Είδαμε την Σφαγή των Παρισίων στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

Είδαμε την Σφαγή των Παρισίων στο Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου

Δυο συντάκτες του debόp είδαν την παράσταση και γράφουν:

Χαντζή Μαντώ

Μια από τις επιτυχίες του περσινού Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου επαναλήφθηκε και φέτος για τέσσερις παραστάσεις ανοίγοντας την αυλαία του θεσμού.

Μεταφερόμαστε στο 1572 στη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, όπου σφαγιάστηκαν 3.000 Γάλλοι Διαμαρτυρόμενοι  από Καθολικούς. Για να καταλήξουμε στο αποκορύφωμα∙ την πολιορκία του Παρισιού από τον Ερρίκο τον 3ο το 1589. Σχεδόν 20 χρόνια πολιτικών αναταραχών και πάρα πολλοί ήρωες (45!) παρελαύνουν από τη σκηνή. Προφανώς κι ο χρόνος δεν αρκεί για να ξετυλιχθεί το κουβάρι όλων των γεγονότων που προηγήθηκαν ή αυτών που μεσολάβησαν στο διάστημα αυτό. Το σίγουρο είναι όμως πως αποτυπώνει τον παραλογισμό της βίας.

Είδαμε ένα δεμένο -μεταξύ τους- θίασο. Οι ηθοποιοί στο σύνολό τους άρτιοι με εξαιρετικές ερμηνείες από τους δύο πρωταγωνιστές Γιώργο Χριστοδούλου και Ντένη Μακρή. Τα κοστούμια που παρέπεμπαν στην Ελισαβετιανή εποχή ήταν καλαίσθητα ενώ το μακιγιάζ έντονο, γκροτέσκο, αστείο σχεδόν.

Ποιητική η σκηνή της σφαγής με τα δεκάδες βωβά πρόσωπα να συγκλονίζουν με την κινησιολογία τους και μόνο. Μια παράσταση-σχόλιο πάνω στην παράλογα άκρατη δύναμη της εξουσίας πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Μπιστολάς Ηλίας

Η Σφαγή των Παρισίων του Μάρλοου περιγράφει την εφιαλτική νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου, όπου οι Καθολικοί σφάγιασαν 3.000 Ουγενότους. Τρεις χιλιάδες νεκροί μέσα σε μια βραδιά. Και μόνο ο αριθμός προκαλεί ζάλη. Αυτή τη νύχτα προσεγγίζει δραματικά ο Μάρλοου, πάντα βέβαια μέσα στο πλαίσιο της αγγλικής λογοτεχνικής παραγωγής του καιρού του. Θα βρείτε χαρακτήρες που απαντούν συχνά και στα σαιξπηρικά έργα. Αριστοκράτες τυφλωμένους από το μίσος και τη φιλοδοξία, γυναίκες έτοιμες για τις χειρότερες αποφάσεις και αδύναμους βασιλιάδες έρμαια των παθών τους. Η παράσταση των Χρήστου Θεοδωρίδη και της Ορχήστρας των Μικρών Πραγμάτων για το Φεστιβάλ Αθηνών, μετά την περσινή πετυχημένη πορεία της, ανεβαίνει εκ νέου φέτος και συνεχίζει να θριαμβεύει. Επιλέγοντας μια αντισυμβατική προσέγγιση, τοποθετεί τους θεατές γύρω από ένα τραπέζι, όπου οι Γάλλοι αριστοκράτες τρωγοπίνουν μετά βουλιμίας. Ελάχιστες φορές απευθύνονται στο κοινό, αντιθέτως παραμένουν προσκολλημένοι σε μια ναρκισσιστική βουλιμία, καταναλώνουν τις σάρκες τους και τις βίαιες φαντασιώσεις τους, απορροφώνται από τα σχέδιά τους και την εκδίκησή τους. Όταν μιλάμε για τέτοιες φιγούρες, δεν υπάρχει καλό και κακό, μόνο ένας σκοπός τον οποία και πρέπει να πετύχουν. Ακόμα και ο πιο θετικός ήρωας του έργου, ο Ερρίκος της Ναβάρας, κλείνει το έργο με την -ιστορική- φράση «Δεν είμαι καθόλου επίμονος με τις ιδέες μου», για να δικαιολογήσει τη μεταστροφή του από τον Προτεσταντισμό στον Καθολικισμό.

Μνεία πρέπει να γίνει για την πραγματικά συγκλονιστική και «κινηματογραφική» πράξη της ίδιας της σφαγής. Πλήθος ηθοποιών καλπάζει τρέχοντας στην αίθουσα, και τρέχει τρομαγμένο προς τις άδειες εξέδρες, αφού ο προσανατολισμός της παράστασης είναι ανάποδος προς το συνηθισμένο. Θεατές και ηθοποιοί βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο  στη σκηνή, κάτω από το βλέμμα ενός αόρατου κοινού. Γεμίζουν λοιπόν οι νεκροί Ουγενότοι τις κενές θέσεις, η αυλαία ανοιγοκλείνει και μια ψευδαίσθηση ενός μεταθανάτιας κριτικής σταλάζει πάνω σε ηθοποιούς και κοινό. Γιατί όλοι τελικά είμαστε ένοχοι μισαλλόδοξοι, ρατσιστές, δογματικοί και υποκριτές. Η Σφαγή των Παρισίων συνεχίζει να συμβαίνει κάθε μέρα στις θάλασσες του Αιγαίου, στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή, και σε κάθε γωνιά του πολιτισμού όπου το διαφορετικό είναι και ο εχθρός.