Ο Ερωτόκριτος, υβριδική όπερα-μιούζικαλ

Ο Ερωτόκριτος, υβριδική όπερα-μιούζικαλ

Εάν ανήκετε σε αυτούς που πάντοτε ήθελαν να διαβάσουν τον Ερωτόκριτο, αλλά δεν μπορέσατε να προχωρήσετε ποτέ πέρα απο τους πρώτους πενήντα, εκατό, διακόσιους, πεντακόσιους, άντε χίλιους στίχους (από τους συνολικά δέκα χιλιάδες δώδεκα), τότε το ομώνυμο μιούζικαλ του Δημήτρη Μαραμή πιθανότατα σας αφορά. Ο συνθέτης επέλεξε και ανατοποθέτησε ακέραιους τους στίχους του Βιντσέτζου Κορνάρου για να συνθέσει ένα δραματουργικά κατάλληλο κείμενο προς μελοποίηση, που είχαμε την ευκαιρία να ξανα-ακούσουμε, αυτή τη φορά στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού, την Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου, με τους αρχικούς του συντελεστές.

Το έργο είναι παραγγελία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και είχε δοθεί σε σειρά παραστάσεων τον Μάιο στην Εναλλακτική Σκηνή, στο ΚΠΙΣΝ: η παγκόσμια πρώτη δόθηκε στις 5 Μαϊου, ο γράφων το είχε παρακολουθήσει το Σάββατο 13. Η πρώτη ακρόαση και ακόμα περισσότερη η επανάληψή της έπεισαν ότι πέραν από την προαναφερθείσα, διόλου ευκαταφρόνητη, παιδαγωγική προσφορά, η παράσταση είναι και μουσικοδραματικά ενδιαφέρουσα, επιβεβαιώνοντας τη γνώμη ότι προϋπόθεση για ένα επιτυχημένο έργο μουσικού θεάτρου είναι καταρχήν ένα καλό ποιητικό κείμενο.

Αν και ο συνθέτης έχει ονομάσει το έργο του μιούζικαλ, στην πραγματικότητα δεν έχει ακολουθήσει την παραδοσιακή δομή του είδους, που στηρίζεται στην εναλλαγή διαλόγων και τραγουδιών, τα δεύτερα κατά προτίμηση με ευκολομνημόνευτες μελωδίες. Αντίθετα έχει εφαρμόσει την εξολοκλήρου μελοποίηση, με έμφαση στην ψυχογραφική και δραματουργική λειτουργικότητα της μουσικής, με χρήση επανερχόμενων μουσικών θεμάτων και άλλων τεχνικών της όπερας, δημιουργώντας ένα υβρίδιο μεταξύ παραδοσιακού και σύγχρονου μουσικού θεάτρου.

Η μελωδική έμπνευση αφορμάται καταρχήν από την κρητική παραδοσιακή μελοποίηση, αλλά και από σύγχρονα μουσικά ιδιώματα, ιδίως το μπλουζ, υιοθετώντας και συνδυάζοντας τα κατά περίπτωσι. σε μία προσέγγιση συνολικά αντίστοιχη με αυτή της “Φόνισσας” του Γιώργου Κουμεντάκη: θέμα ειλημμένο από ένα αριστούργημα της νεοελληνικής γραμματείας με χρήση αυτούσιων αποσπασμάτων ως κείμενο, μουσική που ελεύθερα μπολιάζει και μετουσιώνει την παράδοση. Άρα μπορεί να ειπωθεί ότι η παραγγελία εντάσσεται σε μια συνειδητή προσπάθεια για τη δημιουργία “σχολής”.

Ενδεικτικά του γόνιμου αυτού συνδυασμού ήταν το εισαγωγικό χορικό “Του κύκλου τα γυρίσματα” και το θριαμβευτικό φινάλε “Έρωτα, έρωτα”, στα οποία η παραδοσιακή μουσική ήταν πλέον μια μακρινή ανάμνηση. Άλλη τεχνική χαρακτηριστική της παραδοσιακής όπερας είναι το ταυτόχρονο τραγούδι σχεδόν ομόηχων ομοιοκαταληκτικών στίχων από δύο ή περισσότερα πρόσωπα. Τα μουσικά θέματα επίσης συχνά επανέρχονταν ως ενδεικτικά μιας διάθεσης ή κατάστασης, σαν παραδοσιακά καθοδηγητικά μοτίβα.

Ο Πολύδωρος σε ορισμένα σημεία λειτούργησε ως κωμικό αντίβαρο του Ερωτόκριτου με αντίστοιχα γραμμένη τη μουσική – η παρέμβασή του στην τελευταια πράξη “Ο Πολύδωρος προσπαθεί να μεταπείσει τον Ερωτόκριτο να αφήσει την προσποίηση” έγινε με μια εισαγωγή που ουσιαστικά παραφράζει το άνοιγμα από το Μάπετ Σόου. Η Αρετούσα στις στιγμές της μεγαλύτερης συναισθηματικής έντασης εκφραζόταν με ενα τραγούδι που έχτιζε τη μελωδία σε τρόπους κοντά στη κρητική μαντινάδα.

Φωνητικά πιο απαιτητική είναι η γραφή για τους “ενήλικες” ρόλους. Η Νένα εκφράζεται με πεποικιλμένες τζαζ μελωδίες καθαρόαιμου μεγάλου μιούζικαλ, και είναι ιδιαίτερα ευχάριστη η επανεμφάνιση της μεσόφωνου Ιωάννας Φόρτη, που είχε λείψει κάπως από τις αθηναϊκές σκηνές. Η φωνή της εξουσίας, ο Ρήγας, με τον εξαιρετικό βαρύτονο Κωστή Μαυρογένη, είναι κατευθείαν βγαλμένη από τον σκοτεινό μινιμαλισμό του Φίλιπ Γκλας.

Λιγότερα φιλόδοξα ως προς τη φωνητική έκταση αλλά πολύ απαιτητικά ως προς την τονική ακρίβεια και τον μουσικό χαρακτηρισμό είναι τα υπόλοιπα τρία πρόσωπα. Ερμηνεύθηκαν από τους νέους ηθοποιούς-τραγουδιστές Μαρίνα Σάττι (Αρετούσα), Θοδωρή Βουτσικάκη (Ερωτόκριτο) και Γκωτιέ Βελισάρη (Πολύδωρο). Και οι τρεις νέοι απέδωσαν μουσικά και δραματικά πολύ ικανοποιητικά τους ρόλους τους, οι οποίοι ήταν και σωματικά πολύ απαιτητικοί ως προς την κίνηση. Βέβαια σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχε η αίσθηση ότι ο συνθέτης θα μπορούσε να είχε τολμήσει μια ακόμα πιο απατητική φωνητική γραφή· αλλά τότε το έργο θα ξέφευγε εντελώς από τον χώρο του μιούζικαλ και θα έπρεπε να στηριχτεί εξολοκλήρου σε αμιγώς λυρικούς τραγουδιστές.

Πολύ καλά πλαισίωσε τους πέντε πρωταγωνιστές η χορωδία και η εννεαμελής ορχήστρα υπο τη διεύθυνση του συνθέτη. Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ρήγου ήταν καλοκουρδισμένη και έξυπνη, η κίνηση και η ηθοποιία των ερνηνευτών εξαιρετική, ταιριαστά τα σύγχρονα “νεοκίτς” σκηνικά και ενδύματα. Η μεταφορά της παράστασης στη μεγάλη σκηνή του Ηρωδείου αποδείχτηκε ευεργετική τόσο για τη σκηνοθεσία, όσο και για το άνοιγμα των φωνών στο χώρο, που ούτως ή άλλως είχαν δοθεί και στην κατά τα άλλα ακουστικά εξαιρετική Εναλλακτική Σκηνή με μικροφωνική ενίσχυση – λίγο πιο δυνατά από όσο χρειαζόταν.