Είδαμε τη «Νιότη» του Σορεντίνο

Είδαμε τη «Νιότη» του Σορεντίνο

Ο Fred ,συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας, και ο Mick ,κινηματογραφικός σκηνοθέτης, είναι δυο ηλικιωμένοι φίλοι που απολαμβάνουν τις διακοπές τους σε ένα πολυτελές θέρετρο των Άλπεων. Αν και ο δεύτερος θέλει να τελειώσει το ύστατο –κατ’ αυτόν– σενάριό του, ο Fred έχει αποφασίσει να αποσυρθεί οριστικά.  Οι μέρες κυλούν ήρεμα και οι δύο φίλοι περνούν τον πολύτιμο για αυτούς χρόνο παρακολουθώντας τους άλλους ενοίκους, τη ζωή των παιδιών τους, το προσωπικό κλπ. Μέχρι που ο Fred δέχεται μια απρόσμενη, υψηλού κύρους πρόσκληση,  από έναν απεσταλμένο της Βασίλισσας της Αγγλίας που ήρθε για να τον πείσει να είναι ο μαέστρος ενός κονσέρτου προς τιμήν του πρίγκιπα Φίλιπ, στο παλάτι του Μπάκιγχαμ.

Δεν είναι τόσο η υπόθεση που κεντρίζει το ενδιαφέρον σε αυτήν την ταινία. Είναι η εικόνα και το συναίσθημα. Το χιούμορ που μπλέκεται με το δράμα. Η πραγματικότητα με τη φαντασία.  Άλλωστε είναι γνωστός ο λυρισμός του σκηνοθέτη , που ακολουθεί τα χνάρια της προηγούμενης ταινίας του,  «La grande bellezza».

Κάθε σκηνή , ένα καρτ-ποστάλ, ο διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας πρέπει να είναι περήφανος. Βέβαια  είχε αρωγό το φυσικό τοπίο των Άλπεων. Η μουσική παίζει πρωτεύοντα ρόλο και ντύνει αριστοτεχνικά όλη την ταινία. Οι ερμηνείες αναμενόμενα εξαιρετικές.

Ένα έργο γεμάτο φιλοσοφικούς στοχασμούς και προβληματισμούς για τη ζωή. Ο χρόνος, η τέχνη, ο έρωτας, η φιλία, η οικογένεια, όλα αυτά συνθέτουν τη «νιότη» που τελικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας ύμνος στη ζωή. Ίσως  , κύριε Sorrentino ,αν μας διαβάζετε, αυτός θα έπρεπε να είναι και ο τίτλος της ταινίας. Για να μιλήσω στη γλώσσα σας, La vita.

Τελικά, δεν ξέρω αν η ταινία έχει να δώσει κάτι,να περάσει ένα μήνυμα ή απλά  παρασέρνει σε ένα ταξίδι στην ομορφιά. Ακόμη κι αν είναι έτσι όμως, ένα ταξίδι δεν είναι ποτέ χάσιμο χρόνου…