Αγ. Οικονόμου, Πέγκυ Τρικαλιώτη και Γ. Παπαγεωργίου μας μιλούν για τη «Δύναμη του Σκότους»

Αγ. Οικονόμου, Πέγκυ Τρικαλιώτη και Γ. Παπαγεωργίου μας μιλούν για τη «Δύναμη του Σκότους»

Η νέα δουλειά της ομάδας Νάμα έρχεται στο Σύγχρονο θέατρο, με ένα έργο του Τολστόι και με ένα εξαιρετικό θίασο ηθοποιών και συντελεστών. Ακολουθεί μια συζήτηση μεταξύ τριών εκ των πρωταγωνιστών, που προμηνύει ότι η παράσταση θα είναι μια από τις καλύτερες της χρονιάς. «Διαβάστε» τη Ματριόνα (Αγορίτα Οικονόμου), την Ανίσια (Πέγκυ Τρικαλιώτη) και το Νικήτα (Γιώργο Παπαγεωργίου), αλλά για να ξεκλειδώσετε τα μυστικά και τα εγκλήματα του χωριού αυτού, περάστε από το Σύγχρονο θέατρο! 

 

ΑΓΟΡΙΤΣΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ:

Εμπεριέχει πάρα πολλά πράγματα αυτός ο ρόλος. Καταρχάς ο Τολστόι έχει δώσει ένα αριστουργηματικό θεατρικό έργο, εμπνευσμένο από πραγματική ιστορία, η οποία συνέβη σε ένα χωριό κοντά στην επαρχία όπου έμενε. Αυτό που θα δούμε στην ουσία έχει να κάνει με μια τομή στην ανθρώπινη ύπαρξη. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα χωριό, μακριά από το αστικό τοπίο, με ανθρώπους της επαρχίας, απαίδευτους, άλλοι είναι καλής οικονομικής κατάστασης, άλλοι είναι φτωχοί, άλλοι πάμπτωχοι.

Το έργο όμως «παίζει» με τα όρια της ανθρώπινης φύσης. Είναι αυτό που αναρωτιόμαστε συχνά «μέχρι που μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος;»

Εγώ κάνω το καλύτερο κορίτσι του κόσμου (γέλια). Υποδύομαι μια γυναίκα αδίστακτη, τη μητέρα του Νικήτα (Γιώργος Παπαγεωργίου), τη Ματριόνα. Είναι μια γυναίκα ακραία. Ουσιαστικά η ζωή σου φέρνει τα πράγματα με ένα τρόπο. Τι θέση παίρνεις απέναντι σε αυτά; Πώς τα αντιμετωπίζεις; Πώς στέκεσαι; Εγώ αυτό που κάνω είναι να σώσω το τομάρι μου με οποιοδήποτε κόστος. Είναι ένα πάρα πολύ σκληρό έργο. Αυτό που βέβαια που εμένα με έχει κερδίσει περισσότερο, αν αναλογιστούμε ότι είναι ένα έργο γραμμένο το 1886, είναι το χιούμορ που έχει. Όλοι είναι πολύ κανονικοί άνθρωποι. Η Ματριόνα είναι μια κανονική γυναίκα και έχει πολλή πλάκα.

Ο Τολστόι τη δύσκολη/φρικτή πλευρά των ηρώων τη διαχειρίζεται με βάση το εξής: είμαστε και έτσι οι άνθρωποι. Ο Όσκαρ Ουάιλντ έχει πει: «όλοι βρισκόμαστε μες στον υπόνομο, κάποιοι από εμάς όμως βλέπουν τα αστέρια». Οι άνθρωποι περιέχουμε και το καλό και το κακό. Στη δύσκολη στιγμή, την ώρα που πρέπει να παρθεί μια απόφαση, κάποιοι επιλέγουν το απόλυτο έγκλημα…

 

ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ:

Ο Νικήτας είναι ένας νεαρός μουζίκος.

ΠΕΓΚΥ ΤΡΙΚΑΛΙΩΤΗ: Μουζίκοι είναι οι άνθρωποι, στους οποίους δόθηκαν κομμάτια γης. Εκείνοι δεν είχαν τίποτα, δεν είχαν περιουσία/γη. Δούλευαν σε άλλους. Και τους μοίρασε η τότε Ρωσία μικρά κομμάτια γης, για να τα δουλεύουν.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Αυτός είμαι λοιπόν! Δουλεύω στο κτήμα του Πιοτρ Ιγνάτιτς, που είναι παντρεμένος με την Ανίσια (Πέγκυ Τρικαλιώτη), μητέρα μου είναι η Ματριόνα. Είναι ένας χαρακτήρας που ξεκινάει από μια ανεμελιά και μια εφηβική διάθεση για τη ζωή. Δε λογαριάζει με ποιες και πόσες γυναίκες συνάπτει ερωτικές σχέσεις. Είναι πολύ επιπόλαιος, τα πάντα στη ζωή του έρχονται εύκολα, χωρίς να το αντιληφθεί σχεδιάζονται πράγματα για αυτόν, στα οποία συναινεί. Οι καταστάσεις αρχίζουν και τυλίγονται γύρω του σα κουβάρι, χωρίς να έχει ο ίδιος αντίληψη αυτών.

Παρόλο που είναι ο χαρακτήρας που διαπράττει ένα φρικιαστικό έγκλημα μέσα στο έργο, δε θεωρώ ότι είναι ένας κακός χαρακτήρας. Παρασύρεται σε αυτό το έγκλημα, τον οδηγούν αυτές οι δυο που έχω δίπλα μου (γέλια).

ΠΕΓΚΥ: Μια επιλογή κάνει. Σιγά μην παρασύρεται. Έχει να επιλέξει και φοβάται να κάνει το καλό και πάει προς το κακό. Όλο μας το έργο έχει να κάνει με τις επιλογές που κάνουμε. Προς τα που θα πάμε.

Και όπως καταλαβαίνω δεν πάει προς το καλό κανένας ήρωας.

ΑΓΟΡΙΤΣΑ: Οι περισσότεροι. Υπάρχουν όμως και φωτεινοί χαρακτήρες.

ΠΕΓΚΥ: Και ο Νικήτας στο τέλος με ένα τρόπο σώζεται.

ΑΓΟΡΙΤΣΑ: Φωτεινός άνθρωπος είναι ο πατέρας ας πούμε. Υπάρχει και ακούγεται και η άλλη φωνή. Ο πατέρας είναι ο δρόμος του Θεού, αλλά με μια δική του σχέση με το θείο, μια εσωτερικότητα. Είναι η φωνή της καλοσύνης και της αλήθειας.

 

ΠΕΓΚΥ ΤΡΙΚΑΛΙΩΤΗ:

Εγώ είμαι η γυναίκα του γαιοκτήμονα, πολύ εγκλωβισμένη μέσα σε ένα γάμο που δεν ήθελα. Ο άντρας μου έχει μια κόρη από προηγούμενο γάμο και έχω κι εγώ μια κόρη μαζί του. Η μοναδική χαρά που έχει η Ανίσια είναι ο έρωτάς της προς το Νικήτα. Τον ερωτεύεται παράφορα, αλλά όχι υγιώς, παρά με μια αδιανόητη εμμονή, η οποία τη φτάνει στα άκρα. Και για εκείνη έρχεται η στιγμή που πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε μια εγκληματική πράξη ή όχι για να τον έχει και προκειμένου να μην τον χάσει διαλέγει την εγκληματική πράξη. Στην ουσία εκείνη «σκαρφίζεται» όλο το σχέδιο. Κάνει την πρώτη πράξη, η οποία ξετυλίγει ένα κουβάρι, το οποίο δύσκολα μαζεύεται.

ΑΓΟΡΙΤΣΑ: Είναι μια δίνη η όλη ιστορία, η οποία τους παρασύρει όλους και κλείνει μόνο όταν κάνει την τομή ο Νικήτας.

ΠΕΓΚΥ: Ο Νικήτας σπάει αυτόν το φαύλο κύκλο, προσωπικά ο ίδιος. Κάποια στιγμή βλέπει το φως. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν…

Ποια είναι η δυσκολία για εσάς να πραγματευτείτε ένα τόσο σκληρό έργο;

ΓΙΩΡΓΟΣ: Προσωπικά μιλώντας, εγώ πλέον το αντιλαμβάνομαι σωματικά. Τελειώνοντας τις πρόβες και τα περάσματα είμαι ένα ψυχολογικό κουρέλι. Πονάει όλο μου το σώμα, η φωνή μου, τα πάντα. Αλλά επειδή η διαδρομή που κάνει η παράσταση σε καθαρίζει σαν ηθοποιό, εν τέλει φεύγεις πιο ανάλαφρος, παρότι βαρύς. Αυτό έχω την εντύπωση ότι θα συμβεί και στον κόσμο.

ΑΓΟΡΙΤΣΑ: Εγώ θα είμαι ευτυχής αν το βράδυ που θα φύγει ο θεατής θα αφιερώσει λίγο χρόνο να το σκεφτεί. Είναι δύσκολο για κάποιον να ταυτιστεί, παρόλο που μπορεί μέσα του να αντιλαμβάνεται την αλήθεια, αλλά δύσκολα θα το παραδεχτεί.

ΓΙΩΡΓΟΣ: Ο θεατής πρόκειται να δει ένα βαρύ θέμα, αλλά ο τρόπος που παρουσιάζεται και από το έργο και από εμάς δεν είναι ένα σκοτεινό και δύσκολο πράγμα. Έχει και πολύ χιούμορ η παράσταση. Και είναι μέσα σε άλλα και η χαρά του ηθοποιού αυτή η δουλειά. Είμαστε όλοι μαζί επί σκηνής, βοηθάμε ο ένας τον άλλο, φτιάχνουμε μαζί τους χώρους μας!

ΑΓΟΡΙΤΣΑ: Το αριστοτεχνικό στον Τολστόι είναι ότι όλο αυτό το αποδίδει με μια ελαφράδα, μέσα από χιούμορ και μια κανονικότητα. Δεν παρακολουθείς κάτι βαρύ και ασήκωτο.

ΠΕΓΚΥ: Ήταν εδώ σήμερα ο Τάκης Σπυριδάκης και μας είδε και είπε στο τέλος: «Είναι σαν ένα παραμύθι μόνο που δεν είναι για παιδιά». Κι εγώ αυτήν την αίσθηση έχω, ότι είναι ένα όνειρο…

Εν τέλει ο άνθρωπος αλλάζει, αναδιαμορφώνει πράγματα του χαρακτήρα με το πέρασμα του χρόνου;

ΑΓΟΡΙΤΣΑ: Εγώ πιστεύω ότι ο άνθρωπος αν το θέλει και το πιστεύει αλλάζει. Δεν είμαι της άποψης ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Ο άνθρωπος αν θέλει εκπαιδεύεται.

ΠΕΓΚΥ: Ο μόνος τρόπος για να μετατοπιστείς είναι να αλλάξεις μέσα σου και με αυτόν τον τρόπο αλλάζουν τα πάντα γύρω σου.

Ποιο απόσπασμα του έργου θα έλεγε ο κάθε χαρακτήρας και σε ποιο σημείο της πόλης;

ΓΙΩΡΓΟΣ: Εγώ θα πήγαινα σε όλες τις κοπέλες, στα μπαρ στο Γκάζι, με το βαμμένο νύχι, που κάνουν check in και θα τους έλεγα «Γυναίκες, μαλλιά κουβάρια γίναμε. Τις αγαπώ αλλά ούτε ένα παιχνιδάκι τόσο δα δε σηκώνουν». (γέλια)

ΠΕΓΚΥ: Θα πήγαινα στην Τρούμπα, εκεί όπου γυρίστηκαν τα Κόκκινα Φανάρια και θα έλεγα «Νικήτα, αν με αφήσεις δεν ξέρω κι εγώ τι θα κάνω, θα σκοτωθώ» (σπαρακτικά το είπε αυτό, έπρεπε να βιντεοσκοπήσω).

ΑΓΟΡΙΤΣΑ: Η Ματριόνα θα πήγαινε στον υπόνομο, στο πιο βαθύ, ανήλιαγο, σκοτεινό σημείο της πόλης και θα έλεγε «Δε γίνεται αλλιώς, έτσι πρέπει να γίνει».

Ευχαριστώ πολύ και τους τρεις για την παραχώρηση της συνέντευξης, εν μέσω περασμάτων και εξουθενωτικών ρυθμών! Είναι υπέροχοι και χάρηκα που «έκλεψα» μια στιγμή από το χρόνο τους για να τους γνωρίσουμε και να μάθουμε περισσότερα για το έργο!

Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση εδώ