μια εντελώς άλλη έννοια η οποία και δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Από το '90 μέχρι το '99 ζούσαμε μαζί. Το '90 ήμουν 22 και ο Νταβίντ περίπου 20. 'Ηταν το πρώτο μέρος της ενήλικης ζωής μας.  Τα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα ρόδινα, έχουμε κάνει τρικούβερτους καβγάδες. Ο ρόλος μου ήταν απαιτητικός και ίσως άδικος απέναντι του, διότι πολύ γρήγορα ένιωσα ότι είχα μια ευθύνη περισσότερη γονική παρά αδελφική. Έτεινα να είμαι υπερπροστατευτική και ώρες ώρες με έναν τρόπο αυταρχικό.  Ίσως και να είμαι ακόμα. Όσο σκληρή και απαιτητική ήμουν μαζί του, ήμουν όμως και με τον εαυτό μου. Γενικότερα πιστεύω ότι θα μπορούσα να είχα υπάρξει πιο χαλαρή. Να μην τα παίρνω όλα τόσο βαριά.

 

Πώς ξεκίνησε η επαγγελματική σου ζωή;

Υπήρχε θέμα βιοποριστικό εκείνα τα χρόνια. Επομένως ψαχνόμασταν επαγγελματικά, όπως σχεδόν σε όλη μου τη ζωή, παράλληλα με την ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στο να φάμε το μεσημέρι, να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα και να πορευτούμε κατά κάποιον τρόπο. Το '93 προς '94 έκανα την πρώτη μου θεατρική δουλειά στην Ελλάδα. Οι πρόβες ήταν το '93 και οι παραστάσεις τον Ιανουάριο του '94 στο Μέγαρο Μουσικής. Ήταν τρία μικρά μιούζικαλ σε σκηνοθεσία, τα δύο του Θωμά Μοσχόπουλου και το τρίτο του Γιάννη Καραχισαρίδη, με πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο. Αυτή ήταν κατά κάποιον τρόπο η επαγγελματική απαρχή μου σαν ηθοποιός του θεάτρου στην Ελλάδα.

Το '95-'97 έπαιξα σε στη θεατρική παράσταση "Χάρολντ και Μωντ" στο θέατρο Αλάμπρα, με τον Γιάννη Βούρο και τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη. Ένα ρόλος μουγγός ουσιαστικά, εφτά ατάκες όλες κι όλες του τύπου "ο καφές σας κυρία". Έπαιζα μια καμαριέρα σε ένα πλούσιο σπιτικό. Αυτού του τύπου οι μουγγοί ρόλοι, οι οποίοι έχουν  μεγάλη εξέλιξη κατά τη διάρκεια του έργου, είναι αγαπημένοι μου. Είναι πολύ δύσκολοι αλλά σου αφήνουν μεγάλο περιθώριο να δουλέψεις και να γεννήσεις πράγματα. Η παράσταση ήταν καλλιτεχνικά κι εμπορικά μια τεράστια επιτυχία! Οι ουρές κάθε βράδυ ήταν "around the block". Παίξαμε συνολικά 440 παραστάσεις σε 2 σεζόν και εκτός του ότι η παράσταση είχε δικαίως τεράστια επιτυχία στο σύνολό της, ήταν και σε προσωπικό επίπεδο ένας μικρός θρίαμβος. Ήταν η στιγμή που άρχισαν να με παρατηρούν. Πολύς κόσμος εξέφρασε εξαιρετικά κολακευτικά σχόλια για την δουλειά μου και είναι αυτή για την οποία περηφανεύομαι, καθώς όσα εργαλεία είχα τότε, τα αξιοποίησα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Το καλοκαίρι του '97, συμμετείχα σε μια παράσταση που ανέβηκε στο θέατρο Παρκ. Πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης ήταν ο Γιώργος Κιμούλης, συμπρωταγωνίστριά του η Δήμητρα Χατούπη και στο ρόλο της μικρής κόρης της Χατούπη στο έργο, ήταν η Κατερίνα Μουτσάτσου, η οποία ήταν και συμμαθήτριά μου στο γαλλικό σχολείο. Η Κατερίνα ήταν τότε 24 χρονών, κι έπαιζε την δωδεκάχρονη. Ήταν πειστική, έχοντας ένα τρελό baby face. Οπότε μετά την παράσταση στο Παρκ ήταν ένας πολύ ενδιαφέρον χειμώνας για τους ανθρώπους που βρισκόμασταν και συνεργαζόμασταν τότε με τον Γιώργο Κιμούλη.  Όταν πήγα στο θέατρο Παρκ πήγα συστημένη από την Δέσποινα Μπεμπεδέλη και νομίζω ότι ο λόγος της είχε μεγάλο βάρος για τον Γιώργο, όπως και όφειλε να έχει, εφόσον μιλάμε για μια σπουδαία ηθοποιό, μεγάλο καλλιτέχνη και αξιόλογο άνθρωπο ή οποία στάθηκε στο πλάι μου μητρικά και της οφείλω πολλά.

Το χειμώνα, επρόκειτο να ανέβουν τρεις παραστάσεις στο θέατρο Πόρτα της Ξένιας Καλογεροπούλου, στη λεωφόρο Μεσογείων. Στην αρχή της χρονιάς, ο Γιώργος θα αναλάμβανε ένα θεατρικό έργο με δύο μόνο ηθοποιούς, το "Και Τώρα οι Δυο μας" σε συνεργασία με την Κυρία Παππά, προετοιμάζοντας ταυτόχρονα σε πρώτο χρόνο έναν "Άμλετ" και στη συνέχεια έναν "Βυσσινόκηπο", αμφότερα σε σκηνοθεσία του Andrew Visnevski. Στον "Άμλετ", τη Γερτρούδη θα έπαιζε η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, η οποία επίσης θα πρωταγωνιστούσε στο "Βυσσινόκηπο". Επειδή ο "Άμλετ έκανε πρεμιέρα ανήμερα Χριστουγέννων, υπολογίζαμε ότι μετά από ένα δίμηνο θα ανέβαινε ο "Βυσσινόκηπος". Αυτό επί της ουσίας σήμαινε ότι εγώ θα έμενα άνεργη τον χειμώνα μέχρι την άνοιξη, όπου και θα ξεκινούσαν οι πρόβες για τον "Βυσσινόκηπο". Ο Γιώργος λοιπόν, είχε μεγάλη έγνοια για το πως θα βιοποριστώ εγώ εκείνο τον χειμώνα, αν και δεν το είπε ποτέ ρητά. Σε μία προσπάθεια να βρει έναν τρόπο να μου εξασφαλίσει ένα εισόδημα γι' αυτούς τους μήνες, πρότεινε να εργαστώ στην Δραματική Σχολή που είχε τότε στην οδό Ευμολπιδών στο Γκάζι, όπου συστέγαζε και το σύγχρονο θέατρο Αθήνας και να αναλάβω την καντίνα της σχολής, το οποίο κι έκανα. Τα νεαρά παιδιά που ήταν οι φοιτητές της σχολής του Γιώργου τότε, γνώριζαν ότι είχαμε παίξει μαζί το προηγούμενο καλοκαίρι, γνώριζαν ότι είχα σπουδάσει στην Mountview στο Λονδίνο, και γνώριζαν ότι είχα συνεργαστεί έστω και σύντομα με την Vanessa Redgrave, γιατί αυτά τα πράγματα μαθαίνονται, δεν μένουν κρυφά. Επομένως έρχονταν σε εμένα με ερωτήσεις με απορίες, ζητώντας συμβουλές στα διαλείμματα τους. Κι έτσι λοιπόν το κυλικείο μεταμορφώθηκε κατά κάποιον τρόπο σε μια έξτρα αίθουσα διδασκαλίας.

 

Περίπου τότε που έγινε η δουλειά στο Μέγαρο το '94 άρχισα να τραγουδάω, παράλληλα με το θέατρο. Ήδη από το Μάρτιο του' 94, ξεκίνησε το πρώτο μου μουσικό σχήμα το οποίο ήταν ένα κουιντέτο jazz που λεγόταν "in touch with Eva Kesselring" του οποίου στυλοβάτης, συνεμπνευστής και συμπορευτής ήταν ο Γεράσιμος Αναστασόπουλος. Όσο σπουδαίος μέντορας ήταν ο Γιώργος Κιμούλης για εμένα στο θέατρο, άλλο τόσο ήταν ο Γεράσιμος Αναστασόπουλος όσον αφορά τη μουσική. Και οι δύο είχαν μια αίσθηση πατρικής φιγούρας απέναντί μου. Συνεργαστήκαμε για πάρα πολλά χρόνια με τον Γεράσιμο, ιδιαίτερα συστηματικά την πρώτη πενταετία, μέχρι που παντρεύτηκα κι έφυγα αφήνοντάς τον επί της ουσίας ξεκρέμαστο. Όταν επέστρεψα, ολίγον τι με την ουρά στα σκέλια, στα τέλη του 2004 με ξαναδέχτηκε χωρίς να μου εκφράσει κανένα παράπονο, χωρίς να μου κρατήσει κακία, χωρίς να με κρίνει. Απλά με ξαναπήρε στην αγκαλιά του σαν να μην είχε περάσει μια μέρα. Το project "in touch with Eva Kesselring" συνεχίστηκε για κάποια χρόνια. Παίξαμε σε πολλά "λαϊβάδικα" της Αθήνας όλα αυτά τα χρόνια όπως το "Παράφωνο" που ήταν στέκι όλων, την τελευταία μετενσάρκωση του "Half Note" στην οδό Τριβωνιανού, το οποίο μάλιστα άνοιξε το '96 και ήμασταν το πρώτο ολοκληρωμένο συγκρότημα που έπαιξε εκεί.  Πήγαμε και στην Κύπρο. Πέρασαν διάφοροι αξιόλογοι μουσικοί από τους κόλπους αυτού του σχήματος, του οποίου μόνιμα μέλη εξακολουθούσαν να είμαστε ο Γεράσιμος κι εγώ.

 

Πώς επέλεξες να τραγουδήσεις jazz;

 Συχνά με έχουν ρωτήσει για αυτή την επιλογή, η οποία φαντάζει περίεργη ή εξωτική τέλος πάντων, αλλά για εμένα ήλθε πάρα πολύ φυσικά. Νομίζω ότι απορρέει από τα παιδικά και πριν γεννηθώ ακούσματα. Οι γονείς μου τότε είχαν ακούσει για μια επιστημονική έρευνα που είχε κυκλοφορήσει, η οποία διαδόθηκε ευρέως, σύμφωνα με την οποία στο δεύτερο μισό της εγκυμοσύνης το έμβρυο αντιλαμβάνεται πάρα πολύ έντονα τους ήχους σαν συχνότητα. Αυτό είναι κάτι που κίνησε την περιέργεια των γονιών μου κι ειδικά του πατέρα μου ο οποίος αποφάσισε να το δοκιμάσει. Κατέβασε λοιπόν τα ηχεία του πικάπ (όπως το λέγαμε τότε) και τα τοποθέτησε σε δυο ειδικές κατασκευές δεξιά κι αριστερά μιας κουνιστής πολυθρόνας στην οποία αναπαυόταν η μητέρα μου όταν είχε ελεύθερο χρόνο, πλέκοντας ή διαβάζοντας κάποιο βιβλίο, ακούγοντας φυσικά συγκεκριμένες μουσικές προκειμένου να διαπιστωθεί αργότερα αν το παιδί ανταποκρίνεται με κάποιον ειδικό τρόπο σε αυτές τις συγκεκριμένες μουσικές απ' ότι σε κάποιες άλλες. Το πείραμα επαναλήφθηκε μετά με το αδερφό μου. Η μουσική μου «δίαιτα» κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης απαρτιζόταν από Telemann, Couperin από κλασσική μουσική, από jazz ολόκληρη η δισκοθήκη του πατέρα μου, τους βραζιλιάνους Bossa Nova και Jobim, blues και βέβαια Χατζιδάκη, Ξαρχάκο και Τσιτσάνη. Ο αδερφός μου από την άλλη δέχτηκε όλα τα έργα του Johan Sebastian Bach και όλη την φολκ σκηνή της εποχής: Bob Dylan, Joan Baez, Peter, Paul and Mary, Gordon Lightoot και Arlo Guthrie. Κι εκείνος Θεοδωράκη, Λοΐζο και Σαββόπουλο.Το γεγονός παραμένει το εξής: ότι στην πρώιμη βρεφική ηλικία, σε αυτές τις περιπτώσεις που το μωρό είναι εκνευρισμένο και δεν ξέρεις γιατί κλαίει και δεν ηρεμεί με τίποτα, με το πού έπεφτε η βελόνα στο βινύλιο σε κάποιο από τα μουσικά αυτά είδη, το παιδί βρισκόταν άμεσα σε μια κατάσταση νιρβάνα και ακολουθούσε άμεσα ύπνος. Από αυτή την άποψη άρχισα να ακούω jazz πριν γεννηθώ και είναι η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να βρω για την τόσο έντονη οικειότητα που νιώθω.

Επικεντρώθηκα σε αυτό το κομμάτι πολύ φυσικά και πολύ γρήγορα, με έμμονο πάθος. Τα μόνα πράγματα που εμπιστεύομαι είναι αυτά για τα οποία έχω κοπιάσει. Δεν εμπιστεύομαι το εύκολο. Με γοητεύει το άγνωστο. Αυτό τελικά σωματοποιήθηκε και απέκτησε πραγματική υπόσταση και στην επαγγελματική μου ζωή. Επομένως, για τα πρώτα 20 χρόνια αφιερώθηκα σε ένα είδος μουσικής που δεν ανήκει σε αυτόν εδώ τον τόπο, αλλά στον προσωπικό μου τόπο λόγω του προσωπικού μου βιώματος, όπως κι εξήγησα πριν.

 Ήθελα να εδραιώσω μία σταθερή συνεργασία πιάνο-φωνής για πολλά χρόνια, αλλά φυσικά αυτό απαιτεί εκτός από μουσική γνώση και δεξιοτεχνία, και «χημεία». Δεν έψαχνα για accompagnateur. Έψαχνα για μία πλήρη σύμπραξη με έναν μουσικό με τον οποίο να συνδιαλαγώ με ίσους όρους. Το ντουέτο είναι μία εξαιρετικά απαιτητική φόρμα. Πριν 5-6 χρόνια η επιθυμία μου αυτή απαντήθηκε στο πρόσωπο του Σάμι Αμίρη, ένας απίθανα ισχυρός ερμηνευτής, ένας εμπνευσμένος ενορχηστρωτής κι ο οποίος διαθέτει επιπλέον πολύ εκλεπτισμένη αντίληψη. Η συνεργασία μας έφερε στο προσκήνιο και την λυρικότερη, τρυφερότερη πλευρά του. Όσο για μένα, η σύμπραξη μου μαζί του διεύρυνε την άποψη μου για την φωνητική ερμηνεία και με ώθησε στο να χρησιμοποιώ την φωνή μου με μεγαλύτερ ελευθερία και πειθαρχία.

 

Ας πάμε πάλι λίγο πίσω. Πώς από τον χορό οδηγήθηκες στο θέατρο και στη συνέχεια στο τραγούδι;

 

Ήξερα ότι δε θα βγάλω λεφτά, ότι δε θα γίνω διάσημη. Αυτό είναι μισό ψέμα, διότι η οικογένεια μου με ενθάρρυνε, έτσι ώστε να ήμουν πεπεισμένη ότι θα γίνω διαολεμένα διάσημη. Παρόλα αυτά πιστεύω ακράδαντα ότι ο στόχος που βάζουμε πρέπει να είναι ο υψηλότερος που μπορούμε να διανοηθούμε, όχι γιατί θα τον φτάσουμε, εγώ ας πούμε δεν τον έφτασα. Αποδείχθηκε, γιατί εκ του αποτελέσματος κρίνονται τα πάντα, ότι δεν έφτασα αυτό που είχα οραματιστεί. Ούτε κι αυτό όμως είναι τόσο τυχαίο. Θα μπορούσα να προφασιστώ πολλά πράγματα, όπως ατυχία, λάθος συγκυρίες, τα οποία είναι ολίγον τι δεκανίκια και δικαιολογίες. Η ευθύνη είναι δική μου. Νομίζουμε ότι κάνουμε τη σωστή επιλογή ή τη λάθος επιλογή, αλλά αυτό είναι μια μούφα, ένα ψέμα. Στην πραγματικότητα κάνουμε πάντα αυτό που μπορούμε να κάνουμε τη δεδομένη στιγμή. "Αυτό που θεώρησες λάθος ήταν το μόνο που ήταν διαθέσιμο για εσένα", μου είχε πει ένας φίλος και με την βαθύτερη έννοια έχει δίκιο. Δεν πρέπει να συγχέουμε τις επιλογές μας με τις επιθυμίες μας. Είναι καλό να έχουμε επιθυμίες διότι είναι κίνητρο,  αλλά δεν είναι στόχος.   

Όταν απομακρύνθηκα από το χορό και κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνω τίποτα από όλα αυτά γιατί, ναι μεν ήμουν πολύ εκφραστική και είχα καλό ρυθμό, αφετέρου δε, είχα ένα σώμα που δε βοηθούσε τεχνικά. Ο χορός είχε άλλες σωματικές απαιτήσεις. Ήταν όμως ένα μέσο ήδη πολύ περιορισμένο για μένα διότι η ερμηνεία μιας κλασσικής χορεύτριας εκείνης της εποχής δεν άφηνε κανένα περιθώριο. Η χορογραφία ήταν συγκεκριμένη και δεν μπορούσες να παρεκκλίνεις και να βάλεις από τον εαυτό σου, παρά μόνο ίσως στο αίσθημα. Αυτό είχε αρχίσει να γίνεται για μένα κουραστικό και ήθελα να μπω και σε άλλους φορείς έκφρασης, όπως ο λόγος. Έτσι, αναπόφευκτα, οδηγήθηκα στο θέατρο.

Μετέφερα τις φιλοδοξίες μου από τον χώρο του κλασικού μπαλέτου στον χώρο του κλασικού θεάτρου. Και γιατί όχι; Ήμουν απολύτως βεβαία ότι ήμουν η επόμενη Sarah Bernhardt. Ποια Μερύλ Στριπ;! Είναι παρανοϊκό, λέω σήμερα στα 47, μετά δηλαδή από 30 χρόνια, ένα παιδί στα 17 να σηκώνει αυτό το βάρος στους ώμους του. Είναι τραγικό. Υπήρξα πολύ σκληρή με τον εαυτό μου. Έπρεπε να είχα υπάρξει πιο ανάλαφρη. Είναι καλό να θέλεις να είσαι η Μεριλ Στριπ, αλλά δεν μπορεί η ζωή σου να τελειώνει εκεί. Γιατί αν το ζεις και το πιστεύεις έτσι όπως το έζησα και το πίστεψα εγώ, που να πας μετά; Και πώς; Δεν ξέρω από ποιο θαύμα σώθηκα. Δεν ξέρω πως δεν έπεσα σε αυτή την μαύρη τρύπα. Ίσως να ήταν αυτή η περιέργεια κι αυτή η ενασχόληση με το "κάτσε να δούμε τι έρχεται". Τα πράγματα αλλάζουν μεν, αλλά όχι τόσο γρήγορα ώστε να το αντιληφθείς. Η επίγνωση αυτού του πράγματος, ίσως να ήταν η σωτηρία γιατί αντιλήφτηκα ότι ακόμα κι όταν τα πράγματα δείχνουν πολύ σκληρά, δυσοίωνα και αδύνατα, αν δεν κουνηθείς και περιμένεις λίγο θα δεις ότι θα αλλάξει η κατάσταση από μόνη της. Διότι δεν αρχίζουν και τελειώνουν τα πράγματα με εμάς.

Τότε εμφανίστηκε και το "BLUEzUKI";

Το BLUEzUKI είναι η μουσική έκφραση αυτής της διάθεσης και ανάγκης μου να πάω "στο άλλο". To BLUEzUKI έχει σημειώσει επιτυχία και μάλιστα στον περιορισμένο χώρο όπου το έχει σημειώσει. Φυσικά αυτή η επιτυχία είναι συλλογική δουλειά. Το έναυσμα ήμουν εγώ, αλλά δεν είναι δικό μου οικοδόμημα. Θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στο συμπέρασμα ότι είναι το αποτέλεσμα μιας συνταγής. Και οι πιθανότητες ήταν σαφώς περισσότερες στο να αποτύχει αυτή η συνταγή, παρά να πετύχει.  Ένας λόγος που πέτυχε όμως ήταν ακριβώς γιατί δεν είχε πρόθεση. Είμαστε κάποιοι άνθρωποι, μουσικοί και φίλοι, οι οποίοι συναντιόμαστε κοινωνικά, φιλικά, στα σπίτια μας. Επισκεπτόμαστε τακτικά ο ένας τον άλλον στις επαγγελματικές του δουλειές, σαν ακροατές, αλλά δεν είχαμε μουσικό "interaction" παρά μόνο ιδιωτικά, στα σπίτια μας. Όταν λοιπόν γινόταν αυτό και βρισκόμασταν "να τα πούμε" και "να πιούμε ένα κρασάκι", τα μουσικά όργανα δεν ήταν ποτέ πολύ μακριά. Αντίθετα πάντα άρχιζε ένα μουσικό παιγνίδι μεταξύ μας, οπότε ούτε λίγο ούτε πολύ παίζαμε ό,τι μας άρεσε, και μπερδεύαμε τα είδη μεταξύ μας. Ήταν η διασκέδασή μας. Κάποιες φορές σε αυτές τις μαζώξεις άρχισαν να εμφανίζονται και τρίτοι. Ο ένας μπορεί να έφερνε την κοπέλα του, ο άλλος τον αδελφό του. Ξεκίνησαν λοιπόν να υπάρχουν διάφοροι άνθρωποι γύρω μας και παρόντες σε αυτό το "τζέρτζελο" οι οποίοι ενθουσιαστήκαν,  μας ενθάρρυναν και μας έλεγαν ότι θα άξιζε να το μοιραστούμε και πιο έξω. Κάποια στιγμή, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα πάψανε να είναι "μαζώξεις" και έγιναν πρόβες. Μετά την Πρωτοχρονιά του 2011, ορίσαμε και τακτική μέρα την οποία κι αφιερώναμε σε αυτό. Ένα εξάμηνο κράτησε, και μετά βγήκαμε "έξω".

 
 

Η πρώτη εμφάνιση -ανεπίσημη όμως- ήταν στις 12 Μαΐου 2012 στο La Ronda, ενώ στις 16 Μαΐου έλαβε χώρα η επίσημη παρθενική εμφάνιση στο Half Note. Μετά ακολούθησαν αρκετές εμφάνισεις (Μικρό Καφέ,  Cabaret Voltaire, στο "Κρι Κρι" στη Μήλο, στο Εν Μοσχάτω κ.α) μέχρι που κάναμε την πρώτη μας εμφάνιση στην "Κληματαριά" στις 12 Οκτωβρίου 2012. Ήμασταν τότε: ο Τάσος Γιαννούσης (μπουζούκι-τραγούδι), Ο Παναγιώτης Κατσιμάνης (κλασική κιθάρα-τραγούδι), ο Παναγιώτης Αυγερινός (ηλεκτρική κιθάρα-τραγούδι), ο Αντώνης Τζίκας (κοντραμπάσο) και ο Παύλος Λογαράς (τύμπανα) ο οποίος γρήγορα αντικαταστάθηκε από τον Αποστόλη Μπουρνιά πριν τελειώσει η πρώτη σαιζόν. Τη δεύτερη χρονιά,  την θέση του Αντώνη Τζίκα στο κοντραμπάσο πήρε ο Μιχάλης Δάρμας μέχρι τον Οκτώβρη του 2014 όπου επέστρεψε ο Αντώνης Τζίκας. Κατά την διάρκεια της πρώτης χρονιάς είχαμε κάνει και μια εμφάνιση σε ένα κέντρο που λεγόταν "Ενδορφίνη" στις 14 Απριλίου 2012 στο μεταξουργείο. Ήταν μια συναυλία "benefit concert", με σκοπό δηλαδή, όπου τα έσοδα της συναυλίας διατέθηκαν στην Ελληνική Ομάδα διάσωσης Αττικής. Η δεύτερη χρονιά (2013-2014) στην "Κληματαριά",  η παράσταση απέκτησε και τίτλο και λεγόταν "Τα λερωμένα, τα' πλυνα" και η τρίτη χρονιά (2014-2015), ονομάστηκε " BLUEzUKI Τριαλαρό".  Αυτή η παράσταση ευτύχησε, αγκαλιάστηκε, "ασφύκτικά" μπορώ να πω, από τον κόσμο. Η παράσταση δύο μέρες πριν ήταν πάντα "sold out", και όταν λέμε στους φίλους μας να κλείνουν νωρίς το κάνουμε όχι για να "πουλήσουμε μούρη" αλλά γιατί δεν μας αρέσει να έρχονται και να μην βρίσκουν τραπέζι. Δεν είμαι η αρμόδια για να πω πώς ο κόσμος αντιλαμβάνεται αυτό που κάνουμε, αυτό που μπορώ να πω είναι η διαφορά που βλέπω στα βλέμματα τους όταν έρχονται και πώς είναι το βλέμμα τους όταν φεύγουν. Αυτό είναι κάτι το οποίο δεν πληρώνεται με τίποτα και είναι μεγάλη ικανοποίηση.

 

Το BLUEzUKI σε άλλαξε σαν καλλιτέχνη; Ποιά είναι τα καλλιτεχνικά σου σχέδια φέτος;

Αναμφίβολα! Με το BLUEzUKI είμαι συναισθηματικά πολύ συνδεδεμένη, όπως και με το ίδιο το σχήμα το οποίο έχει αποκτήσει μια αυτούσια ύπαρξη, σαν να είναι αυτόνομο και να μην αποτελείται από τα μέλη της. Νιώθω πολύ προνομιούχα που συναντήθηκα με αυτούς τους μουσικούς, με αυτούς τους ανθρώπους και συμπορευόμαστε. Και για εμένα ήταν ένα στοίχημα, μου έδωσε την δυνατότητα να προσεγγίσω ένα κομμάτι της μουσικής -αν και για εμένα η μουσική είναι μία- που νόμιζα ότι ήταν έξω από τις δυνατότητες μου. Βρήκα λοιπόν μια κερκόπορτα η οποία μου επέτρεψε να προσεγγίσω αυτό το κομμάτι της μουσικής αλλά με το δικό μου "λεξιλόγιο". Στο μυαλό μας όταν λέμε jazz, σκεφτόμαστε πρωτίστως swing, οπωσδήποτε κάποιο πνευστό, σαξόφωνο ή τρομπέτα, στίχο οπωσδήποτε στ' αγγλικά και πιάνο. Όμως τρόπος προσέγγισης της μουσικής είναι ο αυτοσχεδιασμός πάνω σε μια προσυμφωνημένη σύνθεση. Ξέρουμε ότι έχουμε αυτή τη σύνθεση, η οποία είχε αυτό το ύφος και πάνω σε αυτό παρεκκλίνουμε της μελωδίας και δημιουργούμε αυτοσχεδιαστικά μια νέα, η οποία όμως έρχεται και πατάει πάνω στην αρχική σύνθεση. Από αυτή την άποψη, αυτό που κάνουμε εδώ και 3-4 χρόνια με τους συναδέλφους μου μουσικούς στο BLUEzUKI, είναι ό,τι πιο Jazz έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου.  Αυτή η ελεύθερη προσέγγιση πάνω στη μουσική, η οποία βέβαια πάει κι ένα βήμα παραπέρα, γίνεται ο συνδετικός ιστός ανάμεσα στις φαινομενικά πιο παράταιρες εκφράσεις που θα μπορούσες να φανταστείς. Θα ακούσεις πορτογαλλέζικο fado τραγουδισμένο στα γαλλικά παιγμένο σαν συρτό μπάλο, θα ακούσεις ένα τραγούδι όπως το "Μάλιστα Κύριε" που θα έχει μέσα ολόκληρα κομμάτια και στοιχεία από το "Stairway to Ηeaven", θα ακούσεις τη μια χρονιά το "Summer Time" παντρεμένο με το "Είναι Αργά" και μια άλλη με δημοτικό τραγούδι όπως οι "Πικροδάφνες"... Εννοείται ότι υπήρξε εξέλιξη εντός του σχήματος σε αυτά τα 3 χρόνια. Όταν ακούω τώρα την ηχογράφηση της παρθενικής μας εμφάνισης, τον Μαΐο 2012, σχεδόν είναι αγνώριστο το συγκρότημα. Είναι ο λόγος που εξακολουθεί και με ενδιαφέρει, διότι αναπτύσσεται, κι όπως είπα με ενδιαφέρει πιο πολύ το σήμερα και το αύριο παρά το χτες.

 

Προς το παρόν θα κάνω μια παύση. Έρχεται κάποια στιγμή που θέλεις να ανασυγκροτηθείς, να κοιτάξεις μέσα σου και να αφήσεις να κυλήσουν όλα φυσικά. Αυτή τη στιγμή νιώθω ότι αυτή είναι η φυσική ροή των πραγμάτων, χωρίς να αποκλείσω κάποια νέα εμφάνιση σύντομα, είτε με το BLUEzUKI είτε με κάτι τελείως διαφορετικό! Όλα είναι πιθανά και η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις.

Η σχέση με το αγόρι σου, έχει φέρει πολλά καλά στη ζωή σου. Φαίνεται να έχετε μια ιδιαίτερη επίδραση και επιρροή ο ένας στη ζωή του άλλου.

 

Είμαστε δύο άνθρωποι που συναντηθήκαν σχετικά αργά στη ζωή τους. Δεν είμαστε ένα παλιό ζευγάρι, όπως και δεν είμαστε πια τόσο νέοι. Όσο μεγαλώνουμε θεωρητικά γινόμαστε πιο ισχυρογνώμονες,  πιο κλειστοί και δεν έχουμε την ευκολία που έχουμε για να ανοιχτούμε σε κάτι άγνωστο και σε κάτι καινούργιο. Υπό αυτό το πρίσμα θα ήταν δυσκολότερο για εμάς να έχουμε ο ένας επίδραση πάνω στον άλλον, απ' ό,τι αν ήμασταν 20 χρονών. Παρόλα αυτά φαίνεται ότι όντως έχουμε σίγουρα αλλάξει ο ένας την ζωή του άλλου, θετικά ελπίζω. Για μένα σίγουρα ναι. Δεν έχω πάρα πολλά να πω γιατί τα πράγματα ήταν για μένα σοκαριστικά, σχεδόν ξεκάθαρα, από το πρώτο δευτερόλεπτο. Εγώ αναγνώρισα στον Μίλτο τον συντροφό μου αμέσως. Όλα όσα ήθελα από αυτό τον τομέα της ζωής μου, ή έλεγα ότι ήθελα -και το έλεγα ειλικρινώς- ανατράπηκε αμέσως και πολύ έντονα. Δεν μπορώ να φανταστώ ποια θα ήταν η ζωή μου σήμερα, αύριο, μεθαύριο χωρίς τον Μίλτο στο πλευρό μου. Μου έχει ανοίξει καινούργιους ορίζοντες μέσα από τις δικές του εμπειρίες, μέσα από το δικό του τρόπο ζωής. Για όσους τον γνωρίζουν ίσως φανεί ενδεχομένως περίεργο αυτό που θα πω, αλλά παράδοξα για έναν άνθρωπο, ο οποίος φλερτάρει συχνά με τον κίνδυνο μέσα από τις δραστηριότητες του, με κάνει να νιώθω πάρα πολύ ασφαλής. Απολαμβάνω όλα όσα νομίζω ένας άνθρωπος φιλοδοξεί να βρει σε μια σχέση, μια απρόσκοπτη επικοινωνία, μια αμεσότητα, πολύ ζεστασιά, τρυφερότητα, εμπιστοσύνη. Όλα αυτά δεν τα λέω με ελαφρά τη καρδία γιατί δεν είμαι ένας άνθρωπος που πρέπει οπωσδήποτε να είμαι σε μια σχέση.  Είναι πολύ όμορφο να έχεις σύντροφο και να μοιράζεσαι την ζωή σου με κάποιον, αλλά για εμένα τουλάχιστον αυτό προϋποθέτει μια αλήθεια. Δηλαδή πρέπει πράγματι να νιώθω ότι είναι ο σύντροφός μου, αλλιώς  δεν θα έμπαινα σε αυτή την ηλικία σε αυτή τη διαδικασία. Όλο για την ηλικία λέω και θα νομίζουν ότι είμαι 80 χρονών! (γέλια). 

Τι μήνυμα θα ήθελες να αφήσεις στους αναγνώστες του deBóp;

Όλα θέλουν συνειδητή προσπάθεια. Λέμε προσπάθεια και λαχανιάζουμε πριν ακόμα την ξεστομίσουμε αυτή τη λέξη νομίζοντας ότι είναι κάτι κακό. Αντιθέτως είναι κάτι πολύ δημιουργικό. Κι όταν λέω προσπάθεια ίσως να το λέω και λάθος. Να κάνεις τα πράγματα συνειδητά με όλη σου την καρδιά και την ψυχή. Να επενδύεσαι. Την ψυχική σου διάθεση, την σωματική σου διάθεση, την προσοχή σου, το συναίσθημά σου, τις αισθήσεις σου, την προσφορά σου, το μυαλό σου, τα πάντα. Αυτό ισχύει για την δουλειά που κάνεις, για τα παιδιά που μεγαλώνεις, ισχύει για τον σύντροφό σου, τους φίλους σου, τους γείτονές σου, τους άγνωστους στον δρόμο, ισχύει ΚΑΙ για αυτούς. Ισχύει και για αυτούς που θα διαβάσουν την κουβέντα μας, ισχύει για τους ανθρώπους που έρχονται και μας ακούν στην "Κληματαριά" ή οπουδήποτε αλλού. Επομένως και η προσωπική σχέση θέλει δουλειά. Όταν έχεις την τύχη να αναγνωρίσεις στο πρόσωπο ενός άλλου ανθρώπου τον σύντροφό σου, τότε και στις δυσκολίες ακόμα, που είναι εγγυημένο ότι θα υπάρχουν, οφείλουμε να πασχίζουμε όσο μπορούμε να απομονώσουμε τον θόρυβο των παράσιτων που δημιουργεί σύγχυση και χάνουμε την ψυχραιμία μας κι επομένως να προσπαθήσουμε να ηρεμήσουμε εσωτερικά και να αφουγκραστούμε το κουκουτσάκι εντός. Όλοι έχουμε ένα κι αυτό δεν λέει ποτέ ψέματα. Αν το κάνουμε αυτό, το κουκουτσάκι θα μας πει και ποιοι είμαστε, και ποιον έχουμε απέναντι μας και ποιος είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε και τι πρέπει να κάνουμε. Και μετά πρέπει να έχουμε το κουράγιο να το εφαρμόσουμε γιατί καμιά φορά το κουκουτσάκι δεν μας λέει αυτό που θέλουμε να ακούσουμε. Όμως είναι άξιο εμπιστοσύνης. Επίσης, αυτό το οποίο ισχύει για εμένα για τα πάντα στη ζωή, είναι ότι βάζουμε το ένα ποδαράκι εντελώς χαζά και χωρίς καμία σκέψη, μηχανικά σχεδόν, μπροστά στο άλλο, και προχωράμε. Ακόμα κι όταν δεν ξέρουμε που πάμε. Διότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η στασιμότητα. Αν κάνουμε ένα βήμα ακόμα μπορούμε να πλάσουμε το αύριο. Το χτες είναι τελειωμένη υπόθεση. Όλα συνδέονται κι αν έχω ένα πράγμα να πω σε οποιονδήποτε είναι από την δική μου εμπειρία, ότι έχω κατορθώσει, αν έχω κατορθώσει οτιδήποτε κομμάτι της ζωής, δεν τα κατάφερα ούτε γιατί είμαι πιο έξυπνη από τους άλλους, ούτε πιο όμορφη ούτε πιο ταλαντούχα, ούτε πιο μάγκας, αλλά γιατί άντεξα τρία δευτερόλεπτα παραπάνω. Δεν είμαι σπρίντερ, είμαι μάλλον μαραθωνοδρόμος.

 

Diminuendo, οι τελευταίες νότες στριφογυρίζουν και παίρνουν πάλι θέση στο κουτί. Η ένταση, το αποκορύφωμα και η ηρεμία είναι μέσα στην καθημερινή μας ζωή. Το κουτί κλείνει εδώ, αλλά όχι για πολύ.

Αυτό το κουτί φυλάγεται σε μια πολλή ειδική θέση στην καρδιά μου...

 

Βρείτε την Eva Kesselring στο fb εδώ.