Είδαμε το «Straight white men» στο Φεστιβάλ Αθηνών

Είδαμε το «Straight white men» στο Φεστιβάλ Αθηνών

Το straight white men είναι από αυτές τις παραστάσεις διαμαντάκια. Ναι, μιλάω γι’ αυτές τις παραστάσεις, που αφού τελειώσουν, νιώθεις ότι μπροστά σου μόλις εκτυλίχθηκε κάτι απολύτως αναγνωρίσιμο και καθημερινό. Οπότε θεωρείς ότι, εντάξει, αυτό ήταν, το’πιασα και δεν νομίζω ότι θα ρίξω δεύτερη σκέψη ̇ περνάει όμως μια μέρα και βλέπεις ότι ο απόηχος φράσεων, εικόνων, κινήσεων, γενικότερα αυτή η αίσθηση του θεατρικού κόσμου που για λίγο μπήκες και συμμετείχες, έχει μείνει μαζί σου και ριζώνει.

Μπαίνοντας στην αίθουσα της παράστασης για να πάρεις την θέση σου ακούγεται δυνατή χορευτική (σχεδόν επιθετική) μουσική, τίποτα που να θυμίζει τους 4 πρωταγωνιστές του έργου: τρεις άντρες γύρω στα 40 κι ο ηλικιωμένος πατέρας τους.

Το σκηνικό, ένα ζεστό ανθρώπινο σαλονάκι, είναι τόσο προσεγμένο ως την τελευταία λεπτομέρεια της ανεπαίσθητης αταξίας του, που πραγματικά φαίνεται σαν να έκοψαν ατόφιο ένα κομμάτι από ένα πραγματικό σπίτι και να το τοποθέτησαν εκεί, για να μπορούμε να το κοιτάξουμε κι εμείς. Η οικογένεια συναντιέται με αφορμή τον εορτασμό των Χριστουγέννων και η δράση αρχίζει. Παρόλο που οι πρωταγωνιστές φαινομενικά μοιάζουν να παρλάρουν περί ανέμων και υδάτων για να περάσει η ώρα των διακοπών τους, χωρίς να ξέρουμε πού θα καταλήξει και τί σκοπιμότητα έχει όλο αυτό, η φυσικότητα της ροής, το τέμπο που κρατάνε σταθερά κι ακούραστα οι ηθοποιοί και οι έξυπνοι, καλά μελετημένοι διάλογοι, διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον καθ'όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Αυτά που συζητάνε οι 4 λευκοί ετεροφυλόφιλοι άντρες δεν είναι σίγουρα αθώα. Προστατευμένοι μέσα στο γεμάτο θαλπωρή σαλονάκι τους κι έχοντας ο καθένας γύρω του την ασφάλεια της οικογένειάς του, φτάνουν ακόμη και να τραγουδήσουν ένα τραγουδάκι που μιλά για τα φρικτά εγκλήματα της κου-κουξ-κλαν αλλά με υπόβαθρο το πως το έχουν βιώσει αυτοί: ως παιδική ανάμνηση με την οποία έχουν το προνόμιο να γελάσουν. Άλλωστε το priviledge (προνόμιο) είναι γι’αυτούς ένα επιτραπέζιο παιχνίδι φτιαγμένο απ’τη μαμά τους που σκοπό είχε να τους κάνει καλούς και συμπονετικούς ανθρώπους. Παρά την θέλησή τους, κατά γενική ομολογία, να είναι σύμμαχοι των καταπιεσμένων και των μη προνομιούχων ή τουλάχιστον να είναι ευαισθητοποιημένοι γι’αυτά τα θέματα, βλέπουμε ότι και μέσα στην οικογένεια υπάρχουν αδιόρατες μορφές βίας. Η πιο ορατή είναι των δύο μεγαλύτερων αδερφών προς τον μικρό καθώς τον φωνάζουν shit-baby (σκατούλης) ακόμη και μέχρι τα 40 και πολύ συχνά του ασκούν ανεπιθύμητη βία υπό μορφή πλάκας (κάτι βέβαια που ανταποδίδει κι ο ίδιος).

Παρόλα αυτά, είναι σχεδόν αδύνατο να αντιπαθήσεις αυτά τα μεγάλα μωρά που ο κόσμος τούς προσφέρεται για να ασκήσουν εξουσία και επιρροή. Οι ηθοποιοί καταφέρνουν τόσο άψογα να σε κάνουν μάρτυρα μιας προσωπικής οικογενειακής στιγμής, που δυσκολεύεσαι να νιώσεις θυμό ή απέχθεια. Κι αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορείς παρά να νιώθεις διαρκώς την τρυφερότητα και την αγάπη, όπως αυτή απορρέει από μικρές ή μεγαλύτερες τους πράξεις. Απ’τις πιο συγκινητικές στιγμές του έργου, η στιγμή που ο πατέρας βάζει κρυφά λιχουδιές και δωράκια στις κάλτσες που κρέμονται στο τζάκι, για τους γιούς του. 

Λευκοί ετεροφυλόφιλοι άντρες. Σίγουρα μια ταυτότητα πολυσύνθετη και πολύχρωμη. 

Γιώτα Τσελέντη