Judas Priest :: a heavy metal story

 

To 1969 στο West Bromich ιδρύθηκαν οι θρύλοι το Heavy Metal Judas Priest. To όνομα αυτών εμπνευσμένο από το τραγούδι του Bob Dylan “The Ballad of Frankie Lee and Judas Priest”. Το αρχικό lineup της μπάντας δεν εμπεριέχει κανέναν πέραν του Ian Hill (μπάσο) από τα ευρέως γνωστά μέλη της μπάντας. Η ίδρυση των Judas Priest έγινε από τον τραγουδιστή Al Atkins και τον μπασίστα Brian Stapenhill. Ο πρόωρος θάνατος του κιθαρίστα τους John Perry και η ατυχής συνεργασία τους με την εταιρία παραγωγής Immediate οδήγησε σε διάλυση της μπάντας το 1970. Χωρίς να χάσει χρόνο ο Al Atkins συνάντησε τους Freight με κιθαρίστα τον K.K Downing, μπασίστα τον Ian Hill και στα drums τον John Ellis οι οποίοι έψαχναν τραγουδιστή. Η συμφωνία έγινε και πλέον το όνομα Judas Priest μεταφέρθηκε στο νεοσύστατο group. Η συμφωνία τους με το πρακτορείο του γνωστού σε όλους μας Tony Iommy και οι διάφορες μεταβολές στο συγκρότημα οδηγούν σιγά σιγά στη σύσταση των Judas που είναι σε όλους μας γνωστή. Ο Atkins λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων αποχώρησε το 1972 όπως και ο Campbell και εκεί φτάνει η κρίσιμη στιγμή όπου δύο νέα μέλη μπαίνουν στο group: ο drummer John Hinch και ο μέγιστος τραγουδιστής Rob Halford (από πολλούς μας ίσως η καλύτερη φωνή του heavy metal). Το 1974 προχωρούν σε υπογραφή συμβολαίου με την Gull η οποία τους προτείνει την προσθήκη δεύτερου κιθαρίστα ο οποίος έρχεται από τους The Flying Hat Band και είναι φυσικά ο Glenn Tipton!  

To ταξίδι ξεκινάει με πρώτα albums τα Rocka Rolla (1974) και Sad Wings of Destiny (1976). Ο ήχος στο πρώτο άλμπουμ καθαρό rock με βαριά riffs και φυσικά το στοιχείο του progressive της εποχής. Το Sad wings ηχογραφήθηκε μετά την αποχώρηση του Hinch και τον ερχομό του Alan Moore. Πολλά οικονομικά προβλήματα στο συγκρότημα τα ανάγκασαν τα μέλη να δουλέψουν part time για να φτάσουν το ποσό που χρειαζόταν για την παραγωγή του εν λόγω δίσκου. Αυτό το αριστούργημα δεν απόσπασε την προσοχή που του έπρεπε τα πρώτα χρόνια καθώς η άνθηση του punk rock είχε κατακλίσει την εποχή. Παρόλα αυτά σημάδεψε τον ήχο τους και την γενική εικόνα τους με απίστευτα φωνητικά και απίθανο καθαριστικό δίδυμο. Φυσικά ακολουθούν εξελίξεις με σπάσιμο συμβολαίου με την Gull, συμφωνία με την CBS records και αποχώρηση και πάλι του Moore.


Από το 1977 μέχρι το 1979 ακολουθεί η κυκλοφορία των Sin After Sin (1977), Stained Class (1978) και Killing Machine (1978) με μικρές αλλαγές στη σύσταση της μπάντας όσων αφορά τα τύμπανα. Η ύπαρξη και εδραίωση των Judas ήταν πλέον γεγονός όπως επίσης και η γνωστή εμφάνισή τους με τα δερμάτινα και τα λοιπά αξεσουάρ! Κομμάτια όπως τα Diamonds and Rust, Starbreaker, Dissident Aggresssor, Beyond the Realms of Death βρίσκονται σε αυτά τα αλμπούμς. Το Killing Machine δεν έλαβε από όλους την απήχηση που είχαν οι προηγούμενοι δίσκοι καθώς εδώ οι συνθέσεις είναι πιο απλές. Παρόλα αυτά ο ήχος τους άρχισε να γίνεται περισσότερο heavy από αυτή την εποχή και μετά.


Τα επόμενα χρόνια εκτός από την αλλαγή στα drums με τη σημαδιακή ένταξη του Dave Holland ο οποίος και θα παραμείνει για τα επόμενα έξι άλμπουμ ξεκινάει και η μεγάλη αναγνώριση και επιτυχία. Η πορεία προς την κορυφή έχει αρχίσει. Περισσότερο heavy metal στο British Steel (1980) με breaking the law και στο Point of Entry (1981) με Desert Plains και Solar Angels. Ακολουθεί το διπλά πλατινένιο και δίσκος κορυφή κατά την γνώμη πολλών Screaming for Vengeance (1983) με τι να λέμε τώρα… Electric Eye και Riding on the wind.
Το heavy metal είναι πλέον του χεριού τους τα live τους έχουν αρχίσει να συγκαταλέγονται στα καλύτερα της εποχής. Συμμετέχουν σε φεστιβάλ με Black Sabbath, Ozzy, Motley Crue, Van Halen και άλλα μεγαθήρια. Το 1984 βγαίνει το Defenders of Faith ή Screaming for Vengeance II για πολλούς (λόγω του ύφους του)  και τα pickups παίζουν τέρμα πλέον Judas Priest. Εδώ θα ακούσουμε πρώτη φορά τα Freewheel Burning, Jawbreaker και εννοείται το Sentinel. Το Turbo (1986) έδωσε ένα νέο σχετικά ύφος με ήχους synthesizer και στίχους να αναφέρονται στον ρομαντισμό. Πολλοί το χαρακτήρισαν “Too much glam”. Χωρίς να αφήσουν την χρήση synthesizer αλλά και επιστρέφοντας στον παλαιότερο δυνατό ήχο τους οι Judas βγάζουν το Ram It Down (1988) και τα ξανασπάνε με εντάσεις, κιθαριές και συναίσθημα. Εδώ φτάνει το τέλος για τον Dave Holland και στην μπάντα θα παίζει τύμπανα ο Scott Travis. Λίγο το Thrash της εποχής λίγο η τελική ωρίμανση τους και φτάσαμε στο Painkiller (1990) με περιττό να αναφέρουμε ενδεικτικά τραγούδια. Απλά υπάρχει σε κάθε δισκοθήκη.


 


Συνεχίζουν με δυνατά Lives με opening bands όπως Megadeth, Sepultura, Testament, Annihilator και οι εμφανίσεις του μεγάλου και μοναδικού Rob Halford πλέον πάνω σε Harley Davidson.

 

Ακολουθεί μια περίεργη περίοδος για την μπάντα η οποία την βρίσκει αναμειγμένη σε μια υπόθεση αυτοκτονίας δύο νεαρών οι οποίοι πριν επιχειρήσουν να αυτοκτονήσουν και όντας «φτιαγμένοι», άκουγαν Judas priest. To συγκρότημα κατηγορήθηκε ότι ώθησε έμμεσα στην αυτοκτονία και τον πρόωρο θάνατο το κοινό του, αργότερα κρίθηκαν αθώοι.


Το 1991 ο Rob Halford αποχωρεί λόγω εσωτερικών εντάσεων και την θέση του παίρνει ο Tim Ripper Ownens. Οι Judas βγάζουν το Jugulator (1997) και το Demolition (2001) τα οποία αν και έχουν καλά στοιχεία και ο Ripper βγάζει τον καλύτερο εαυτό του δεν θα γίνουν ποτέ αρκετά αποδεκτά από τους οπαδούς τους λόγω της αποχώρησης του Rob Halford ο οποίος έχει  συνδεθεί άρρηκτα με την ύπαρξη των Judas Priest.

 

To 2003 ο Halford επιστρέφει στους Judas μετά από 11 χρόνια και η επανασύνδεση είναι η είδηση της χρονιάς. Το 2005 βγαίνει το Angel of Retribution με καλά στοιχεία αλλά λίγο μπερδεμένο ύφος και ακολουθεί το Nostradamus (2008) το οποίο δεν άφησε καλές εντυπώσεις.

Φτάνουμε κοντά στο 2010 και οι Judas ανακοινώνουν ότι το Epitaph Word Tour θα είναι το τελευταίο της καριέρας τους αλλά ο Halford ένα χρόνο μετά ανακοινώνει την συνέχεια της μπάντας και την έκδοση νέου υλικού. Την ίδια χρονιά το ιδρυτικό μέλος και master της κιθάρας Κ.Κ Downing αποχωρεί και το Epitaph Word Tour θα συνεχίσει με τον Richie Faulkner.
2014 λοιπόν και βγαίνει το Redeemer of Souls, πρώτο άλμπουμ χωρίς τον K.K Downing το οποίο είναι πράγματι καλό για τους ανοιχτόμυαλους fans αλλά για άλλους θεωρείται ένα καλό αλλά όχι όσο Judas sound θα έπρεπε.
Κλείνουμε με το Firepower του 2018 και την μερική αποχώρηση του Tipton. Ο Glen Tipton διαγνώστηκε με τη νόσο parkinson η οποία θα τον περιορίσει πολύ στο παίξιμο της κιθάρας και θα τον αφήσει απέξω από μερικά από τα επόμενα live tours αλλά όχι έξω από την μπάντα.

Σήμερα, αυτό που με σιγουριά μπορούμε να πούμε είναι ότι οι Judas Priest συγκαταλέγονται στην κορυφή των Heavy Metal συγκροτημάτων με τον Rob Halford να είναι ίσως και η καλύτερη φωνή αλλά και performer του είδους.
Στις κιθάρες το δίδυμο Tipton-Downing έχει αφήσει εποχή αλλά και κληρονομιά για μελέτη και ύφος στη metal μουσική. Τα live τους ανά τα χρόνια είναι γιορτές του heavy metal δημιουργώντας αισθήματα πάθους και πραγματικής αγάπης για τη μουσική και τη metal έκφραση γενικά.

Δίπλα στη λέξη/έκφραση heavy metal θα είναι για πάντα το όνομα των Judas Priest.

 

Τους Judas Priest θα μπορέσουμε να παρακολουθήσουμε ζωντανά από το Rockwave Festival, την Πέμπτη 19 Ιουλίου. Όλες οι λεπτομέρειες εδώ.