Συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Πατσαρό, με αφορμή το βιβλίο «Ο άνθρωπος φωτιά»

Συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Πατσαρό, με αφορμή το βιβλίο «Ο άνθρωπος φωτιά»

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα του καλοκαιριού ήταν το βιβλίο «Ο άνθρωπος φωτιά» του Κωνσταντίνου Πατσαρού, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ένα βιβλίο αναπάντεχο, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία που αξίζει πραγματικά να διαβαστεί από τους νεαρούς αναγνώστες! Παρακάτω, μερικές ερωτήσεις στον συγγραφέα του βιβλίου για να τον γνωρίσουμε καλύτερα.

 

Το βιβλίο «Ο άνθρωπος φωτιά» είναι ένα εφηβικό μυθιστόρημα, αρκετά «σκληρό» κατά τη γνώμη μου, με μία πολύ δυνατή ιστορία. Ποια ήταν η αφορμή για το βιβλίο αυτό;

Είναι σκληρό αυτό που συμβαίνει κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα, να παίρνουν φωτιά εκτάσεις πρασίνου, να επαναλαμβάνεται καταστροφικά και δυστυχώς να θεωρείται πια δεδομένο ότι κάποια στιγμή, σε κάποιο μέρος της χώρας, θα ξεσπάσει μια πυρκαγιά. Έχει καταντήσει μια φρικτή συνήθεια που δεν σταματά να με πληγώνει. Αντανακλαστικά η νέα μου ιστορία ανέβηκε ψηλά για να βρει έναν τόπο που καιγόταν, προσγειώθηκε σε ένα ξέφωτο με ασφάλεια, χώθηκε στις φλόγες, έκαψε τα χέρια, πήραν φωτιά τα ρούχα της, κυλίστηκε μακριά μήπως και σωθεί.

 

Τα γεγονότα της ιστορίας έχουν κάποια σχέση με την πραγματικότητα; Έχετε ζήσει κάποια αντίστοιχη κατάσταση είτε ως παιδί είτε ως ενήλικας;

Τα γεγονότα της ιστορίας είναι προϊόν μυθοπλασίας. Έχω βιώσει όμως στην Άνδρο πριν τρία χρόνια μια πυρκαγιά, την ατμόσφαιρα της οποίας προσπάθησα να μεταφέρω στο βιβλίο. Είναι όμως και ένας συνδυασμός ερεθισμάτων. Λίγο πριν ή λίγο μετά την εν λόγω πυρκαγιά έμαθα ότι έκοβαν στην Κρήτη τα κλαδιά από τις γέρικες ελιές για να τα πουλήσουν για καυσόξυλα. Πάλι στο ίδιο νησί πήρε φωτιά το φοινικόδασος στην Πρέβελη, ένα από τα πιο όμορφα μέρη που είχα την τύχη να επισκεφτώ στην Ελλάδα. Δεν καταστράφηκε ολοσχερώς, αλλά και μόνο η σκέψη ότι δεν θα κάνω ποτέ ξανά την ίδια διαδρομή, γιατί για κάποιον περίεργο λόγο το μέρος τυλίχτηκε στις φλόγες, μου προξένησε δυσάρεστα συναισθήματα.

 

Μια ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι το γεγονός ότι το τέλος της ιστορίας δίνεται μέσα από το κόμικ, το οποίο ανέλαβε να δημιουργήσει ο Γιώργος Γούσης. Πώς προέκυψε η ιδέα αυτή και τι ευελπιστείτε να δώσει στην ιστορία και στην ίδια την αναγνωστική διαδικασία; Θεωρείτε πως γίνεται πιο προσιτό στους νέους αναγνώστες;

Το εικονογραφημένο μέρος έχει οργανικό ρόλο στην ιστορία. Γι’ αυτό μιλούν οι ήρωες από την αρχή του βιβλίου, εικόνες έρχονται και φεύγουν με τα λόγια τους, με τα σχέδια που κάνουν για την εξέλιξη αλλά κυρίως για τους τρεις βασικούς ήρωες του κόμικ. Για όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο να πούμε ότι η ιστορία αποτελείται από εκατόν ογδόντα σελίδες κείμενο και έξι σελίδες κόμικ. Περικλείει δύο ιστορίες, το μυστήριο της φωτιάς και εκείνης που θέλουν να φτιάξουν οι χαρακτήρες του βιβλίου. Δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, η μία επηρεάζει την άλλη και στο τέλος ενώνονται και κορυφώνονται παράλληλα στις έξι σελίδες της εικονογραφημένης ιστορίας. Η ιδέα της σύμπλευσης κειμένου και κόμικ εντάσσεται στην προσπάθειά μου να χρησιμοποιήσω διαφορετικά εκφραστικά μέσα για να διηγηθώ όσα έχω στο μυαλό μου. Αν αυτό αρέσει σε όσους το διαβάσουν, θα κερδίσω ένα χαμόγελο και μεγάλη χαρά φυσικά. Για τον Γιώργο τι να πω, ό,τι και να πω λίγο θα είναι, έκανε εξαιρετική δουλειά, πάλι.

 

Κατά την ανάγνωση του βιβλίου και αφού το έκλεισα, αισθάνθηκα ότι το τέλος του αφορά κατά κύριο λόγο τον βασικό πρωταγωνιστή. Τι συμβαίνει με τους υπόλοιπους ήρωες;

Η ιστορία εστιάζει την προσοχή της σε ορισμένα πρόσωπα. Εύλογα το φινάλε του βιβλίου στράφηκε περισσότερο προς αυτό το σημείο. Νομίζω όμως ότι όλοι οι βασικοί χαρακτήρες συμμετέχουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο τέλος. Το κλείνω τώρα γιατί θα αρχίσω να λέω μυστικά.

 

Το 2014 βραβευτήκατε με  Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου για το βιβλίο «Το Κουτί» (εκδ. Μεταίχμιο). Τι μεσολάβησε αυτά τα χρόνια, μέχρι το δεύτερο βιβλίο σας;

«Το κουτί» κυκλοφόρησε το 2014, αλλά πήρε το Κρατικό Βραβείο στο τέλος του 2016. Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του, ξεκίνησα να γράφω τον «Άνθρωπο Φωτιά» και αυτό κράτησε περίπου τρία χρόνια. Επιθυμία μου ήταν να κάνω ένα διαφορετικό βιβλίο, να γράψω κάτι καινούριο και να μην επαναλάβω καμία συνταγή, παρά το γεγονός ότι «Το κουτί» πήγαινε ήδη πολύ καλά. Όταν σχηματίστηκαν στο μυαλό μου τα βασικά στοιχεία της υπόθεσης, ξεκίνησα να σκέφτομαι αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο: να διηγηθώ την ιστορία με πρωτότυπο τρόπο με ένα ύφος που θα κέρδιζε εμένα πρώτα απ’ όλα. Διαβάζω πολλά βιβλία με ήρωες εφήβους, είναι ένα από τα αγαπημένα μου είδη λογοτεχνίας. Αν ο ήρωας δεν έχει τη δική του αυθεντική φωνή, φαίνεται ήδη από το πρώτο μισό του βιβλίου. Δεν μπαίνω στον κόπο, το παρατάω και πηγαίνω στο επόμενο. Αυτό προσπάθησα ήδη από τις πρώτες ημέρες, να κάνω τον πρωταγωνιστή μου να μιλάει σαν δεκατετράχρονος με φορτωμένη χρονιά στις πλάτες του, να φτάνει με κομμένη την ανάσα στο νησί για διακοπές και εκεί πάνω στις πρώτες εισπνοές αυτό να τυλίγεται στις φλόγες.

 

Η ιστορία πραγματεύεται -δυστυχώς- μια πολύ γνώριμη συνθήκη και αναφέρομαι, προφανώς, σε όσα παρακολουθούμε να συμβαίνουν κάθε χρόνο και τις πυρκαγιές που ξεσπούν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας αλλά και του κόσμου ολόκληρου. Σας ενδιαφέρει να περάσετε διακριτικά -ή και όχι- ένα κοινωνικό μήνυμα μέσω του βιβλίου;

Όχι, δεν μ’ ενδιαφέρει να περάσω κανένα κοινωνικό μήνυμα. Για την ακρίβεια βαριέμαι αφόρητα τα βιβλία που προσπαθούν να κάνουν κάτι τέτοιο. Μου αρέσει να γράφω ιστορίες που θα ήθελα να διαβάσω και εγώ ως αναγνώστης. Το βιβλίο το απολαμβάνεις, δεν πιέζεσαι να το διαβάσεις, ό,τι και να είναι αυτό. Όταν πήγαινα στο Λύκειο, είχαν έρθει οι Ramones για συναυλία στο Ρόδον. Δυστυχώς δεν κατάφερα να τους δω και από τότε, όταν σκέφτομαι εκεί γύρω τις αρχές της δεκαετίας του ’90, εντάξει μου έρχονται στο μυαλό πολλά, αλλά και αυτή η βραδιά. Αργότερα έμαθα ότι έπαιξαν μόνο γύρω στα σαρανταπέντε λεπτά, αλλά όλοι όσοι την παρακολούθησαν ακόμα παραμιλάνε γιατί έπαιξαν εξαιρετικά, χωρίς σταματημό, χωρίς κενά ανάμεσα στα τραγούδια και μετά εξαφανίστηκαν. Έτσι ήθελα τον «Άνθρωπο Φωτιά», χωρίς ανάσα, να έχει ρυθμό, να μην μπορείς να τον εγκαταλείψεις.

 

Αναζήτησε το βιβλίο σε όλα τα βιβλιοπωλεία και καλή ανάγνωση!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

φωτογραφία εξωφύλλου: Γεράσιμος Δομένικος