Ένας σαιξπηρικός αποχαιρετισμός του 2016 – Ολονυχτία αφιέρωμα στον στο Θέατρο Τέχνης

Ένας σαιξπηρικός αποχαιρετισμός του 2016 – Ολονυχτία αφιέρωμα στον στο Θέατρο Τέχνης

Ακόμα και στην πατρίδα του Αγγλία, το 2016 δεν υπήρξε πρωτίστως έτος Σαίξπηρ. H χώρα του Brexit και όλος ο πλανήτης θα το θυμούνται για πολλούς άλλους λόγους: πόλεμοι, θάνατοι, Τραμπ, τρομοκρατία, προσφυγικό και αεροπορικές τραγωδίες, πραξικόπημα στην Τουρκία, και πόσα άλλα. Αν και με τόσα δραματικά γεγονότα, το 2016 ήταν πραγματικά έτος σαιξπηρικό.

Πραγματικά, ποιος άλλος από τον μεγάλο ελισαβετιανό ποιητή και δραματουργό θα μπορούσε να συνταιριάξει τις λέξεις έτσι ώστε να καταστήσει αντιληπτό αυτό το ακατάληπτο έτος; Ήταν η αυθόρμητη σκέψη ακούγοντας τον πραγμαικά θείο λόγο του στην “Ολονυχτία - αφιέρωμα στα 400 χρόνια από τον θάνατο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ”, με την οποία θέλησε να τιμήσει τη μνήμη του το Θέατρο Τέχνης, στο υπόγειο της Στοάς Αρσακείου τη νύχτα του Σαββάτου 17 Δεκεμβρίου 2016 – και μαζί να υπερασπίσει την τραυματισμένη από την κρίση φήμη της Αθήνας ως πόλη που δεν κοιμάται ποτέ.

Η ολονυχτία ξεκίνησε λίγο πριν τα μεσάνυχτα και ήταν προγραμματισμένη να τελειώσει γύρω στις 6 το πρωί της Κυριακής. Αφιέρωμα στον Σαίξπηρ αλλά και στο ελληνικό θέατρο, αφού ήταν δεκάδες οι ηθοποιοί και σκηνοθέτες που συμμετείχαν, και πολλές οι διαφορετικές μεταφράσεις που ακούστηκαν, ακόμα και δοκίμια διαβάστηκαν, μολονότι το αφιέρωμα δεν πήρε συστηματικό χαρακτήρα για να συμπεριλάβει παλαιότερες μεταφράσεις και να αποτελέσει έτσι και παρουσίαση της ιστορίας του Σαίξπηρ ατην Ελλάδα.

Παρακολούθησαμε το “γερμανικό νούμερο” δύο με τέσσερεις τη νύχτα. Το υπόγειο εκείνη την ώρα ήταν γεμάτο κόσμο κάθε ηλικίας, κυρίως όμως νέους. Για να βρεις θέση χρειαζόταν λίγη υπομονή. Μέσα στην αίθουσα στο βάθος, ένα τραπέζι φορτωμένο αντικείμενα, σαν νεκρή φύση, ήταν το μόνο σκηνικό. Εν τω μεταξύ στη Στοά Αρσακείου, στον προθάλαμο, στην αίθουσα, κόσμος πήγαινε και ερχόταν, γνωστοί συνατιόντουσαν, αλλά περισσότεροι τελικά ήταν αυτοί που έμεναν και παρακολουθούσαν.

Σε αυτό το δίωρο είχε περίπου τους πάντες και τα πάντα. Επιλεκτικά, και όχι με σειρά εμφανίσεως, επανέρχονται στη μνήμη. Η Φιλαρέτη Κομνηνού διάβασε Βασιλιά Ληρ (από τη σκηνή της Καταιγίδας), μαζί με τον μαθητή της Κωνσταντίνο Θωμαΐδη, που απήγγειλε το ίδιο κείμενο στο πρωτότυπο. Η Μαρία Καλλιμάνη, η Αλεξία Καλτσίκη και η Μαριάννα Δημητρίου ήταν οι τρεις – πρόστυχες και απολαυστικές – Μάγισες του Μακμπέθ, σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου, και μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη διάβασε καθιστή τον μονόλογο της Λάιδης Μακμπέθ.

Πολλοί επίσης διάβασαν Σονέτα. Ο Κώστας Φαλελάκης σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα, και κάποιες φράσεις από τη Ζάλη των Ζώων του Δημήτρη Δημητριάδη, μαζί με τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο. Η Μαρία Κίτσου και ο Mάνος Καρατζογιάννης εναλλάξ. Υπήρξαν όμως και “δευτερογενή” δρώμενα. Ο συγγραφέας Χρήστος Αγγελάκος διάβασε τον πρόλογο στον Άμλετ του Γιώργου Χειμωνά. Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη και η Ιωάννα Παππά αυτοσχεδίασαν μια stand-up comedy με ανάγνωση Σαίξπηρ. Και άλλα.

Γνώρισμα του θεάτρου ήδη από την εποχή του Σαίξπηρ ήταν και η μουσική – τραγούδια που ξεκούραζαν και έτερπαν τον θεατή. Παρακολουθήσαμε τον Σταμάτη Κραουνάκη να ερμηνεύει ένα τραγούδι παίζοντας πιάνο. “Μελοποιημένο από συνθέτη της εποχής”, μας ανακοίνωσε, που όμως δεν μας τον προσδιόρισε. Πάντως ακούστηκε σαν αυθεντικός Κραουνάκης.

Σε ένα άλλο, επίσης αναχρονιστικό κατά κάποιον τρόπο ύφος, η μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα και ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος στο τσέμπαλο ερμήνευσαν τον θρήνο της Νύμφης “Oh, let me weep” από τη Νεραϊδοβασίλισσα του Χένρυ Περσέλ, ένα έργο του 17ου αιώνα βασισμένο στο “Όνειρο θερινής νύκτας”. Ο Σαίξπηρ πιθανότατα δεν πρόλαβε να γνωρίσει την όπερα, η οποία δημιουργήθηκε στην Ιταλία όσο αυτός ακόμα ζούσε, αλλά έμελλε να εμπνεύσει άπειρους δημιουργούς.

Η ερμηνεία τους ήταν κατανυκτική, υπέροχη, συγκλονιστική. ΄”Η μουσική είναι η τροφή του έρωτα”, έγραψε ο Σαίξπηρ, που στα έργα του συχνά αναφέρθηκε σε αυτήν και στην επίδρασή της στην ψυχή του ανθρώπου. Για αυτόν η απαθής ακρόαση, όπως και η απαθής ερμηνεία, ήταν πράγματα αδιανόητα.