Μπήκαμε στην πρόβα των C for Circus και μας μίλησαν για τη νέα τους παράσταση «Το δαχτυλίδι της μάνας» | photostory

Μπήκαμε στην πρόβα των C for Circus και μας μίλησαν για τη νέα τους παράσταση «Το δαχτυλίδι της μάνας» | photostory

Μια παρέα φίλων που τους ενώνουν οι καλλιτεχνικές ανησυχίες και η αγάπη τους για το θέατρο. Οι C for Circus είναι από τις πιο χαρισματικές θεατρικές ομάδες με κύρια χαρακτηριστικά της ενδιαφέρουσας πορείας τους το χιούμορ και τη μοναδική τους ματιά στα έργα που επιλέγουν να παρουσιάσουν.

 

Η κουβέντα μας ξεκινά με μια σύντομη αναφορά στην ιστορία του έργου. Ο λόγος στον Παύλο Παυλίδη, το σκηνοθέτη της παράστασης, που μας αναφέρει με ενθουσιασμό «Στην ιστορία μας είναι Παραμονή Χριστουγέννων. Σε ένα πολύ φτωχό σπίτι ζει η μάνα με τους δυο γιους της. Ο μεγάλος γιος και πρωταγωνιστής του έργου, ο Γιαννάκης ο Ποιητής, είναι άρρωστος σε προχωρημένο βαθμό. Η μάνα του, γνωρίζοντας ότι δεν του έχει μείνει πολύς χρόνος, σε μια προσπάθεια για να τον κρατήσει στη ζωή αποφασίζει να πουλήσει τη μοναδική τους περιουσία, ένα δαχτυλίδι, οικογενειακό κειμήλιο που περνά από γενιά σε γενιά. Το δαχτυλίδι αυτό, σύμφωνα με έναν θρύλο, το έφεραν στην οικογένεια οι μοίρες και αν ποτέ κάποιος  το αποχωριστεί  θα έρθει η νεράιδα του βουνού και θα το πάρει πίσω. Αυτή είναι και η επιθυμία του ήρωά μας, καθώς θέλει πάρα πολύ να ξαναδεί τις  νεράιδες, με τις οποίες έπαιζε μικρός και τώρα, επειδή ζουν εξόριστοι, έχει πολύ καιρό να παίξει, να τραγουδήσει, να γράψει ποιήματα γι’ αυτές. Οπότε αυτή η πράξη τις μάνας, να πουλήσει δηλαδή το δαχτυλίδι, φέρνει στην ιστορία μας τις νεράιδες και με αυτές περνά τις τελευταίες τους στιγμές ο Γιαννάκης ο Ποιητής, ταξιδεύοντας με τη φαντασία του μαζί τους στο βουνό».

 

Τι σας κίνησε το ενδιαφέρον στο «Δαχτυλίδι της μάνας»;

Π. Παυλίδης: «Το δαχτυλίδι της μάνας» είναι μια απλή ιστορία που δεν έχει να πει κάτι κακό. Μιλά μεν για το θάνατο, μια όχι ευχάριστη αλλά πραγματική κατάσταση που συμβαίνει κάθε μέρα στη ζωή, συνδέοντάς τον όμως με τη φαντασία, η οποία συντελεί, κατά κάποιο τρόπο, στη συνέχεια της ζωής και την αποδοχή του θανάτου. Αυτό αποπνέει το έργο και είναι κάτι που με συγκινεί και το ενστερνίζομαι απόλυτα ως καλλιτέχνης.

Σ. Χατζηαγγελάκης: Το έργο μιλά για την επιστροφή στις ρίζες, στις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, τότε που όλα ήταν ανέμελα.

X. Κοτταράκου: Ο Γιάννης Καμπύσης, βασίστηκε για τη συγγραφή του έργου σε μεγάλο βαθμό στη βιογραφία του Κώστα Κρυστάλλη, ο οποίος πέθανε 26 χρονών από φυματίωση, ήταν τότε εξόριστος στην Αθήνα και μέσω των ποιημάτων του εξέφραζε τη λαχτάρα του για τη φύση, τα βουνά της Πίνδου, τις νεράιδες και τους θρύλους. Έξι χρόνια μετά το θάνατο του Κρυστάλλη και δυο χρόνια αφότου έγραψε αυτό το έργο πέθανε και ο Καμπύσης, 29 χρονών και ο ίδιος από φυματίωση. Ενώ λοιπόν το έργο είναι επηρεασμένο από τη ζωή του Κρυστάλλη στον πρωταγωνιστή έχει δοθεί το όνομα Γιαννάκης (χαϊδευτικό του ονόματος του Καμπύση). Όποτε αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Καμπύσης ήταν να παραποιήσει και των δύο το θάνατο. Ενδεχομένως διαισθανόταν όταν θα πέθαινε, τον ενέπνεε πολύ και ο Κρυστάλλης και προσπάθησε όπως θα έκανε ένας ποιητής, γράφοντας, να μεταμορφώσει με έναν τρόπο της τελευταίες ώρες του.

Ε. Μακρή: «Το δαχτυλίδι της μάνας» μου έδωσε τη δυνατότητα να έρθω αντιμέτωπη με το θέμα του θανάτου, ένα θέμα που με δυσκόλευε και ίσως ήταν και ο λόγος που δεν με συγκίνησε εξ αρχής το έργο, αλλά στην πορεία. Περισσότερο βέβαια με άγγιξε το πώς ο Καμπύσης έγραψε αυτή την ιστορία και ουσιαστικά επέλεξε τον τρόπο με τον οποίο θα ειπωθεί  το τέλος. Μπροστά στο αναπόφευκτο είναι επιλογή σου το πώς θα περάσεις είτε τις τελευταίες σου στιγμές είτε από τη μία κατάσταση στην άλλη, διαλέγεις εσύ τη μετάβαση.

Ν. Ρουστάνη: Στις πρόβες, όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε γι’ αυτό το έργο, δουλέψαμε πολύ προς την κατεύθυνση του τι σημαίνει για τον καθένα από εμάς η απώλεια. Για εμένα αυτή η παράσταση είναι μια ιεροτελεστία, κατά κάποιο τρόπο, αποχαιρετισμού. Πολύ σημαντικό επίσης θεωρώ είναι το γεγονός ότι από επιλογή μιλάμε για το θάνατο μέσα από ένα πολύ μεγάλο γλέντι για τη ζωή.

 

Γιατί αυτό το έργο, όπως έχετε αναφέρει, σηματοδοτεί τη φάση «ενηλικίωσης» της ομάδας;

Π. Παυλίδης: Το εννοούμε πιο πολύ πρακτικά, γιατί κλείνουμε δέκα χρόνια.

Σ. Χατζηαγγελάκης: Και υφολογικά.

Ε. Μακρή: Θα συμφωνήσω κι εγώ ότι αναφέρεται ως ένα έργο «ενηλικίωσης» της ομάδας με την πιο πρακτική και υφολογική έννοια. Εμείς πέρα από ομάδα είμαστε και παρέα και αυτό φαίνεται στη σκηνή, δεν υπάρχουν όρια μεταξύ ζωής και σκηνής, το χιούμορ μεταφέρεται άκριτα και στις προηγούμενες παραστάσεις μας αυτά τα στοιχεία υπήρχαν πολύ πιο έντονα.

Π. Γαβρέλας: Και τώρα υπάρχουν αυτά τα στοιχεία, δεν αντέξαμε. Είναι και το θέμα τέτοιο που είναι αναγκαστικό λίγο να έχεις χιούμορ, δεν γίνεται να πέσουμε στη μαύρη μαυρίλα,  αλλά δεν το κάναμε τόσο ανεξέλεγκτα όσο στις προηγούμενες παραστάσεις μας.

Π. Παυλίδης: Τα θέματα των έργων που αντιμετωπίσαμε τις προηγούμενες φορές σήκωναν πολλές εκδοχές, πολλές απόψεις. Σε αυτό το έργο ό,τι και να προτείνεις επί σκηνής πρέπει να έχει σχέση με το θάνατο. Οπότε και το χιούμορ όπως και να προκύψει, θα προκύψει με συγκεκριμένους τρόπους, όχι παντού, όχι πάντα. Υπάρχει, όπως υπάρχει και στη ζωή μας η ανάγκη για χιούμορ όταν μιλάμε για τέτοια θέματα, απλά επειδή η απώλεια είναι ένα θέμα που νομίζω οποιοσδήποτε άνθρωπος στη ζωή του όταν το συναντά ενηλικιώνεται, γι’ αυτό αναφέρθηκε πως αποτελεί ένα έργο «ενηλικίωσης». Έπρεπε να μιλήσουμε με κάποιον τρόπο, εμείς ως άνθρωποι πολύ αισιόδοξοι, για το θάνατο.

 

Ανήκει στο κομμάτι της ενηλικίωσης το ότι ένα μέλος από την ομάδα είχε ένα όραμα να σκηνοθετήσει κάτι, το πρότεινε στην ομάδα και η ομάδα επέλεξε να το ακολουθήσει, καθώς τα τελευταία χρόνια οι παραστάσεις της ομάδας είναι αποτέλεσμα συσκηνοθεσίας;

Ν. Ρουστάνη: Για μένα η πρώτη ενηλικίωση ήταν στην πρώτη απόφαση για συσκηνοθεσία. Και αυτή την επιλογή την βλέπω ως ακόμα ένα πείραμα, μια διαδικασία έρευνας χρόνων που κάνουμε μεταξύ μας πάνω στη δουλειά πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε μια παράσταση.

Η διαπραγμάτευση γίνεται τελείως διαφορετικά. Ως ηθοποιός βάζεις το δικό σου κομμάτι στο πάζλ  που το πάζλ το ορίζει ο σκηνοθέτης και παίρνει τα κομμάτια του καθενός και τα συνδέει.

Α. Κουρκάκη: Πριν από αυτή την παράσταση έχει υπάρξει και άλλη μια παραγωγή της ομάδας με έναν σκηνοθέτη, τον Σπύρο. Δεν ξέρω αν η επιλογή ενός σκηνοθέτη είναι βήμα ενηλικίωσης, αλλά σίγουρα πρόκειται για μια μετατόπιση της ομάδας στο πόσο διαφορετικά μπορούμε να πειθαρχήσουμε και να ακολουθήσουμε τον έναν.

Σ. Χατζηαγγελάκης: Στο σύνολο αυτό που διαφέρει πρακτικά είναι η ανάληψη των ευθυνών. Στις συσκηνοθεσίες έχουμε όλες τις ευθύνες όλοι, ενώ ξαφνικά  ο καθένας αναλαμβάνει ολοκληρωτικά την ευθύνη για αυτό που του αναλογεί, εστιάζει περισσότερο σε αυτό που τον αφορά, στο ρόλο, στο κομμάτι δουλειάς που έχει αναλάβει, χωρίς να αναλώνεται σε διάφορα πράγματα.

Π. Παυλίδης: Κάθε δουλειά που κάνουμε είναι σαν ένα πείραμα να βρούμε τον τρόπο να συνυπάρχουμε καλλιτεχνικά όσο το δυνατόν καλύτερα. Οπότε και αυτή η πρωτοβουλία να σκηνοθετήσω είναι μέρος αυτής της έρευνας πώς εμείς σαν ομάδα μπορούμε να βελτιωνόμαστε.

 

Θεωρείτε πρόκληση την παρουσίαση ενός όχι και τόσο γνωστού έργου στο κοινό;

Π. Παυλίδης: Και ναι και όχι. Οι ρίζες, οι παραδόσεις, τα χρώματα και οι αισθήσεις που υπάρχουν σε αυτό το έργο είναι πράγματα που εμείς τα έχουμε δει στη ζωή μας, στα μέρη που ταξιδεύουμε, τα λίγο απόμερα γεμάτα φύση, εκεί που ακούς μόνο τα πουλιά και το νερό, αυτά τα διάβαζαμε μέσα στο έργο. Και ήταν σαν να θέλαμε μέσω της δουλειάς μας στο θέατρο να κάνουμε ένα ταξίδι στη φύση.

Παρατηρείται μια στροφή των θεατρικών ομάδων προς έργα παλαιότερων εποχών που συνδέονται και με τη λαϊκή παράδοση σε μια εποχή που οι περισσότεροι έχουν τάσεις απομάκρυνσης από αυτή. Πώς το εξηγείτε αυτό;

Ν. Ρουστάνη: Όσον αφορά την επιλογή των συγκεκριμένων έργων, αν το δούμε από πρακτικής άποψης, τα έργα αυτά δεν έχουν δικαιώματα, όποτε ο οικονομικός παράγοντας παίζει σημαντικό ρόλο. (γέλια)

Ν. Παπαδομιχελάκης: Είμαστε παιδιά που μεγαλώσαμε στην επαρχία, έχουμε παραδοσιακά ακούσματα και νομίζω ότι δεν απομακρινόμαστε από την παράδοση. Μιλώντας για την παράδοση αναφορικά θα σταθώ στα δημοτικά μας τραγούδια ή τα ακριτικά τραγούδια που γράφτηκαν αιώνες πριν, τα οποία άμα τα διαβάσεις τώρα τα καταλαβαίνεις απόλυτα, μιλάνε στη δημοτική γλώσσα, είναι ο κορμός της γλώσσας μας δεν είναι κάτι ξένο, διαβάζεις μια ιστορία και την καταλαβαίνεις. Θεωρώ ότι αυτές οι ιστορίες είναι πολύ κοντά σε εμάς σήμερα.

Σ. Χατζηαγγελάκης: Η επιστροφή στην παράδοση είναι πολύ λογική, γιατί βρίσκουμε μέσο ταύτισης, ρίζες της καταγωγής μας. Πολύ πιο εύκολα θα καταλάβεις και θα κατανοήσεις σε βάθος μέσα σου, στην ψυχή σου, αυτά που αναφέρει ένα παραδοσιακό ποίημα, ένα δημοτικό παραμύθι, παρά ό,τι έχει γράψει ο Σαίξπηρ ας πούμε που ζούσε στην Αγγλία ή οποιοσδήποτε άλλος σπουδαίος συγγραφέας. Άλλος ένας παράγοντας επίσης είναι ότι οι νέες ομάδες δύσκολα ανακάμπτουν οικονομικά, οπότε κάνεις κάτι που θα γεμίσει καλλιτεχνικά το «είναι» σου. Από το να πεις κάτι που έχει πει κάποιος άλλος πολύ μακριά από εσένα, πιο εύκολα θα πεις κάτι που έχει πει κάποιος πολύ πιο κοντά σε εσένα.

Π. Γαβρέλας: Επειδή είμαστε όλη την ώρα έξω από την παράδοση, πάνω από κινητά, μπροστά σε υπολογιστές, στην Αθήνα, υπάρχει η ανάγκη κάπως να συνδεθούμε με το χωριό μας. Αυτές επίσης οι ιστορίες έχουν και πάρα πολύ ενδιαφέρον για το πώς συνδέονται οι παγανιστικές ρίζες τους με τα ιρλανδικά παραμύθια για νεράιδες και ξωτικά και αντιλαμβάνεσαι τελικά ότι πάνω κάτω όλοι οι λαοί τις ίδιες ιστορίες λέμε.. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ακόμα και η σύνδεσή τους με τη θρησκεία, πώς τα παγανιστικά στοιχεία συνδέονται με τα χριστιανικά και έχουμε ας πούμε Χριστούγεννα με τις νεράιδες.

 

Τότε δηλαδή δεν υπήρχε σύγκρουση ιδεών; Οι παλαιότερες εποχές θεωρείτε ευνοούσαν περισσότερο την ελευθερία έκφρασης των καλλιτεχνών;

Π. Παυλίδης: Τότε οι άνθρωποι πίστευαν στο Θεό και στις νεράιδες ταυτόχρονα. Χωρίς σύγκρουση. Δεν μπλέκονταν τα πράγματα. Και οι νεράιδες ακόμα μιλούν για το Θεό σε αυτό το έργο. Ενώ σήμερα δεν μπορείς να πιστέψεις στην επιστήμη και στη θρησκεία ταυτόχρονα.

Eίσαι τα ερεθίσματά σου. Όταν ζεις στο βουνό και ο κόσμος όλος είναι αυτό το βουνό, οι άνθρωποί του, ο Θεός, οι θρύλοι που βγάζει ο νου σου για τις απάτητες πλαγιές, αυτός είναι ο κόσμος που πιστεύεις, δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες. Τώρα έχεις όλες τις πληροφορίες και για να σε μπερδέψουν και για να αποφασίσεις και για να διαλέξεις και για να συγκρουστούν μεταξύ τους.

Α. Κουρκάκη: Οι άνθρωποι πιο παλιά ήταν ευχαριστημένοι με λίγα πράγματα, οι στόχοι τους περιορίζονταν στο να πάνε να ανάψουν ένα κερί στην εκκλησία και να πουν μια προσευχή, δεν υπήρχε μεγάλη πληροφόρηση. Τώρα αυτό δεν γίνεται, όλα τα έχουμε μηδενίσει, δεν πιστεύουμε πουθενά, όλα εξηγούνται υποτίθεται και έχουμε πάει νομίζω δυστυχώς στο άλλο άκρο.

Ν. Παπαδομιχελάκης: Θεωρώ ότι οι μεγάλοι καλλιτέχνες σε όποια εποχή κι αν ζουν περιγράφουν ιστορίες εντάσσοντας μέσα σε αυτές το περιβάλλον, την εποχή τους, αλλά αυτό που μένει στις καλές ιστορίες είναι κάτι διαχρονικό, είναι η ανθρώπινη κατάσταση. Η «Οδύσσεια» του Κιούμπρικ, ας πούμε, μια ταινία της δεκαετίας του ’60, με υπέροχη ιστορία, sci-fi,  επιστημονική, πιστεύω ότι θα στέκει και θα είναι εξαιρετική και μετά από πολλά πολλά χρόνια. Δεν είναι θέμα εποχής, ότι δηλαδή παλαιότερα ήταν καλύτερα τα πράγματα. Τυχαίνει να μιλάμε για καλλιτέχνες οι οποίοι έβλεπαν πέρα από την εποχή τους και άφησαν ιστορίες που έτυχε να διαρκέσουν στο χρόνο. Δεν είναι η εποχή που έκανε αυτούς τους καλλιτέχνες και αυτά τα έργα διαχρονικά. Αν δούμε πίσω από αυτά τα έργα βλέπουμε τον καλλιτέχνη και όχι την εποχή.

 

Αν μπορούσατε να απομονώσετε μια φράση του έργου ποια θα επιλέγατε και γιατί;

Ε. Μακρή: «O Θεός δεν χάνει τους καλούς χριστιανούς.»  Μου κάνει εντύπωση αυτή η φράση. Ίσως λόγω της απόστασης που έχω εγώ από αυτή την πίστη σε μια μεγάλη ιδέα, ό,τι κι αν προυποθέτει αυτό. Μου φαίνεται τρομερό ένας άνθρωπος, όπως είναι η Ζαχαρούλα, η μητέρα της ιστορίας μας, να πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά επειδή είναι Χριστούγεννα.

Α. Κουρκάκη: «Να το κρατάει, να το φυλάει, ποτές να μη το χάσει και δεν θα πάθει τίποτις ο κόσμος να χαλάσει.» Είναι μια φράση από τις μοίρες την ώρα που ευλογούν το παιδί και του αφήνουν το δαχτυλίδι. Αυτή η φράση αφήνει αυτή την αίσθηση που λες ότι κάποιος σε προστατεύει, αν έχεις πίστη μέσα σου, ή αν νιώθεις κάτι τόσο δυνατό, κάποιος σε έχει ευλογήσει.

Πώς αντιλαμβάνεστε την «τύχη» και ποιος ο ρόλος της στις επιλογές που κάνουμε;

X. Κοτταράκου: Είναι σαν να διαλέγουμε τι ψάχνουμε, αλλά δεν διαλέγουμε αν και πώς θα το βρούμε.

Π. Παυλίδης: Πιστεύω πως η τύχη λειτουργεί έτσι ώστε να σου φέρνει τα πράγματα που σε κάνουν μεγαλύτερο άνθρωπο.

Π. Γαβρέλας: Η τύχη απλά θα καθυστερήσει ή θα επισπεύσει μια διαδικασία.

Ν. Ρουστάνη: Μπορεί να σου φέρει πράγματα που εσύ ούτε καν φανταζόσουν  και να αλλάξει το δρόμο σου, τις επιλογές σου.

Α. Κουρκάκη: Άμα κάνεις το καλό θα σου επιστρέψει, ή αντίστοιχα άμα κάνεις το κακό.

Πότε θεωρείται δόκιμη η πράξη της θυσίας;

X. Κοτταράκου: Όταν πλέον δεν ονομάζεται θυσία. Όταν ανταλλάσσεις αυτό που θα έλεγες θυσία με κάτι ανώτερο για σένα.

Πώς επιδρά η φαντασία στο έργο και το θέατρο; Λειτουργεί ως αναλγητικό;

X. Κοτταράκου: Όσον αφορά το έργο, μην έχοντας τη βιωματική εμπειρία, όπως το αντιλαμβάνομαι είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια κατάσταση που πλέον δεν έχεις χρόνο και εμφανίζονται οι βαθύτεροι πόθοι σου, πράγματα που δεν πρόλαβες και πραγματικά θέλεις και απλώνονται και τα εργαλεία που έχεις για να τα πετύχεις κι ένα από αυτά τα εργαλεία είναι και η φαντασία. Θεωρώ πως λειτουργεί περισσότερο σαν ένα εργαλείο πραγματοιποίησης των τελευταίων επιθυμιών σου και όχι τόσο σαν ένα μέσο που απαλύνει τον πόνο του θανάτου.

Σ. Χατζηαγγελάκης: Όσον αφορά το θέατρο, αν το κάνεις με σκοπό να είναι αναλγητικό δεν είναι θέατρο. Μπορεί να «θεραπεύσει» και αυτόν που το κάνει και αυτόν που το βλέπει αλλά μόνο όταν αυτό δεν είναι σκοπός, γιατί αλλιώς γίνεται ψυχανάλυση.

 

Κάτι για το τέλος;

Α. Κουρκάκη: Να πιστεύετε στις νεράιδες! (γέλια)

Ευχαριστούμε πολύ τους C for Circus και τους ευχόμαστε καλή επιτυχία!

Οι φωτογραφίες είναι από τις πρόβες.

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε εδώ