Ο Πυγμαλίων και το σαξόφωνό του

Ο Πυγμαλίων και το σαξόφωνό του

 

Ο «Πυγμαλίων» του Ραμώ με σαξόφωνο; Το ζήτημα δεν είναι εντελώς πρωτόγνωρο. Το είχαν ήδη συζητήσει, κατά κάποιον τρόπο, ο Βολφγκανγκ Μότσαρτ και ο Χάρρυ Χάλλερ σε ένα θεωρείο του Μαγικού Θεάτρου, στον Λύκο της Στέππας του Χέρμαν Χέσσε.  Βέβαια τότε δεν κατέληξαν σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα, άλλωστε ο Μότσαρτ δεν φημιζόταν για δογματικός, ούτε ο Χέσσε.

- «Δηλαδή, επενέβη η φωνή της φαντασίας μου, όταν παίζουν το «κάλεσμα των πουλιών» σε πιάνο, γιατί δεν σε ενοχλεί; Και αν σου έλεγαν ότι την μεταγραφή την είχε κάνει γύρω στα 1900 κάποιος σύγχρονός του Ντεμπυσύ, ο Καισλέν ας πούμε, ή ο Ντυκά,  για μια παράσταση δωματίου σε κάποιο αριστοκρατικό σαλόνι της τρίτης δημοκρατίας, επειδή πίστευε ότι το σαξόφωνο – τότε όλοι είχαν μανία με το σαξόφωνο –  πλησιάζει τον ήχο της μυζέτ, τότε θα σε πείραζε; Δε θα σε πείραζε, θα το έβρισκες θεσπέσιο. Έτσι δεν είναι;

- Ναι, αλλά υπάρχει η τζαζ κιθάρα. Η τζαζ κιθάρα δεν κολλάει με την υπόθεσή σου. Η τζαζ ήρθε στο Παρίσι στα «τρελά χρόνια», και τότε κανείς δε νοιαζόταν για τον Ραμώ. Μόνο ο Έζρα Πάουντ ανακάλυπτε τον Βιβάλντι τότε, αλλά αυτό γινόταν στην Ιταλία. Ο Ραμώ δεν μπαίνει στο σχήμα σου.

- Μπορεί, αλλά πλέον είναι αργά. Το έχεις ήδη δεχτεί. Σε λίγο θα ήσουν ικανός να δεχτείς τον Ραμώ ακόμα και με ηλεκτρικό μπάσο σε μεταγραφή για μέταλ συγκρότημα. Παραδέξου το, σε έχω πείσει.»

Η σύντομη αλλά αναγκαία αυτή συζήτηση μεταξύ του γράφοντος και της συνειδήσεώς του, που έληξε με την κατά κράτος κατίσχυση της τελευταίας, ήταν προϋπόθεση για την παρακολούθηση της όπερας-μπαλέτο σε μία πράξη «Πυγμαλίων» του Ζαν-Φιλίπ Ραμώ, που ανέβασε η ομάδα Ραφή στο Θέατρο Πόρτα, σε πρωτότυπη ορχηστρική μεταγραφή του Μιχάλη Παπαπέτρου για μικρό τζαζ σύνολο. Την παρακολουθήσαμε την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015.

Το πρωτότυπο πρωτοπαρουσιάστηκε στον Πύργο του Φονταινεμπλώ τον Αύγουστο του 1748 και ακολουθεί τον γνωστό αρχαίο μύθο του γλύπτη Πυγμαλίωνα, όπως τον αφηγείται ο Οβἰδιος στις Μεταμορφώσεις Ο καλλιτέχνης ικετεύει την Αφροδίτη να ζωντανέψει το άγαλμά του, πράγμα το οποίο εκείνη κάνει, προς χάριν του έρωτα.

Ο σκηνοθέτης και σκηνογράφος Πάρις Μέξης μετέφερε τη δράση στην Αμερική της ποτοαπαγόρευσης, μεταπλάθοντας τον Πυγμαλίωνα σε αλκοολικό συγγραφέα που πλάθει το ιδανικό πλάσμα στη συγγραφική φαντασία του. Το «άγαλμα» παίρνει πνοή σε ένα παραλήρημα του νου, και όχι με θεόθεν ανατροπή των φυσικών νόμων. Κατά τα άλλα, η σκηνοθεσία αφηγείται ευδιάκριτα τη γνωστή ιστορία με μικρές χιουμοριστικές προσθήκες, ενώ το κρίσιμο ζήτημα των χορών εδώ λύνεται με μια «σόκιν» παντομίμα με θέμα -τι άλλο;- τον έρωτα.

Το παραστατικό αυτό εγχείρημα πέτυχε πλήρως, ειδικά αν αναλογιστούμε τη σχέση διαθέσιμων μέσων και αποτελέσματος. Στο σύνολό τους οι συντελεστές είχαν καλή ηθοποιία και κίνηση, μολονότι περισσότερη τριβή σε δοκιμές θα είχε φέρει σίγουρα καλύτερο συντονισμό των κινήσεων. Πολύ καλή βρήκαμε τη χορογραφία της Ιωάννας Αποστόλου, τους φωτισμούς του Γιώργου Τέλλου και εξαιρετικά προσεγμένα και κολακευτικά τα ενδύματα του Παύλου Θανόπουλου.

Η μουσική ερμηνεία ήταν επίσης ικανοποιητική. Tον Πυγμαλίωνα ερμήνευσε ο τενόρος Κωνσταντίνος Ζαμπούνης (στη βασική διανομή τον ρόλο ερμηνεύει ο Δημήτρης Ναλμπάντης), ο οποίος κατά τη γνώμη μας βρίσκεται ακόμα στη φάση κατάκτησης των ερμηνευτικών του δυνατοτήτων, έχοντας σίγουρα κατακτήσει τη σωστή φραστική και τη σωστή μουσική εκφορά της γαλλικής γλώσσας. Τους υπόλοιπους ρόλους ανέλαβαν  τρεις νέες, αλλά καθιερωμένες καλλιτέχνιδες: η Λητώ Μεσσήνη (άγαλμα), η Μάιρα Μηλολιδάκη (Κηφησία [Σεφίζ]), και η Αναστασία Κότσαλη (Έρωτας).

Μολονότι η μέρα ήταν εξαιρετικά δύσκολη για τους τραγουδιστές, με το απότομο χειμώνιασμα του καιρού και τις εκκολαπτόμενες ιώσεις, οι εντυπώσεις που άφησαν ήταν πολύ καλές, αφενός με τη σωστή αντίληψη του ύφους και την προσεγμένη προφορά της γαλλικής, αφετέρου με τις χαρίεσσες και ευλύγιστες φωνές που απαιτεί το γαλλικό μπαρόκ και που ταίριασαν στην αισθητική «δωματίου» της παραγωγής.  Ας μας επιτραπεί και μια ειδική μνεία στην αισθησιακή αυτοπεποίθηση της Αναστασίας Κότσαλη στο καταληκτικό «Regne, Amour», το οποίο εδώ μοιράστηκε ανάμεσα σε όλους τους συντελεστές.

Και το σαξόφωνο, τελικά πού ήταν το σαξόφωνο; Σε καλά χέρια, αυτά του
Guido de Flaviis (σοπράνο σαξόφωνο), μαζί με τη Στέλλα Τσάνη (βιολί), τον Αντώνη Χατζηνικολάου (jazz κιθάρα), τον Γιώργο Αρνή (κοντραμπάσο), και τον Μιχάλη Παπαπέτρου (πιάνο), που είχε και τη μουσική διεύθυνση. Το άκουσμα της μεταγραφής ήταν ένας έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στο μπαρόκ ύφος και τη διακριτική ανάδειξη των τζαζ ηχοχρωμάτων, τον οποίο οι ερμηνευτές υπερασπίστηκαν επιτυχώς.

Σε αυτά όμως θα πρέπει να προστεθεί και η γραφομηχανή. Οι διακεκομμένοι ρυθμοί της εισαγωγής παραδοσιακά ερμηνεύονται ως «χτυπήματα του καλεμιού». Καθώς όμως εδώ ο Πυγμαλίων αντάλλαξε την γλυπτική για τη συγγραφική τέχνη, επιστρατεύτηκε και το  μουσειακό αυτό εργαλείο των κειμενογράφων: ο έρωτας φρόντιζε να δακτυλογραφεί ρυθμικά στη διάρκεια των χορών, σε μία από τις σπάνιες χρήσεις της γραφομηχανής ως μουσικό όργανο.