Είδαμε την παράσταση του Οσκάρας Κορσουνόβας, Άμλετ, στο Φεστιβάλ Αθηνών 2016

Είδαμε την παράσταση του Οσκάρας Κορσουνόβας, Άμλετ, στο Φεστιβάλ Αθηνών 2016

Ο Άμλετ του Κορσουνόβας ξεκινά με όλους του ηθοποιούς μπροστά σε καθρέφτες να ρωτούν το είδωλό τους: «Ποιος είσαι; Ποιος είσαι; Ποιος είσαι;». Και αυτή η ερώτηση που δίνει τον τόνο του έργου, εν τέλει μένει αναπάντητη.

Ανάμεσα στα διάφορα τρικ που χρησιμοποιεί ο Λιθουανός σκηνοθέτης, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είναι η χρήση ενός ηθοποιού μεταμφιεσμένου σε μεγάλο ποντίκι -σχεδόν από την αρχή της παράστασης- κάτι που παραπέμπει στην Ποντικοπαγίδα, στο έργο μέσα στο έργο που έστησε ο Άμλετ για να αποδείξει την ενοχή του Κλαύδιου. Ο ποντικός αποτελεί τον προπομπό, ένα ήδη συντελεσμένο μέλλον, μια ιστορία εν σπέρματι, αφού παραπέμπει στο αναπόδραστο της μοίρας. Και εδώ έρχεται και γίνεται συνταρακτικό το ερώτημα «Ποιος είσαι;», ένα ερώτημα στημένο αυτοαναφορικά, καθώς δεν κατευθύνεται στο κοινό ή στον διπλανό, αλλά στο ίδιο το είδωλό των ηθοποιών στο καθρέφτη -δηλαδή στην άκρη της ταλάντωσης εκείνου του εκκρεμούς που ορίζει μέχρι που και έως τι μπορεί να υπάρχει κάποιος. Η Ποντικοπαγίδα είναι στημένη για όλους μας και η κατάληξη του δράματος, όποτε και αν συμβεί, δεν μπορεί παρά να μας βρει σε ανοίκεια σύγχυση όταν δούμε σα σε παράσταση τους εαυτούς σε προμελετημένους ρόλους στις ζωές μας.

Οπότε αυτό που εδώ είναι σημαντικό, είναι το ανήσυχο του ερωτήματος, παρά η διεκπεραίωση του . Το εμφατικό «the rest is silence» στο τέλος του έργου, κάνει ακόμα πιο επιτακτική την ανάγνωση της κίνησης και της ρήξης, παρά της απάντησης. Ο Άμλετ λειτουργεί σε ένα μεταίχμιο, στον τόπο της κρίσης. Δεν ήταν τυχαίο που ο πρωταγωνιστής που επέλεξε ο Κορσουνόβας δεν ήταν νέος, αλλά στην ηλικία των 40 συν, δηλαδή, σε μια ηλικία ορόσημο για τον Δυτικό Πολιτισμό. Η κατάλυση της διάκρισης ανάμεσα σε καμαρίνια και σκηνή, η επί τόπου δημιουργία των σκηνικών και των εφέ, οι εναλλαγές των φωτισμών, οι ήχοι, όλα συντελούν σε αυτό που γίνεται ο γνώμονας και ο κανόνας της σύγχρονης ζωής. Κίνηση, κίνηση και πάλι κίνηση.

Το πρώτο μισό του έργου αναπαράγεται σχεδόν πιστά, με ελάχιστες κομμένες σκηνές. Στο δεύτερο μισό, όμως, το κείμενο καταλύεται. Λες και η τρέλα της Οφηλίας -η μόνη πραγματική τρέλα της παράστασης- μολύνει και την πλοκή και την μετατρέπει και ερμητική και αποσπασματική. Η σκηνοθεσία του Κορσουνόβας όπως πάντα είναι έντονη και καταιγιστική, ενώ όλοι ανεξαιρέτως οι ηθοποιοί έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό.