Ο «Βασιλιάς Στέφανος» και η Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν

Ο «Βασιλιάς Στέφανος» και η Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν

Όποιος έχει δει τον Κέβιν Κλάιν στη «σκηνή του αρχιμουσικού» από την Εκλογή της Σόφι (1982) έχει καταλάβει ποια είναι η θέση της Ενάτης Συμφωνίας του Μπετόβεν όχι μόνο στην ιστορία της μουσικής, αλλά και στο φαντασιακό των φιλόμουσων. Δεν ήταν περίεργο που την Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015 το κοινό είχε γεμίσει το Μέγαρο Μουσικής για να ακούσει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών να την ερμηνεύει, σε μουσική διεύθυνση του καλλιτεχνικού διευθυντή της, Στέφανου Τσιαλή.

Πρόκειται για έργο με τεράστια μουσική και ιστορική σημασία. Σε μουσικό επίπεδο, εκτείνει τις δυνατότητες της συμφωνίας σε πρωτόφαντα για την εποχή όρια, ενσωματώνοντας στο τέταρτο μέρος μονωδούς και χορωδία που τραγουδούν την
«Ωδή στη Χαρά» του γερμανού ποιητή Φρήντριχ Σίλλερ, έργο του 1785. Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο Μπετόβεν με την δύναμη της μουσικής του επαναφέρει στα 1824, δηλαδή μετά την βίαιη εμπειρία της γαλλικής επανάστασης του 1789, των ναπολεόντειων πολέμων, και της παλινόρθωσης του 1815, το ελπιδοφόρο αίτημα του διαφωτισμού ότι «όλοι οι άνθρωποι θα είναι αδέλφια».

Η βραδιά άνοιξε με την ορχηστρική εισαγωγή «Βασιλιάς Στέφανος», επίσης του Μπετόβεν, το οποίο ο αρχιμουσικός επέλεξε με κριτήριο… ονόματος. Μάλιστα εμφανίστηκε στη σκηνή με μια εντυπωσιακή ανθοδέσμη, όχι για τον εαυτό του (άλλωστε του Αγίου Στεφάνου αργεί λίγες μέρες ακόμα), αλλά για να την προσφέρει σε ένα μέλος της ορχήστρας που έπαιζε για τελευταία φορά, πριν συνταξιοδοτηθεί. Η ερμηνεία τους ήταν ευχάριστη, αν και θα μπορούσε να είναι περισσότερη δουλεμένη. Αντίθετα η 9η συμφωνία ακούστηκε από τον πρώτο φθόγγο προετοιμασμένη καλά.

Τα μικροπροβλήματα συγχρονισμού που είχαμε ακούσει στην προηγούμενη ερμηνεία του ίδιου έργου από την ΚΟΑ, τον Φεβρουάριο του 2014, τώρα εξέλιπαν. Τα έγχορδα είχαν από τη αρχή μια πολύ καλή παρουσία, που κορυφώθηκε στο τέταρτο μέρος, στην παρουσίαση του θέματος «της χαράς» από τα τσέλα και τα μπάσα. Τα πνευστά δεν ξεκίνησαν όλα με την ίδια αυτοπεποίθηση, αλλά γρήγορα είχαν όλα ζεσταθεί και η ορχήστρα έβγαλε ήχο στρογγυλό και ομογενή, πραγματώνοντας τις εκλεπτυσμένες οδηγίες φραστικής του αρχιμουσικού.

Οι ερμηνευτικές επιλογές του Στέφανου Τσιαλή ήταν επιτυχημένες, ευπρόσδεκτα παραδοσιακές επί το πλείστον, και με έμφαση στην πολύ φροντισμένη φραστική. Η θεματική επεξεργασία του συνθέτη ήταν ευδιάκριτη, χωρίς όμως να γίνεται αυτοσκοπός, αλλά όχημα για την έκφραση ενός μουσικού δράματος, που αποδόθηκε με ένταση, έστω κι αν με μικρές στιγμές αμηχανίας. Οι ταχύτητες ήταν γενικά γρήγορες, με αποτέλεσμα η ρυθμική αντίθεση του δεύτερου μέρους «σκέρτσο» προς το πρώτο και τρίτο να είναι λιγότερο έντονη από ό,τι συνήθως, αλλά ως ερμηνεία ήταν απολύτως πειστική. Ειδικά το τρίτο μέρος είχε έναν ωραίο «βατό»  χαρακτήρα, που δικαίωνε  την ρυθμική οδηγία «cantabile» (σαν τραγούδι), πράγμα στο οποίο βοήθησε και η πολύ ωραία φραστική και η συνολική ομοιογένεια της ορχήστρας.

Στο τέταρτο μέρος, και ειδικότερα στο β΄ μισό, ο εμβατηριακός ρυθμός, οδήγησε με παλμό το έργο στην μεγαλειώδη του κατάληξη. Πολύ καλές αποδείχθηκαν εδώ η Χορωδία της ΕΡΤ (διδασκαλία Νατάσσα Αγγελοπούλου) και η Χορωδία των μουσικών συνόλων του Δήμου Αθηναίων (διδασκαλία Σταύρος Μπερής). Τα δύο σύνολα ήταν πλήρως ομογενοποιημένα και απέδωσαν το κείμενο με ενθουσιασμό και ακρίβεια, χωρίς εμφανείς αδυναμίες.

Από πλευρά μονωδών συμμετείχαν δύο διακεκριμένοι Έλληνες καλλιτέχνες, ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός και ο τενόρος Μάριο Τζεφίρι (Γιάννης Μποτσαράκος). Τραγουδιστές που γνωρίζουν να χρησιμοποιούν έξυπνα τη φωνή τους, έδωσαν έξοχες ερμηνείες, με έμφαση στην καθαρή και νοηματοδοτημένη άρθρωση της ποίησης του Σίλλερ. Οι δύο γερμανίδες τραγουδίστριες μάλλον δεν πρόλαβαν να εγκλιματιστούν και δεν φάνηκαν τόσο καλά ενταγμένες στο σύνολο. Επιπλέον η μεσόφωνος Μανουέλα Μπρες ακούστηκε κάπως λιγότερο, η υψίφωνος Μιχαέλα Κάουνε κάπως περισσότερο, δυνατά, από το επιθυμητό

Εν κατακλείδι, παρά τα προβλήματα των τελευταίων ετών, τα ελληνικά μουσικά σύνολα έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους· και αυτός ήταν καλός.