Αϊβαλί: το graphic novel του Soloúp

Αϊβαλί: το graphic novel του Soloúp

Οικειότητα. Αυτό ένιωσα με το «Αϊβαλί».

Από τη μια ,τα μικρασιάτικά μου γονίδια. Από την άλλη, οι αναφορές σε αγαπημένους συγγραφείς (Κόντογλου, Βενέζης) αλλά και στη Λέσβο, που κι εγώ –όπως κι ο δημιουργός του βιβλίου -χωρίς να είμαι από εκεί «πάντα επιστρέφω με μια καλή δικαιολογία»-, με έκαναν να νιώσω άνετα και οικεία με το βιβλίο από την πρώτη στιγμή.Και ύστερα, άρχισαν οι «μουσικές». Μουσικός κι εγώ, κάπου εκεί, έκανα πίσω την πλάτη και χαμογέλασα πλατιά.

Μιλάω για το θαυμάσιο «Αϊβαλί» , το πρώτο μεγάλο graphic novel του Αντώνη Νικολόπουλου – Soloúp, ευρύτερα γνωστός περισσότερο ως γελοιογράφος από τη δουλειά του σε πολλά περιοδικά κι εφημερίδες («Το Ποντίκι», «Το Βήμα Της Κυριακής», «Βαβέλ», «Σχεδία», «Ως3»  κ.ά.).

Ένα ταξιδάκι από τη Μυτιλήνη στο Ayvalık ήταν η αφορμή. Εκεί, πάνω στο καραβάκι και αργότερα μέσα στα σοκάκια, οι εικόνες της πόλης μπερδεύτηκαν με τις λέξεις του βιβλίου που είχε μαζί του, «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου» του Φώτη Κόντογλου. Η εμπειρία αυτή τον στοίχειωσε. Γυρίζοντας στην Αθήνα άρχισε εμμονικά να αναζητά κι άλλες μαρτυρίες, πηγές και στοιχεία σε συγγραφείς, αρχεία (ΕΛΙΑ, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Ιστορικό Μουσείο Εθνικής Τράπεζας), άρθρα, διαδίκτυο, καταγραφές παραδοσιακών στοιχείων (μελωδίες, φορεσιές, έθιμα κλπ).

Με οδηγό το βιβλίο «Δυο φορές ξένος» του Μπρους Κλαρκ (εκδ. Ποταμός, 2007), το πιο «αντικειμενικό» και βαθιά ανθρώπινο κείμενο που έχει γραφτεί για τους δύο λαούς –Έλληνες και Τούρκους-  και τις «περιπέτειές» των σχέσεών τους, το «Αϊβαλί» αποτελεί μια ψύχραιμη και συνάμα συγκινητική προσέγγιση της Μικρασιατικής Καταστροφής και όσων επακολούθησαν. Η πρωτοτυπία του έγκειται στη δύναμη των σκίτσων. Ο αναγνώστης δε φαντάζεται αλλά παρακολουθεί. Η εικόνα μιλάει, έχει ένταση και συναίσθημα, συγκινεί και αφυπνίζει.

«Ζεϊμπέκικο». Έτσι ονομάζεται το πρώτο τμήμα της ιστορίας. Και είναι όπως ο χορός. Αυτοσχεδιαστικό, μερακλίδικο, χωρίς «χορογραφημένα» βήματα. Στιγμιότυπα ζωής ,εικόνες, όλα γύρω από την ανάγκη του αφηγητή να βρει το χώρο του, την «πατρίδα» του. Σκέψεις- βήματα που τον οδήγησαν τελικά να νιώσει τόπο του τη Λέσβο. Διόλου τυχαίο. Βρίσκεται απέναντι από τον τόπο καταγωγής των προγόνων του, τα μικρασιατικά παράλια και ειδικότερα τις πάλαι ποτέ «Κυδωνίες», το Αϊβαλί. Το νησί που «στάθηκε για τις Κυδωνίες και μάνα και σύζυγος που χήρεψε και κόρη ορφανή». Όταν το Αϊβαλί την εγκατέλειψε αιφνίδια. Πάνω στα καλύτερα. «Σαν σε στροφή ζεϊμπέκικου στη μέση της γιορτής».

Το κυρίως μέρος του βιβλίου έχει πάλι μουσικό τίτλο: «Πρελούδιο και Φούγκα». Στο «Πρελούδιο», εισαγωγικό κομμάτι, λυρικό, χαρούμενο, τα σκίτσα ζωντανεύουν τη λυρική γραφή του Κόντογλου και το Αϊβαλί ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια μας γιορτινό και ανέμελο. Όμως η Ιστορία έχει άλλη γνώμη για τη συνέχεια. Μικρασιατική Καταστροφή, Συνθήκη της Λωζάνης, χαμένες πατρίδες, ανταλλαγές πληθυσμών. «Σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο βίαια διωγμένοι ρωμιοί πρόσφυγες. Κάπου πεντακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνοι ανταλλαγμένοι». Ένας προς τρεις. Όσες ακριβώς και οι ιστορίες που περιγράφονται στις σελίδες του βιβλίου. Όλες με επίκεντρο το Αϊβαλί. Έτσι, στη μαρτυρία του Κόντογλου, έρχονται να προστεθούν αυτές του Ηλία Βενέζη, της αδελφής του Αγάπης Βενέζη-Μολυβιάτη και του τουρκοκρητικού Αχμέτ Γιουρουλμάζ. Το «Πρελούδιο» ακολουθείται από μια τρίφωνη  «Φούγκα» στην οποία -όπως δηλώνει κι ο μουσικός ορισμός- «ένα θέμα ζωντανεύει ,ξεδιπλώνεται, εξελίσσεται, δημιουργεί αντίθεμα και μοιράζεται ανάμεσα στις φωνές».

Τελευταίο κεφάλαιο: ο «Κιόρογλου».  Ατ χαβασί των λένε οι Τούρκοι, σκοπό των αλόγων. Ακόμη και σήμερα οι Λέσβιοι τον χορεύουν πάνω στ’ άλογά τους ή δυο- δυο, αντικριστά, με τα μαχαίρια. Έτσι, «πεχλιβάνικα» χορεύει τον Κιόρογλου και ο ίδιος ο Soloúp στο τελευταίο κομμάτι του βιβλίου. Τόπος και χρόνος, το σημερινό Ayvalık. Εκεί που ο κομίστας συναντά τον τούρκο πανεπιστημιακό Μεχμέτ. Οι δυο τους θα παλέψουν, θα «χορέψουν» με τις λέξεις και τις σκέψεις τους. Κι όπως ο παραδοσιακός χορός ξεκινάει με πάλη και καταλήγει στη συμφιλίωση, έτσι κι εκείνοι αποχαιρετιούνται με την ελπίδα πως αυτά που ενώνουν αξίζουν πολύ περισσότερο από αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους. «Επειδή ακόμη κι αν δεν ξέρουμε ποιο είναι το σωστό, ξέρουμε όμως τι είναι σίγουρα λάθος. Κι αυτό είναι το πρώτο βήμα». Κι «αν είναι ουτοπία να θέλουν οι άνθρωποι να μην είναι ούτε δήμιοι, ούτε θύματα, τότε προτιμώ την ουτοπία» «και ετουτανά δεν αφορούνε μόνο τσοι Τούρκους και τσοι Έλληνους»...

Για κλείσιμο, ένα ζεϊμπέκικο, αϊβαλιώτικο και μυτιληνιό ταυτόχρονα, με στίχους που πάντα θα καίνε...