Ας γνωρίσουμε καλύτερα το Trio Petrakis-Lopez-Chemirani

Ας γνωρίσουμε καλύτερα το Trio Petrakis-Lopez-Chemirani

Τρεις εξαιρετικοί μουσικοί, τρεις κουλτούρες, ένα ιδιαίτερο project, το Trio Petrakis-Lopez-Chemirani. Μια καλλιτεχνική συνάντηση, ένα μοίρασμα επιρροών, μουσικών ιδιωμάτων, ηχοχρωμάτων και ρυθμών της Μεσογείου. Ένας αριστοτεχνικός συνδυασμός της κρητικής μουσικής με μεσαιωνικούς ήχους και στοιχεία της περσικής μουσικής παράδοσης. Πρόκειται για τον Στέλιο Πετράκη, Kρητικό συνθέτη και δεξιοτέχνη της λύρας και του λαούτου, τον Efrén López, πολυοργανοπαίκτη (hurdy gurdy, rabab, ούτι , άταστη κιθάρα, kopuz, rabab) και συνθέτη από τη Valencia της Ισπανίας και τον ιρανικής καταγωγής  Bijan Chemirani που παίζει κρουστά (zarb, daff, bendir) τα οποία διδάχτηκε από τον πατέρα του και μεγάλο δάσκαλο του περσικού zarb, Djamshid Chemirani. Με αφορμή την επερχόμενη συναυλία τους στο πλαίσιο του Summer Nostos Festival, μας δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τους δύο από τους τρεις τους -τον Στέλιο Πετράκη και τον Efrén Lopez- και να μάθουμε περισσότερα για τη συνεργασία τους.

Πότε και πώς προέκυψε η μεταξύ σας γνωριμία και ποια ιδέα υπάρχει πίσω από αυτήν τη σύμπραξη;
Σ.Π: Η πρώτη επαφή με το έργο του Efrén López έγινε χάρη στην κοινή μας φίλη, μουσικό Κέλυ Θωμά. Άκουσα τα άλμπουμς των L’Ηam de Foc, του σχήματος που είχε τότε ο Efrén και κατενθουσιάστηκα. Έκτοτε ήμουν φαν, και ανυπομονούσα να τον γνωρίσω. Αυτό έγινε πολύ γρήγορα, καθώς και οι δύο είμαστε άλλοτε μαθητές και άλλοτε δάσκαλοι στα σεμινάρια που διοργανώνει το μουσικό εργαστήρι Λαβύρινθος στο χωριό Χουδέτσι του νομού Ηρακλείου. Eκεί γνωριστήκαμε από κοντά πριν περίπου 12 χρόνια. Στη συνέχεια συμμετείχα σε μια συναυλία των L’Ηam de Foc στην Ισπανία κι ο Efrén συμμετείχε στο δίσκο μου «Ωρίων». Η απόφαση να φτιάξουμε έναν δίσκο -και κατ’ επέκταση ενα σχήμα μαζί- ήρθε αυθόρμητα. Ξεκινήσαμε ούτε λίγο ούτε πολύ, μεταξύ σοβαρού και αστείου -όπως τα περισσότερα όμορφα πράγματα άλλωστε- χωρίς ίχνος πίεσης ή προσδοκίας. Συνθέσαμε κομμάτια κοινού γούστου και μπήκαμε και τα γράψαμε στο στούντιό μου στην Κρήτη. Κάπως έτσι γεννήθηκαν τα «Μαύρα φρούδια», ο πρώτος μας δίσκος πριν οκτώ χρόνια. Με το Bijan η γνωριμία μου ξεκινά λίγο παλιότερα. Ως μέλος του μουσικού σχήματος Λαβύρινθος του Ross Daly, όπου κατα καιρούς φιλοξενούνταν μεγάλοι πρωτομάστορες μουσικοί της Ανατολής, είχα την τύχη να συμπράξω με τον πατέρα του το Djamshid Chemirani και αργότερα και με το μεγάλο αδελφό του Keyvan. Ο μικρότερος αδελφός, ο Bijan, εμφανίστηκε τρίτος στη σειρά, σε κάποιες συναυλίες του Λαβυρίνθου πριν από εικοσι περίπου χρόνια στη μουσική σκηνή Μαγιοπούλα και στο θέατρο του Λυκαβηττού. Μετά από μια δική μου συμμετοχή στο δίσκο του “Eos” και τη δικιά του καταλυτική συμμετοχή στον πρώτο μου δίσκο «Oι δικοί μου φίλοι», ξεκίνησε μια στενή συνεργασία που απαριθμεί δισκογραφικές εκδόσεις και πάμπολλες συμμετοχές σε συναυλίες και σε ανά τον κόσμο projects. Όταν λοιπόν λάβαμε με τον Efrén την απόφαση να προχωρήσουμε σε ηχογραφήσεις, η επιλογή και η πρόσκληση προς το Bijan ήταν αυτονόητη. Kάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Τι ιδιαίτερο -εκτός προφανώς από τις ξεχωριστές μουσικές δεξιότητες του- έχει προσφέρει ο καθένας σας σε αυτήν τη συνεργασία;
Σ.Π.: Στo project αυτό λίγο πολύ αλληλοσυμπληρωνόμαστε.Ο καθένας έχει τα ιδιαίτερα χαρίσματα που λείπουν από τον άλλο -τολμώ να πω- και που όλα τελικώς χρειάζονται. Για παράδειγμα,  ο Efrén είναι πολύ αφοσιωμένος μουσικός ενώ εγώ πολύ πολυάσχολος, ο Efrén είναι εξαιρετικός ηχολήπτης ενώ εγώ έχω ένα πάρα πολύ καλό στούντιο αλλά σχεδόν δεν ξέρω να το χρησιμοποιώ, κ.ο.κ. Σε γενικές γραμμές στο καλλιτεχνικό και το τεχνικό κομμάτι βαραίνει η γνώμη του Efrén και στο οργανωτικό η δικιά μου, χωρίς αυτό να αποκλείει το αντίθετο. Ο Bijan είναι εξαιρετικά ευέλικτος και δεκτικός, χαρίσματα σπάνια για τέτοιου επιπέδου μουσικό, και αφομοιώνει, μετουσιώνει και υλοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις όποιες καλλιτεχνικές παραινέσεις ή απαιτήσεις υπάρχουν, προσθέτοντας το μοναδικό του ευγενικό αλλά ταυτόχρονα δυναμικό παίξιμο.
 


Η μουσική σας πετυχαίνει να βγάζει μια άκρως ατμοσφαιρική, ταξιδιάρικη, αυτοσχεδιαστική αύρα ενώ στην πραγματικότητα είναι προσεκτικά δουλεμένη, εξαιρετικά ώριμη και πατάει γερά σε παραδοσιακούς ρυθμικούς, μελωδικούς και τονικούς δρόμους. Μιλήστε μου για τη διαδικασία της σύνθεσης.
Σ.Π & Ε.L: Από τότε που πήραμε την απόφαση να ξεκινήσουμε κάτι μαζί, ο καθένας από μας προσπαθεί να συνθέσει στο στυλ του άλλου. Να εκμεταλλευτούμε δηλαδή όσο γίνεται τους κοινούς μας τόπους, τα κοινά γούστα και ενδιαφέροντα, και σε επίπεδο ενορχήστρωσης τα όργανα που ο καθένας από εμάς ξέρει να παίζει. Έτσι ο Efrén φέρνει στο πρότζεκτ κομμάτια “alla Petrakis” και ο Στέλιος πιο Efrén-ίστικα. Με τον τρόπο αυτό προκύπτουν και φρέσκιες ιδέες (από τον εκάστοτε συνθέτη), αλλά και βαθιά γνώση του μουσικού στου οποίου το στυλ έχει γράψει ο άλλος. Ο συνδυασμός φρέσκων ιδεών και βαθιάς γνώσης, είναι και το ζητούμενο στη σύγχρονη μουσική δημιουργία -και όχι μόνο-. Εμπνεόμαστε από διάφορα πράγματα, από την ίδια τη μουσική, από γεγονότα, σχέσεις, γνώσεις, βιβλία, ζωγραφικούς πίνακες, από τη μυθολογία, τις θρησκείες, την αρχιτεκτονική, τη φύση κ.λπ. Υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες αναφορές στα ένθετα βιβλιαράκια στα cd μας, όπου εμείς οι ίδιοι περιγράφουμε το πώς προέκυψαν αυτές οι συνθέσεις, τι μας ενέπνευσε, και που ο κάθε ακροατής μπορεί να ψάξει το «πώς και το γιατί». Αφού λοιπόν ο καθένας έχει ακούσει το υλικό του άλλου, βρισκόμαστε και αφομοιώνουμε τα κομμάτια, χωρίς να λείπουν οι μικροαλλαγές, που αφορούν περισσότερο στο ύφος παρά στην ουσία της εκάστοτε σύνθεσης. Στη φάση αυτή της εξοικείωσης, φτιάχνουμε και τις πρώτες δοκιμαστικές εγγραφές που ο καθένας ακούει επεξεργάζεται και προσπαθεί να κάνει κτήμα του. Μόλις ολοκληρωθεί και αυτή φάση, που παίρνει μήνες φυσικά, λέμε ότι είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε τις κανονικές εγγραφές. Σε όλο αυτό το μεγάλο διάστημα, πέφτουν βροχή οι προτάσεις για αλλαγές, διορθώσεις, προσθήκες και βελτιώσεις, γι αυτό και -όπως λέτε- το αποτέλεσμα ακούγεται και ταξιδιάρικο αλλά και καλοδουλεμένο. Τη διαδικασία αυτή, που μπορεί να πάρει από ένα έως δύο χρόνια, την απολαμβάνουμε όσο τίποτε! Για μας εκεί βρίσκεται η μαγεία: στις στιγμές εκείνες που είσαι τόσο ευθυγραμμισμένος με το έργο, που συνεχώς προκύπτουν σχεδόν αβίαστα νέα στοιχεία για να το ομορφύνουν. Μόλις ολοκληρωθουν οι εγγραφές και η μίξη, το έργο είναι έτοιμο να ανοίξει τα φτερά του...

Σύντομα θα παίξετε ζωντανά στην Αθήνα. Τι θα περιλαμβάνει το πρόγραμμά σας;
E.L.: Επειδή δεν εμφανιζόμαστε όσο συχνά θα θέλαμε στην Αθήνα, νομίζω είναι ευκαιρία να παρουσιάσουμε όχι μόνο το τελευταίο μας δίσκο «Ταώς» (2017) αλλά και κάποια από τα κομμάτια που περιέχονται στην προηγουμένη δισκογραφική δουλειά μας τα “Μαύρα φρούδια” (2011). Πρόκειται για δικές μας οργανικές συνθέσεις , οι περισσότερες από τις οποίες είναι επηρεασμένες από διάφορες μουσικές παραδόσεις που αγαπάμε και μελετάμε. Ο Στέλιος παίζει διάφορα είδη λύρας (τις οποίες, παρεμπιπτόντως, κατασκευάζει ο ίδιος), ο Bijan κρουστά (zarb, daff, bendir) και εγώ τα λαουτοειδή έγχορδα (λαούτο κρητικό, σάζι, αφγανικό rabab) και το hurdy gurdy, ή όπως ονομάζεται στα Καταλανικά, viola de roda, ένα συναρπαστικό όργανο μεσαιωνικής καταγωγής.


Νόστος, το όνομα του φεστιβάλ, δηλαδή επιστροφή στην «πατρίδα» . Η νοσταλγία ξεχειλίζει στις μουσικές σας. Που λαχταράτε να «επιστρέψετε»; Ποια είναι η δική σας «πατρίδα» και πως προσδιορίζει την πορεία σας στη ζωή;
Σ.Π. & E.L.: Ερχόμενοι σε επαφή με οποιοδήποτε αληθινό έργο τέχνης η εντύπωση και η εμπειρία αυτή είναι μοναδική, διότι το έργο αντανακλά τα - ή επάνω στα - βιώματα του καθενός μας, που σίγουρα διαφέρουν. Έτσι και οι εντυπώσεις διαφέρουν. Χαιρόμαστε πολύ που οι μουσικές μας σας ξυπνούν το νόστο, ένα από τα πιο αγνά, προσωπικά και ιερά συναισθήματα. Προσωπικά βιώνουμε την καλλιτεχνική δημιουργία αλλά και την εκτέλεση των έργων μας ως μια συνομιλία με το άγνωστο. Ο καθένας το ονομαζει διαφορετικά, ανάλογα τις δικές του καταβολές: άλλος το αποκαλεί ιερό, άλλος μητέρα φύση, άλλος σύμπαν, κ.ο.κ. Εμείς το λέμε απλώς άγνωστο ώστε να περιλάβει και όλες τις υπόλοιπες επιμέρους έννοιες. Αυτή η συνομιλία με το δικό μας άγνωστο είναι η δική μας θρησκευτικότητα, και χαιρόμαστε κάθε φορά που διαπιστώνουμε ότι οι μουσικές που φτιάχνουμε ξυπνούν στους άλλους συν-κοινωνούς παρόμοια ή ανάλογα συναισθήματα. Αυτός είναι όλων μας ο νόστος, η επιστροφή στα ιερά συναισθήματα που εξυψώνουν την ανθρώπινη φύση... Δεν είναι;
Σ.Π: Κάποτε κάποιος διαδικυακός φίλος μου έκανε την πιο κολακευτική αλλά και έγκυρη κριτική λέγοντάς μου: «σε ευχαριστώ που μου ανοίγεις τις πόρτες προς το άγνωστο». Δε χάρηκα τόσο για αυτό που είπε, όσο για το ότι «με κατάλαβε»!

Για το τέλος, μια χαρακτηριστική ερώτηση που μου αρέσει να κάνω στους μουσικούς. Αν ήσασταν μουσικό όργανο, τι θα ήσασταν;
Σ.Π.: Σίγουρα δε θα ήθελα να είμαι κρητικό λαούτο! Παίζεται δυνατά κι επίπονα πολλές φορές για οκτώ και δέκα ώρες και πρέπει να ανταπεξέλθει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κάτω από πραγματικά δύσκολες συνθήκες. Ως οργανοποιός (η δεύτερή μου ιδιότητα) το γνωρίζω καλά. Θα ήθελα να ήμουν νέυ, η λύρα (αν δεν παινέσεις το σπίτι σου...) για να ευφραίνω τις καρδιές όσων με ακούν με τον πιο εύκολο και άμεσο τρόπο, ενώ θα αισθανόμουν την πνοή (νέυ) ή το χάδι (δοξάρι) του εκάστοτε μερακλή παίχτη.

E.L: Νταούλι! Να παιζόμουν, όμως πάντα μακριά από τους ανθρώπους ώστε να μην «ενοχλήσω» ποτέ κανέναν. Μου αρέσει που το νταούλι είναι απλό και άγριο όργανο, δεν είναι φτιαγμένο για να το παίζεις μες το σπίτι, αλλά έξω, στην φύση και σε καταστάσεις γιορτής, αλλά και οργής.

* H ζωντανή εμφάνιση του Petrakis, Lopez, Chemirani Trio θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 20 Ιουνίου στο πλαίσιο του Summer Nostos Festival το οποίο διοργανώνεται και χρηματοδοτείται με αποκλειστική δωρεά από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ). Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ.
*  Ο τελευταίος δίσκος τους με τίτλο “Taos” κυκλοφορεί από την Buda Musique και βραβεύθηκε πρόσφατα με το βραβείο Bestenlisten για το δεύτερο τρίμηνο του 2018 στην κατηγορία «Traditionelle ethnische Musik». Δείτε το βίντεο που ακολουθεί και αναφέρεται στη δημιουργία του άλμπουμ.