Αμαλία Αρσένη: «Δεν απειλεί κανείς τα όνειρά μου, γιατί είναι δικά μου.»

Αμαλία Αρσένη: «Δεν απειλεί κανείς τα όνειρά μου, γιατί είναι δικά μου.»

Ήταν ένα φθινοπωρινό πρωινό όταν συναντήσαμε την Αμαλία Αρσένη κάπου στο κέντρο, για να μιλήσουμε για την πρώτη της δουλειά σε ταινία μεγάλου μήκους, τη ταινία Ρισάλτο του Βασίλη Βαφέα. Εμείς απολαύσαμε τη συζήτηση μαζί της, σειρά σας τώρα!

Σε ποια ηλικία σου μπήκε το μικρόβιο του ηθοποιού;

Το μικρόβιο μου μπήκε σε πολύ μικρή ηλικία, νομίζω ήταν στο νηπιαγωγείο, όταν σε κάποια χριστουγεννιάτικη παιδική παράσταση, αποφάσισα ότι θέλω να παίξω την Παναγία και να είμαι πρωταγωνίστρια. Οπότε μπήκε κάπως λανθασμένα το μικρόβιο, ότι θέλω να είμαι λίγο η ντίβα. Αλλά αυτή η ιδέα έφυγε στην πορεία γιατί στην οικογένειά μου υπήρχαν πολλοί ηθοποιοί και γι' αυτό πήγαινα στο θέατρο από πολύ μικρή, οπότε κατάλαβα ότι υπήρχε κάτι μαγικό που μου άρεσε και δεν ήταν μόνο το θέαμα κι ότι όλοι με κοιτάνε, αλλά ότι υπάρχει και κάτι πολύ όμορφο εκεί, το ότι λες παραμύθια το ότι λες μια ιστορία, το ότι μοιράζεσαι κάτι.

Απ' ότι καταλαβαίνω έχεις μεγαλώσει στο θέατρο. Σου έχει μείνει κάποια δυνατή ανάμνηση από κάποια παράσταση, από τα παιδικά σου χρόνια;

Θυμάμαι μια παράσταση της ερασιτεχνικής ομάδας του Παντείου που είχε σκηνοθετήσει η θεία μου η Κίττυ Αρσένη, ήταν ο Κύκλος με την Κιμωλία του Μπρεχτ. Ήταν η πρώτη φορά που είδα Μπρεχτ και είχα αγαπήσει πάρα πολύ αυτό τον συγγραφέα. Είχα πει ότι κάποια μέρα στη ζωή μου θέλω να παίξω σε έργο του και να που ήρθε η ώρα.

Εσύ ασχολείσαι καθόλου με ερασιτεχνικές ομάδες;

Ναι, έχω κι αυτό το κοινό, ότι ξεκίνησα από μια ομάδα στο σχολείο, που ήταν ο θεατρικός μας όμιλος και μετά, με την ίδια ομάδα, προχωρήσαμε και κάναμε παραστάσεις με μετανάστες και με ομάδες που ήταν μειονότητες, θέλοντας να κάνουμε πολιτικό θέατρο χωρίς αυτό να είναι διδακτικό, να είναι ένα θέατρο που να αφορά την Αθήνα σήμερα. Αυτό ήταν πριν 4-5 χρόνια. Κάναμε τον Πλούτο του Αριστοφάνη περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Ήταν μεγάλο στοίχημα να πας στην Κομοτηνή, στη Δράμα και στην Ξάνθη με ανθρώπους που ήταν δακτυλοδεικτούμενοι τότε.

 

Το Ρισάλτο είναι η πρώτη σου ταινία μεγάλου μήκους. Πώς ήταν η εμπειρία των γυρισμάτων;

Ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο καλοκαίρι αυτό των γυρισμάτων, δηλαδή αυτό που πέρασε. Με είχε δει ο κύριος Βαφέας στην πρώτη παράσταση που είχα παίξει, στο θέατρο του Νέου Κόσμου και τέσσερα χρόνια, απ' ότι μου είπε, δούλευε το σενάριο και με είχε υπόψιν του για αυτό το ρόλο, το ρόλο της Καίτης. Έπεσα σε εξαιρετικά χέρια, δεν θα μπορούσα να πέσω σε καλύτερα από άποψη σκηνοθεσίας αλλά και παραγωγής, ανθρώπων και ηθοποιών. Ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο καλοκαίρι και δεν το μετάνιωσα που το καλοκαίρι μου δούλευα.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον κύριο Βαφέα;

Ο κύριος Βαφέας είναι ένας πάρα πολύ γλυκός άνθρωπος, που αγαπάει πάρα πολύ τον ηθοποιό και είναι ιδιαίτερος, είναι έντονος, έχει πάθος, έχει μια τρέλα, αλλά είναι όλα σε ένα επίπεδο και με μια ποιότητα ενός ανθρώπου, που αγαπάει αυτό που κάνει και αγαπάει τον άνθρωπο που έχει απέναντί του. Δεν θα σε ζορίσει ποτέ, θα σε αφήσει ελεύθερο να αυτοσχεδιάσεις, που είναι ότι πιο ωραίο για έναν ηθοποιό. Επίσης, μου άρεσε πολύ που στη διάρκεια των γυρισμάτων, πολλά πράγματα που εμείς τα θεωρούσαμε πρόβες, τα τραβούσε κανονικά και τα χρησιμοποίησε απ' ότι είπε. Έχει ένα χαρακτήρα πιο αυθόρμητο, πιο χειροπιαστό, που φαίνεται σε όλες του τις ταινίες. Συλλαμβάνει τη στιγμή. Για παράδειγμα, μπορεί να έβλεπε έναν άνθρωπο να διασχίζει το γύρισμα και να του άρεσε σαν εικόνα, οπότε τον σταματούσε και τον ρωτούσε αν ήθελε να συμμετάσχει στο γύρισμα. Αυτό το κάνανε πολύ στο γαλλικό κινηματογράφο. Υπήρχε αυτό το "της στιγμής" το οποίο είναι πολύ ωραίο και σε έχει σε εγρήγορση. Δεν δουλεύουν έτσι τα πράγματα πια, απ' ότι έχω καταλάβει, είναι όλα πιο βιομηχανοποιημένα. Το να υπάρχει αυτός ο καλλιτεχνικός οργασμός, το να κάνεις κάτι και να παθιάζεσαι και κάθε μέρα να είναι κάτι καινούριο, δεν το συναντάς. Είναι μια ποιότητα που είχαν οι σκηνοθέτες οι παλιότεροι.

Πού θεωρείς ότι σε βοήθησε περισσότερο; Υπήρξε κάτι πολύ σημαντικό που σου επισήμανε για τον τρόπο που παίζεις;

Ναι, υπήρχε κάτι πολύ συγκεκριμένο,το οποίο έχει να κάνει με το βλέμμα. Εγώ γνώριζα πως στον κινηματογράφο, ο τρόπος που παίζει ένας ηθοποιός δεν είναι εξωτερικός, αλλά πολύ εσωτερικός. Όπως είχε πει και η Στέλλα Άντλερ, ενώ στο θέατρο ουσιαστικά αυτό που κάνεις σαν υποκριτικό κώδικα, αυτό που παίζεις, είναι μια πράξη, στον κινηματογράφο, είναι μια σκέψη, γιατί μια σκέψη αρκεί για να γράψει στο φακό. Με αυτή τη φιλοσοφία είχα πάει και σε εκείνο το γύρισμα που ο κύριος Βαφέας μου έδειξε το πώς το η κόρη του ματιού, κυριολεκτικά, μπορεί να παίξει πάνω στην κάμερα, δηλαδή πώς οι μικρές και απλές μετακινήσεις της, είναι αρκετές για να γράψουν στο φακό. Πολύ λεπτομέρεια αλλά ήταν κάτι πολύ συγκεκριμένο που μου έμαθε "όταν κάνεις αυτό σημαίνει αυτό, όταν κάνεις εκείνο, σημαίνει εκείνο".

Ανεξάρτητα από την εσωτερικότητα του κινηματογράφου και την εξωτερικότητα του θεάτρου, ποια είναι για εσένα, σύμφωνα με το προσωπικό σου βίωμα, η βασική διαφορά αυτών των δύο χώρων;

Γενικά εγώ πίστευα ότι δεν θα μου αρέσει να παίξω σε ταινία. Θεωρούσα ότι χάνεται η μαγεία της στιγμής, επειδή υπάρχουν πάρα πολλές τεχνικές δυσκολίες και διακοπές με το φως, με τις σκιές ή επειδή πρέπει να γίνει μια λήψη πολλές φορές, το οποίο ισχύει εν μέρη. Δεν υπάρχει η αίσθηση του θεάτρου, που ό,τι κάνεις θα πεθάνει σε μια στιγμή, γιατί στον κινηματογράφο έχεις την πολυτέλεια της επανάληψης. Ωστόσο, πέρα από την εσωτερικότητα, στον κινηματογράφο υπάρχει πραγματικά η αίσθηση ότι αυτό που κάνεις είναι ζωή, έχει να κάνει με την καθημερινότητα μας. Συνήθως στο θέατρο, τα έργα που παίζουμε, αντικατοπτρίζουν ένα slice of life, μια φέτα ζωής, δηλαδή μια συγκεκριμένη στιγμή ή μια μέρα που είναι σημαντική για τους ήρωες, μια μέρα που κάτι έχει γίνει. Το θέατρο είναι πιο συγκεκριμένο και στιγμιαίο και πεθαίνει, ενώ ο κινηματογράφος έχει μια ροή η οποία μπορεί να συνεχίσει, έχει μια διάρκεια. Αυτό μου κάνει και μια διαφορά υποκριτκή. Είναι το καλό που ανακάλυψα εγώ.

Υπήρχε κάτι συγκεκριμένο που σε δυσκόλεψε σχετικά με το τι συνήθιζες να κάνεις στο θέατρο το οποίο έπρεπε να κάνεις διαφορετικά μπροστά από το φακό;

Οι αποστάσεις. Έχει να κάνει με αυτή την απαίτηση, ότι πρέπει να είναι πολύ πιο αληθοφανές το παίξιμο γιατί είναι πιο κοντά σου η κάμερα. Στο θέατρο ξεκινάμε από κάτι εσωτερικό αλλά μετά, επειδή έχεις ένα κοινό, αναγκαστικά το ανοίγεις, ειδικά όταν παίζεις σε ένα μεγάλο θέατρο. Εντάξει, υπάρχουν και θέατρα μικρά, black box, που είναι μια άλλη συνθήκη, αλλά παραδοσιακά αυτό συμβαίνει, οπότε θα έλεγα ότι ήταν αυτή η μεγαλύτερή μου δυσκολία.

Τώρα που ανέφερες τα θέατρα τα μικρά και τα μεγάλα, ποια είναι η προτίμησή σου; Τι σε γοητεύει περισσότερο;

Τα μικρά. Μου αρέσουν όλα, αλλά έχει να κάνει με το πώς ξεκινάει κανείς. Εγώ ξεκίνησα με μικρές ομάδες, που κάναμε θέατρο σε δωμάτια πολυκατοικιών και πηγαίναμε σε περιοδείες σε μικρούς χώρους. Το θέατρο που ξεκίνησα, που είναι και το θέατρο της καρδιάς μου, είναι το θέατρο του Νέου Κόσμου. Είναι συγκεκριμένες όλες του οι σκηνές, ακόμα και η μεγάλη του σκηνή είναι περιορισμένη, δεν είναι, ας πούμε, σαν το ΡΕΞ. Έχουν μια άλλη γοητεία οι μεγάλες σκηνές, σε πιάνει ένα δέος και σου προσφέρουν πολλές δυνατότητες σε τεχνικά θέματα, αλλά εμένα μου αρέσει η αίσθηση του να μην υπάρχει ο τέταρτος τοίχος, δηλαδή η απόσταση που σε χωρίζει από το κοινό. Μου αρέσει να υπάρχει μια επαφή με το κοινό γιατί είναι αυτή και η άποψή μου γενικά για την τέχνη. Πρέπει να κάνουμε πράγματα που να αφορούν το κοινό και όταν φεύγει να τα παίρνει μαζί του.

Θα μου πεις λίγα λόγια για την ταινία γενικότερα και πιο συγκεκριμένα για τον ρόλο σου;

Δύσκολη ερώτηση γιατί με τον Βασίλη το Βαφέα δεν μπορείς να ξέρεις. Εγώ υποδύομαι την Καίτη, μια νέα κοπέλα που ζει στην Αθήνα σήμερα. Είναι λίγο σουρεαλιστικό το σκηνικό, δηλαδή μπορεί να λαμβάνει χώρα στο μέλλον, δεν είναι απαραίτητο να διαδραματίζεται στο σήμερα, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι μιλάμε για την Ελλάδα του σήμερα. Πρόκειται για μια κοπέλα που ερωτεύεται (ερωτεύεται; δεν ξέρουμε...) έναν νέο σκηνοθέτη, τον οποίο υποδύεται ο Νίκος ο Πουρσανίδης. Γίνεται ένα πραξικόπημα το οποίο έχει και αναφορές του παρελθόντος και αρχίζουν να κυνηγάνε τον Άρη, τον σκηνοθέτη, αλλά πάντα καταφέρνει να ξεφεύγει, πολλές φορές με τη δική μου βοήθεια. Γενικά, έχω έναν ρόλο που δεν είναι πολύ καλός απέναντι του. Η Καίτη είναι η πέτρα του σκανδάλου, αλλάζει πάρα πολύ στόχους μες στο έργο. Υπάρχει πολύ και η ιδέα του ονείρου στην ταινία, σαν μια παρένθεση για την προσωπική και την κοινωνική αγωνία. Υπάρχει γενικότερα μια αγωνία για την ύπαρξη σήμερα.

Ποιο ήταν για σένα το πιο απαιτητικό γύρισμα;

Το πιο δύσκολο ήταν το δεύτερο γύρισμα. Η ώρα ήταν δύο το πρωί, φορούσα φόρεμα και παπούτσια και έπρεπε να πέσω από ένα βράχο στη θάλασσα και να πνιγώ. Είχα πιστέψει ότι θα είμαι πολύ θαρραλέα και δεν θα φοβηθώ, αλλά εκείνη την ώρα που συνειδητοποίησα ότι όλο το συνεργείο είναι μακριά κι εγώ είμαι μέσα στη θάλασσα μες στο σκοτάδι, νόμιζα ότι θα πνιγώ πραγματικά. Αλλά ήτανε όντως όλοι δίπλα μου, οπότε ήταν στιγμιαίο το σοκ. Ήταν η ιδέα ότι ήμουν μόνη μου και δεν μπορούσα να φωνάξω, γιατί επρόκειτο για δουλειά. Ήταν φοβερό, ήταν πολύ ωραίο όμως. Έπαιξα με τα όριά μου σε αυτό το σημείο. Πολύ ωραίο ήταν!

 

Ο σκηνοθέτης επέλεξε τη δικτατορία για να μιλήσει για θέματα ελευθερίας.Ποια είναι η άποψη σου για την ελευθερία των σύγχρονων ανθρώπων, για το κατά πόσο είμαστε και νιώθουμε ελεύθεροι;

Θεωρώ ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Θεωρώ ότι υπάρχει λογοκρισία. Οι άνθρωποι κρίνουν αυστηρά και με τα δικά τους μέτρα και σταθμά. Δεν σκεφτόμαστε όλοι το ίδιο, αλλά κρίνουμε τον διπλανό μας θεωρώντας αυτονόητο ότι σκέφτεται σαν εμάς. Όμως η ελευθερία, πιστεύω ότι ξεκινάει από μέσα μας και δεν νομίζω ότι θέλουμε όλοι να την αποκτήσουμε. Οι άνθρωποι φοβόμαστε την απόλυτη ελευθερία, γιατί είναι κάτι άγνωστο. Όταν έχουμε τα κουτάκια και τους κανόνες , ξέρουμε ότι μέχρι εκεί μπορούμε να πάμε και κοιμόμαστε ήσυχοι το βράδυ, γιατί η απόλυτη ελευθερία μπορεί για κάποιους να είναι το χάος. Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω για την ελευθερία σε επίπεδο κοινωνίας, γιατί είναι κάτι πολύ προσωπικό. Σημασία έχει τι κάνει ο καθένας και πως διεκδικεί τη δική του προσωπική ελευθερία.

Ποια είναι η δική σου προσωπική ελευθερία;

Δεν ξέρω, το ψάχνω. Με απασχολεί πολύ γενικώς. Θα έλεγα ότι η ελευθερία μου είναι το να αισθάνομαι δημιουργική, να αισθάνομαι αποτελεσματική. Δεν μπορώ την αδράνεια. Η ελευθερία μου είναι να μπορώ να κάνω αυτά που θέλω και όταν θέλω κι αυτό σημαίνει να μπορώ να λέω όχι. Πολλές φορές ελευθερία δεν είναι να μπορούμε να λέμε ναι, αλλά να λέμε όχι. Δηλαδή θα ήθελα να λέω περισσότερα όχι στη ζωή μου, να βάζω περισσότερα όρια.

'Ενιωσες ποτέ ότι απειλούνται τα όνειρά σου;

Όχι. Γιατί είναι δικά μου. Δεν τα απειλεί κανείς. Αν τα απειλούσε κάποιος θα ήταν ο εαυτός μου και αυτός δεν τα απείλησε ποτέ. Δεν μπορεί κάποιος να απειλήσει κάτι δικό μου, κάτι τόσο προσωπικό. Δεν θα το επέτρεπα. Αυτά που είναι τα πραγματικά μας όνειρα, είναι τόσο δικά μας που δεν μπορούν εύκολα να καταρριφθούν, υπάρχουν πάντα.

Πού θα σε δούμε φέτος;

Είμαι στο Εθνικό Θέατρο όπου κάνουμε το Γαλιλαίο, του Μπρεχτ, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και, από τον Φεβρουάριο, θα είμαι σε δυο παραστάσεις και οι δυο σε σκηνοθεσία της Λίλη Μελεμέ, η μία είναι ο Ορλάντο, που θα υποδυθώ τον Ορλάντο, της Βιρτζίνια Γουλφ, και η άλλη το Δεσποινίς Τζούλια, του Στρίντμπεργκ.